Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

Είναι τα πρόσωπα, ανόητε!


Ανέκαθεν οι αναλύσεις που επικεντρώνονταν στη σημασία που διαδραματίζουν τα πρόσωπα -οι εντολοδόχοι, οι ελίτ, οι ηγεσίες- στο πολιτικό γίγνεσθαι, δεν ήταν δημοφιλείς στα περιβάλλοντα της Αριστεράς, αλλά ούτε του φιλελεύθερου Κέντρου και της παραδοσιακής Δεξιάς. Η Αριστερά δίνει έμφαση στη σημασία που έχουν οι δομές στη διαμόρφωση του κοινωνικού σχηματισμού· οι Φιλελεύθεροι τονίζουν το προσδιοριστικό περιεχόμενο των θεσμικών λειτουργιών, ενώ οι Συντηρητικοί προβάλλουν το πολιτισμικό και ηθικό-αξιακό υπόβαθρο  της κοινότητας του λαού και του έθνους.
Σε όλους τους πολιτικούς-ιδεολογικούς χώρους οι συζητήσεις περί προσώπων είναι, κατά κανόνα, ευκαιριακές. Αφορούν είτε κάποια συγκεκριμένη προσωπικότητα με ξεχωριστή θετική ποιότητα, π.χ. έναν «χαρισματικό» ηγέτη, είτε και το αντίθετο: αναφέρονται δηλαδή αρνητικά στα μέλη μιας «πολιτικής τάξης», χαρακτηριστικό γνώρισμα των οποίων είναι ότι ακολουθούν εναρμονισμένες πρακτικές και νοιάζονται πρωτίστως για τον εαυτό τους.
Την ύπαρξη μιας «τάξης διεφθαρμένων πολιτικών» «ανακάλυψε» πρώτα η Ακροδεξιά. Το ότι υπάρχει ένα καρτέλ κομμάτων και πολιτικών από τη Δεξιά έως την Αριστερά, που σφετερίζεται το κράτος, ανήκει στο λεκτικό ιδίωμα της Ακροδεξιάς. Σύμφωνα με τις πλέον λαϊκιστικές εκδοχές της, τα πρόσωπα που εμπλέκονται στο πολιτικό γίγνεσθαι γίνονται αντιληπτά σαν πολτός, ώστε η ενασχόληση με κάποια από αυτά να καθίσταται υπόθεση ανούσια.  Υπόθεση ανούσια είναι και για την Αριστερά η ενασχόληση με πρόσωπα που είτε θετικά είτε αρνητικά ξεχωρίζουν στο πολιτικό γίγνεσθαι: όσα ξεχωρίζουν θετικά, είναι οι κατάλληλες δομές που συνέβαλαν στην ανάδειξή τους, ενώ όσα ξεχωρίζουν αρνητικά, είναι οι ακατάλληλες δομές που ευθύνονται για την παρεκτροπή τους. 
Με τέτοιες αντιλήψεις δεν είναι να απορεί κανείς που τα ίδια πρόσωπα που μας οδήγησαν στην κρίση είναι εκείνα που αναλαμβάνουν να διαχειριστούν την κρίση για να εξέλθουμε από αυτή. Όπως δεν είναι ακατανόητο το γεγονός, ότι νέα στην πολιτική αρένα πρόσωπα (από τον Λ. Παπαδήμο μέχρι τον Γ. Στουρνάρα), με αποδεδειγμένη εμπειρογνωμοσύνη,  αποτελεσματικότητα και κύρος, αντιμετωπίζονται από τους επαγγελματίες πολιτικούς, από τμήμα της δημοσιότητας και από μερίδα των πολιτών ως «ανάλγητοι» και «απολίτικοι» «τεχνοκράτες» που διαταράσσουν τις δομο-λειτουργικές και τις αξιακές προδιαγραφές του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος.
Επιπλέον, με τέτοιες αντιλήψεις δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς γιατί οι θεσμικοί παράγοντες του πολιτικο-κομματικού κατεστημένου (από την Αριστερά μέχρι τη συντηρητική Δεξιά) αντιμετωπίζουν με απάθεια, συχνά με προκλητική ανεκτικότητα, το εμφανές έλλειμμα αποτελεσματικότητας, αλλά και την ιδιοτέλεια μερίδας του πολιτικού προσωπικού, η οποία ακόμη και εν μέσω κρίσης εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το κράτος ως προσωπικό της φέουδο και τους θεσμούς ως πεδίο άσκησης χυδαίων πελατειακών σχέσεων.
Να το πούμε απλά: την ώρα που η χώρα καταβυθίζεται σε μια επικίνδυνη πτώση, ενώ κάποιοι προσπαθούν να της αφαιρέσουν το ευρωπαϊκό δίχτυ ασφαλείας που της έχει απομείνει, άτομα, με πολιτικές, κομματικές, επαγγελματικές ιδιότητες και ονοματεπώνυμα, (εξακολουθούν να) επιδίδονται σε πλιάτσικο εις βάρος της δημόσιας περιουσίας και του μόχθου των εργαζόμενων και έντιμων πολιτών. Είναι εκείνοι που βγάζουν τα νομίμως ή παρανόμως αποκτηθέντα χρήματά τους, με νόμιμα ή παράνομα μέσα, στο εξωτερικό· που αποκρύπτουν φορολογητέα ύλη ενίοτε εκατομμυρίων Ευρώ κερδίζοντας συστηματικά μαύρο χρήμα· που παίρνουν φακελάκια για να κάνουν απλώς το καθήκον τους· που καρπώνονται κοινωνικά επιδόματα και συντάξεις που δεν δικαιούνται· που διορίζουν τα παιδιά τους και τα παιδιά «επιλέκτων» της συντεχνίας τους σε περίοπτες θέσεις του δημοσίου αδιαφορώντας για τους αδιόριστους νέους που είναι π.χ. επιτυχόντες διαγωνισμών του ΑΣΕΠ, κ.λπ.
Αλήθεια, ο για μία (!) ημέρα πρόεδρος της Βουλής, που πρόλαβε να ανανεώσει το ρουσφέτι του εκλογικού επιδόματος στους υπαλλήλους του Κοινοβουλίου και να διορίσει τη θυγατέρα του μετακλητή υπάλληλο, μήπως πρόλαβε να ενημερωθεί και για τους 14 στενογράφους επιτυχόντες μεταξύ 1000 υποψηφίων σε διαγωνισμό του ΑΣΕΠ που ζήτησε η Βουλή και παραμένουν ακόμα αδιόριστοι;  Λόγω κρίσης, είναι η επίσημη αιτιολογία, λόγω έλλειψης πατρώνων να τους στηρίζουν, είναι η ανεπίσημη και πλέον έγκυρη. Ο Λ. Ρακιντζής, Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης, δημοσιοποιεί τη μια έκθεση για περιπτώσεις διαφθοράς και κακοδιοίκησης μετά την άλλη, αλλά το κομματικό και διοικητικό κατεστημένο αδιαφορεί: η Άκρα Αριστερά ασχολείται με «τον καπιταλισμό», η Αριστερά με «το σύστημα», η Κεντροαριστερά με «τα φαινόμενα», η Δεξιά με το «έθνος» και η Άκρα Δεξιά με «τους ξένους».[1] 
Όμως, «το σύστημα», «τα φαινόμενα», «το έθνος» και ό,τι άλλο απρόσωπο, αδιαφοροποίητο, ιδεατό ή πραγματικό, διαθέτει δρώντες, το κράτος έχει λειτουργούς, η αγορά (λίγους πια) εργοδότες και (ολοένα λιγότερους) εργαζόμενους, τα πανεπιστήμια καθηγητές, η Βουλή προέδρους και βουλευτές, η κυβέρνηση υπουργούς, τα συνδικάτα συνδικαλιστές και η χώρα πολίτες. Κάθε ένας και κάθε μία από αυτούς/ές, ανάλογα με τη θέση τους, συν-διαμορφώνουν «το σύστημα», «τα φαινόμενα», «το έθνος» και συμβάλλουν -θετικά ή αρνητικά- στην ποιότητα των συλλογικοτήτων. Εν τέλει έχει μεγάλη σημασία αν υπουργός θα είναι ο Γιάννης Στουρνάρας ή ο Νίκος Νικολόπουλος! 
Τα πρόσωπα κάνουν τη διαφορά σε ό,τι απαιτεί κάποια παραγωγή έργου, πολλώ μάλλον εκεί που παράγεται γνώση και πολιτισμός και, βεβαίως, στην πολιτική και τη διακυβέρνηση. Όσοι πιστεύουν ότι τα πρόσωπα δεν έχουν σημασία καθώς μεγάλα συμφέροντα κινούν τα νήματα, υποτιμούν το λαό, στο όνομα του οποίου υποτίθεται ενεργούν. Όσοι πάλι θεωρούν ότι όσο πιο ανίκανα και ανέντιμα είναι τα πρόσωπα που εμπλέκονται στη διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων, τόσο γρηγορότερα θα καταρρεύσει «το αστικό σύστημα», δίνουν την ευκαιρία σε καπάτσους και ανέντιμους να αξιοποιήσουν για λογαριασμό τους τις δυνατότητες που προσφέρει «το σύστημα» συμβάλλοντας περαιτέρω στην παθογενή λειτουργία του. Όσοι, τέλος, σιωπούν μπροστά σε ανομικά και πελατειακά φαινόμενα, ας συνειδητοποιήσουν ότι η σιωπή τους γίνεται αντιληπτή ως κυνισμός από το έντιμο κομμάτι της κοινωνίας· δεν είναι μόνο οι αντοχές του που εξαντλούνται από τα οικονομικά μέτρα, αλλά διαβρώνεται επικίνδυνα και η αφοσίωσή του στο θεσμικό οικοδόμημα της Μεταπολίτευσης. Και γι’αυτό δεν φταίει καμία Αγγέλα Μέρκελ και κανένας Πόουλ Τόμσεν.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ  (κλικ στο σύνδεσμο http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=11083)


[1] Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές δόθηκε στη δημοσιότητα η πληροφορία ότι ο πρωθυπουργός ζήτησε την άμεση διεκπεραίωση των 5.000 χιλ. (!) πειθαρχικών υποθέσεων που εκκρεμούν σε βάρος δημοσίων λειτουργών. Ας ευχηθούμε να μην ακουστούν επιφυλάξεις από μέλη της κυβέρνησης και, συγκυβερνώντες και μη, πολιτικούς αρχηγούς.

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012



Interview in Der Standard:
Über die Extremrechten in Griechenland und die latende Gewaltbereitschaft in der griechischen Gesellschaft




"Die Bereitschaft zur Gewalt schadet Chrysi Avgi nicht. Zumindest in den vergangenen drei Jahren hat diese Partei ganz offen Gewalt als politisches Mittel angewandt und ist gleichzeitig in den Umfragen konstant gestiegen. Ihre Wähler haben die Gewalt akzeptiert. Zudem hat sich in letzter Zeit in der griechischen Gesellschaft, die ohnehin eine relativ traditionelle, von Männern dominierte Kultur ist, ein Wandel in Richtung Duldung politischer Gewalt zugetragen. Viele akzeptieren dass es auf Demonstrationen zu Gewalt kommt, entweder weil sie selbst gewalttätig werden oder weil sie nichts dagegen haben, wenn andere das tun. Fest steht: es existiert eine latente Gewaltbereitschaft, der Erfolg der Chrysi Avgi ist ein Ausdruck dessen."

http://derstandard.at/1339638565030/In-Griechenland-existiert-eine-latente-Gewaltbereitschaft

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Γιατί έχασε η ΝΔ και εκτινάχθηκε η Χρυσή Αυγή

To εξώφυλλο του βιβλίου των Backes & Jesse (επι.)

Στα ασυνήθιστα των τελευταίων εκλογών ανήκει ο κατακερματισμός του δεξιού πόλου. Η πάλαι ποτέ συνεκτική Καραμανλική παράταξη φυλλοροεί. Δεν είναι μόνο οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Χρυσή Αυγή που μπήκαν στη Βουλή. Είναι και τα δύο κεντροδεξιά κόμματα, Δημοκρατική Συμμαχία και Δράση, που απέσπασαν αξιοπρεπή ποσοστά. Εάν συνυπολογιστεί η δύναμη των πέντε κομμάτων πέριξ της ΝΔ -τα τέσσερα που προαναφέρθηκαν και ο ΛΑΟΣ- η δύναμή τους είναι μεγαλύτερη από το 18,8% της ΝΔ.
Πού οφείλεται η κατακρήμνιση της ΝΔ; Στην πολιτική υπεράσπισης του Μνημονίου, στη ριζοσπαστική και εξτρεμιστική δυναμική σημαντικής μερίδας εκλογέων ή στις λανθασμένες στρατηγικές επιλογές που η ΝΔ ακολουθεί απέναντι στα κόμματα δεξιότερά της στο ιδεολογικό-πολιτικό άξονα;
Υποστηρίζεται ότι η στάση απέναντι στο Μνημόνιο υπήρξε καθοριστική για τα 2/3 των ψηφοφόρων. Κι έτσι να είναι (παρότι δεν είναι σίγουρο αν η πολεμική ή η αποδοχή του Μνημονίου δημιουργεί μια νέα κοινωνική σχάση ή αποτελεί έναν συμβολισμό που επικαιροποιεί προϋπάρχουσες διαιρέσεις), η ΝΔ είχε μια επαμφοτερίζουσα συμπεριφορά στο ζήτημα, γεγονός που την προφυλάσσει από το να υπερεκτεθεί στους εκλογείς.  Όσον αφορά την ύπαρξη ενός ριζοσπαστικού και εξτρεμιστικού δυναμικού, καθώς αυτό είναι κυρίως αριστερόστροφο, σημαντικότερες απώλειες έχει το ΠΑΣΟΚ, ενώ εκείνες της ΝΔ προς τη Χρυσή Αυγή φθάνουν στις δύο ποσοστιαίες μονάδες.
Η άνοδος της Χρυσής Αυγής δεν αποτελεί αποκλειστικά νεοδημοκρατικό δημιούργημα. Πρόκειται για ένα κόμμα του δεξιού εξτρεμισμού. Όμως νέοι και νέοι σε ηλικία ψηφοφόροι που ελκύονται από τον ψευδο-βιταλισμό της οργάνωσης, τη διαθεσιμότητά της στη χρήση βίας και την cult υποκουλτούρα που συμβολικά  παραπέμπει, καθώς και πρώην ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ αποτελούν το μισό της εκλογικής της πελατείας. Ωστόσο, δεν είναι η πρώτη φορά που η Χρυσή Αυγή μετέχει σε εκλογές. Τι άλλαξε και από το 0,2% που έλαβε το 2009 απογειώθηκε στο 7% ;
Η συγκυρία της κρίσης διαδραματίζει σίγουρα κάποιο ρόλο, αλλά η Χρυσή Αυγή υπάρχει από παλιά χωρίς να αποκτήσει σημαντικότητα π.χ. στις αρχές του 1990, όταν το παρακμιακό πολιτικό σύστημα ταρακουνήθηκε συθέμελα. Εικάζεται ότι η συγκυρία της οικονομικής κρίσης συμβάλλει στην ενίσχυση της ριζοσπαστικής και εξτρεμιστικής δεξιάς, αλλά ούτε η θεωρία ούτε η εμπειρική ανάλυση επιβεβαιώνουν ακράδαντα τον ισχυρισμό. Εκτός αυτού, η ταξική προσέγγιση δεν αντέχει στην ανάλυση του εκλογικού σώματος της Χρυσής Αυγής. Οι εκλογείς της είναι κοινωνικο-επαγγελματικά ετερογενείς, γεγονός που αποδυναμώνει μια θετική συνάρτηση οικονομικής κρίσης και εξτρεμιστικής στροφής.
Μετά την εκλογή του Α. Σαμαρά  στην ηγεσία της, η ΝΔ εγκατέλειψε τις δοκιμασμένες στρατηγικές απέναντι στα ακροδεξιά κόμματα. Τέτοια κόμματα (Εθνική Παράταξη) ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τα είχε απορροφήσει στη ΝΔ τηρώντας αποστάσεις από την ατζέντα τους. Ο Κώστας Καραμανλής έκανε κάτι διαφορετικό στο πλαίσιο της ίδιας λογικής: έδιωξε τους ακροδεξιούς από τη ΝΔ, αλλά υπερασπίστηκε κάποια σημαντικά διακυβεύματά τους (π.χ. βέτο για ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ).
Οι δύο αυτές στρατηγικές, της «συμπεριληπτικής οριοθέτησης» και της «επιλεκτικής διαφοροποίησης», δημιουργούσαν αναχώματα της κεντροδεξιάς απέναντι στην ακροδεξιά. Όμως,  μετά τις εκλογές του 2009, η ΝΔ είναι διάτρητη: και ενέταξε στο εσωτερικό της συνιστώσες της ακραίας δεξιάς (Δίκτυο 21) και οικειοποιήθηκε τη θεματολογία τους. Μια τέτοια στάση έκανε τη ΝΔ ευάλωτη προς κάθε κατεύθυνση:  προς το Κέντρο αλλά και τον ακροδεξιό χώρο που τον αποδαιμονοποίησε μετατρέποντας την εκλογική επιλογή του σε μια κανονική επιλογή. Αυτός είναι ο βασικός λόγος της δραματικής ήττας της στις 6 Μαϊου με αμφίδρομες απώλειες προς κεντροδεξιά και ακροδεξιά κατεύθυνση.
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο ένθετο Forum της εφημ Έθνος , βλ. σχ. όλο το αφιέρωμα
http://www.ethnos.gr/entheta.asp?catid=25861&subid=2&pubid=63659103 

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Les partis d’extrême-droite en Grèce

Le Petit Journal

Lepetitjournal.com : Qui sont les partis d’extrême-droite en Grèce ?
Georgiadou: Chryssi Avgi est un parti d’extrême-droite. Sur la scène politique d’extrême droite en Grèce, il y a également des petits partis (par exemple Proti Grammi (First Line)) qui sont eux aussi des partis extrémistes mais qui ne sont pas importants dans le système des partis grecs. Bien que le terme « extrême-droite » soit très souvent utilisé dans les médias et dans les discours politiques, il faut distinguer les partis d’extrême-droite de ceux de la droite radicale.
Les premiers sont souvent violents et n’hésitent pas à utiliser la force contre leur adversaires politiques, les immigrés ou les groupes minoritaires (ethnies, groupes sociaux…). Ils soutiennent des idées racistes et ne reconnaissent pas les frontières nationales. Ils ont des ambitions irrédentistes afin d’élargir l’Etat nation. En résumé, ils sont nationalistes, populistes et autoritaires et préfèrent une politique de l’ordre public. De plus, ils s’opposent à une société multiculturelle.
Les partis de la droite radicale ne sont pas anti-démocratiques et ils acceptent, du moins formellement, les principes de la démocratie libérale. L’aube dorée (Chrissi Avgi) est un parti d’extrême droite typique tandis que le Laos est un parti radical de droite.

Lequel est le plus dangereux d’après vous ?
Chryssi Avgi est une organisation réellement dangereuse. L’usage de la violence, leur style agressif envers les étrangers, les politiciens et les citoyens qui sont en désaccord avec leurs méthodes et leurs objectifs prouvent qu'elle n’accepte pas les bases du régime démocratique.

Comment expliquez-vous l’entrée de ce parti au Parlement ?
Lors des élections, Chrysi Avgi a été avantagée par la crise économique, le fort taux de chômage, la peur et des perspectives d’avenir incertaines, l’immigration, le grand nombre de migrants en situation irrégulière en Grèce, l’effondrement du système de partis  et la stratégie opportuniste du Laos.
De plus, le parti s’est efforcé de répondre au plus près aux attentes des électeurs et a développé une présence systématique et organisée dans de nombreuses villes grecques, y compris le centre d’Athènes. Le parti a développé une double stratégie qui consiste à utiliser la violence contre les "Autres" (émigrés, ect...) tout en essayant de protéger ces populations ethniques des « criminels », des politiciens corrompus et du manque d’assistance de l’Etat-Providence. Je pense que cette stratégie a joué un rôle crucial dans leur entrée au Parlement.

Quelles sont leurs revendications?
Leurs revendications se résument à : « Nettoyer » la Grèce des immigrants en situation irrégulière. « Nettoyer » la Grèce des politiciens corrompus. Ils sont contre la mondialisation, contre les banques, les riches,  les Turcs, les musulmans et ceux qui ont trahi la Nation.

Pourquoi qualifie t-on ce parti de néonazi ?
Je ne suis pas d’accord avec les étiquettes « néo-nazis », « néo fascistes » parce qu’elles n’aident pas à l’analyse de ce phénomène. D’un autre coté, la Chryssi Avgi  soutient les idées racistes. D’après eux, la nation grecque est supérieure aux autres nations.

Pensez-vous qu’il y a eu un réel sentiment national ces dernières années en Grèce qui justifierait ce vote  ou croyez-vous que c’est un moyen de contester la crise et les grands partis au pouvoir ?

Il s’agit d’un vote anti-immigration. Mais c’est vote qui a pour vocation de punir l’ensemble du système politique. La Chrysi Avgi était le seul qui était totalement en dehors du système politique et du système des partis.

Que pensez-vous de la montée de l’extrême droite en Europe en ce moment ?
En Europe, il y beaucoup de partis radicaux de droite qui remportent des élections avec succès. Les partis d’extrême droite, quant à eux, restent en marge du système des partis et n'ont, normalement, aucune influence sur la vie politique.
Propos recueillis par Elsa Breau (www.lepetitjournal.com/athenes.html) Jeudi 17 mai 2012
 http://www.lepetitjournal.com/societe-athenes/107428-actu-lextreme-droite-a-lordre-du-jour.html

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Άκρα Δεξιά και Εξτρεμιστική Δεξιά: προϋποθέσεις της εκλογικής μετακίνησης από τον ΛΑΟΣ στη Χρυσή Αυγή


Τη στρατηγική της ‘συμπεριληπτικής οριοθέτησης’ απέναντι στα νεοφασιστικά μορφώματα του ακροδεξιού χώρου ακολουθεί ο ΛΑΟΣ κατά την πρώτη φάση της κομματικής του ζωής. Στην προσπάθειά του να εδραιωθεί στην πολιτική σκηνή ως ο κύριος εκπρόσωπος του πολιτικο-ιδεολογικού χώρου δεξιότερα της NΔ, χτίζει συμμαχίες με το κόμμα Πρώτη Γραμμή του Κ. Πλεύρη και το Κόμμα Ελληνισμού του Σ. Σοφιανόπουλου, ενώ στις νομαρχιακές εκλογές του 2002 εντάσσει στα ψηφοδέλτιά του ενεργά στελέχη της Χρυσής Αυγής. Τα δύο πρώτα κόμματα απορροφώνται (εν μέρει) από τον ΛΑΟΣ, στον οποίο προσχώρησαν το 2005 και στελέχη του φίλα προσκείμενου προς το Γαλλικό FN Ελληνικού Μετώπου, αφού προηγουμένως ανεστάλη η “πολιτική λειτουργία” του συγκεκριμένου κόμματος (Ψαρράς 2010: 144).
 

Μετά την είσοδό του στην Ευρωβουλή το 2004, αλλά και το σχετικά μέτριο αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του ίδιου έτους (έλαβε 2,2% των ψήφων ενώ χρειαζόταν 3 ποσοστιαίες μονάδες για να μπει στο Εθνικό Κοινοβούλιο), ο ΛΑΟΣ συνειδητοποιεί ότι η δικτύωσή του με τον ακροδεξιό χώρο δεν επαρκεί για την μετατόπισή του από το περιθώριο στον πυρήνα της πολιτικο-κομματικής σκηνής. Ότι μια τέτοια μετατόπιση είναι αναγκαία για την επιβίωσή του γίνεται αντιληπτή από τον αρχηγό του κόμματος, ο οποίος με προσωπικό τρόπο διαπιστώνει ότι όταν τα πολιτικά διακυβεύματα γίνονται σοβαρά, πράγμα που συνήθως συμβαίνει σε εκλογές πρώτης τάξης (first order elections), ένα κόμμα της άκρας δεξιάς στο πλαίσιο του ελληνικού κομματικού συστήματος έχει να διαδραματίσει έναν πολιτικά ασήμαντο ρόλο: υπό αυτό το πρίσμα μπορεί να κατανοηθεί η προσγείωση του ΛΑΟΣ στο 2,2% στις βουλευτικές εκλογές του 2004, όταν δυο χρόνια πριν, στο εκλογικό του ντεμπούτο στις περιφερειακές εκλογές για τη νομαρχία Αθηνών, ο Γ. Καρατζαφέρης ως υποψήφιος του ΛΑΟΣ είχε λάβει το 14% των ψήφων. Μια προσεκτικότερη τήρηση αποστάσεων από τις ακραίες (αντισημιτικές, φιλοχουντικές, κ.ά.) θέσεις των συμμάχων του είναι το πρώτο βήμα του LAOS προς την κατεύθυνση χάραξης μιας “νέας πολιτικής”· έτσι αποκλήθηκε στην 6η Σύνοδο της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος (Οκτώβριος 2005) το νέο μίγμα πολιτικής (και πολιτικής συμπεριφοράς) που εισηγήθηκε ο αρχηγός στα στελέχη του ΛΑΟΣ: “Ο πολιτικός μας λόγος πρέπει να είναι ιδιαίτερα περίτεχνος. Από τη μια μεριά καταγγελτικός γι’αυτά που κάνει η ND και από την άλλη πλευρά συνάμα να ρίχνει γέφυρες… Ένας πολύ δύσκολος συνδυασμός επιθετικότητας και διαλακτικότητας… Στρογγυλοποιούμε ορισμένα πράγματα, λέμε με άλλα λόγια αυτά που πάντα εμφορούν την ψυχή μας. Αυτή είναι η νέα πολιτική” (αναφέρεται σε Ψαρράς 2010: 144).
 

Η “νέα πολιτική”, με την οποία ολοκληρώνεται η στρατηγική της ‘συμπεριληπτικής οριοθέτησης’ εκ μέρους του ΛΑΟΣ, του αποφέρει εκλογικούς καρπούς: επιχειρώντας να καμουφλάρει το ακροδεξιό του υπόβαθρο, χωρίς να το απαρνείται, το 2007 ο LAOS εισέρχεται εν τέλει στο Εθνικό Κοινοβούλιο και το 2009 αυξάνει σημαντικά τη δύναμή του τόσο στις βουλευτικές εκλογές που είχαν γίνει πρόωρα, όσο και στις ευρωπαϊκές εκλογές (Πίνακας 1). Όμως, η αύξηση της εκλογικής του απήχησης, σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση της NΔ μετά το 2007 (μέχρι το 2009 οι Συντηρητικοί είχαν καταγράψει εκλογικές απώλειες 8,5 ποσοστιαίων μονάδων) οδήγησε το κόμμα του Γ. Καρατζαφέρη στην περαιτέρω επικαιροποίηση της “νέας πολιτικής”: όχι οι σχέσεις του με τον ακροδεξιό χώρο αλλά η διείσδυσή του στο περιβάλλον της κατεστημένης συντηρητικής δεξιάς ανήκει πλέον στις βασικές στοχεύσεις του ΛΑΟΣ. Η συζήτηση περί της “γαλάζιας πολυκατοικίας” που ως ενοίκους της έχει τη NΔ και τον ΛΑΟΔ, σύμφωνα με μια γνωστή διατύπωση του Γ. Καρατζαφέρη, συμβολίζει την αλλαγή στρατηγικής στο χώρο της κοινοβουλευτικής άκρας δεξιάς.
Όπως με την επιλογή του “μεσαίου χώρου” η NΔ μετακινήθηκε προς το ιδεολογικο-πολιτικό κέντρο και κατάκτησε την κυβέρνηση, αφήνοντας ωστόσο ακάλυπτα τα νώτα της προς τα δεξιά, τηρουμένων των αναλογιών κάτι αντίστοιχο συνέβη με την επιλογή της “γαλάζιας πολυκατοικίας” από το ΛΑΟΣ: σε επίπεδο πολιτικής και στοχεύσεων μετακινήθηκε προς λιγότερο ακραίες θέσεις διεκδικώντας πολιτικό ρόλο στην κεντρική πολιτική σκηνή, βρέθηκε όμως εκτεθειμένος απέναντι στην ακροδεξιά σκηνή. Όσο ο ΛΑΟΣ εκπονούσε σχέδια συνεργασίας του με την κυβέρνηση της NΔ αρχικώς, αλλά και μη αποκλείοντας τη συμμετοχή του σε μια κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στη συνέχεια, η ακροδεξιά σκηνή -κυρίως η Χρυσή Αυγή- δημιουργούσε το πλαίσιο της δικής της εγκατάστασης στην κομματική σκηνή. Οι συνθήκες γι’αυτό ήταν σαφώς περισσότερο ευνοϊκές από ό,τι στο παρελθόν: στη δεκαετία του 2000 το διακύβευμα της μετανάστευσης είχε πια ενσωματωθεί στην κεντρική πολιτική ατζέντα και οι αρνητικές γνώμες για τη μετανάστευση είχαν διαχυθεί στο κοινωνικό σώμα. Προς τα τέλη της δεκαετίας, η απήχηση τέτοιων αντιλήψεων εμφάνιζε αυξητικές τάσεις και είχε εμποτίσει ένα σαφώς μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού σώματος από ό,τι αυτό συνέβαινε στην αρχή της.

Χωρίς να εμβαθύνουμε στους λόγους για τους οποίους πολλαπλασιάστηκαν οι αρνητικές γνώμες για τη μετανάστευση και τους μετανάστες μέσα σε μια 10ετία, γεγονός είναι ότι -στο πλαίσιο της κομματικής αγοράς και με δεδομένη τη μεταστροφή του ΛΑΟΣ προς λιγότερο ακραίες θέσεις- η ζήτηση αντιμεταναστευτικών πολιτικών και θέσεων ήταν πλέον μεγαλύτερη από την υπάρχουσα κομματική προσφορά. Τη ζήτηση αυτή επιδίωξε να καλύψει η Χρυσή Αυγή, μια πολιτικά περιθωριακή, ακραία δεξιά (νεοφασιστική) οργάνωση, τα εκλογικά ποσοστά της οποίας, οσάκις στο παρελθόν είχε συμμετάσχει σε εκλογές (1994, 1996, 2009), υπήρξαν χαμηλότερα της μισής ποσοστιαίας μονάδας. Στις πρόσφατες δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές (Νοέμβριος 2010), ωστόσο, εντύπωση προκάλεσε το διόλου ασήμαντο εκλογικό ποσοστό του 5,3% που συγκέντρωσε ο συνδυασμός της Χρυσής Αυγής στο Δήμο της Αθήνας και η υψηλή απήχηση που βρήκε σε υποβαθμισμένες συνοικίες του κέντρου, καθώς και σε συνοικίες βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά του κέντρου της πρωτεύσουσας.  Πρόκειται για περιοχές, σε αρκετές από τις οποίες παρατηρείται μεγάλη συγκέντρωση μεταναστών – σε ορισμένες από αυτές, στις οποίες το εκλογικό ποσοστό της Χρυσής Αυγής είναι διψήφιο (10+), οι αλλοδαποί αποτελούν το 1/3 και πλέον των κατοίκων τους. Συγχρόνως πρόκειται για περιοχές που έχουν τα χαρακτηριστικά “εκλογικού κάστρου” του ΛΑΟΣ: έτσι χαρακτηρίζουμε εκλογικά διαμερίσματα της Αθήνας, στα οποία το ποσοστό ψήφων που είχε συγκεντρώσει ο ΛΑΟΣ και στις τρεις βουλευτικές εκλογές που προηγήθηκαν, ήταν υψηλότερο του μέσου εκλογικού ποσοστού του στο Δήμο της Αθήνας. Με δεδομένο το γεγονός ότι ο ΛΑΟΣ δεν μετέσχε στις εκλογές του Νοεμβρίου 2010 με δικό του υποψήφιο, αλλά στήριξε τον υποψήφιο δήμαρχο της NΔ, η μετακίνηση ψηφοφόρων του ΛΑΟΣ προς τη Χρυσή Αυγή διευκολύνθηκε σημαντικά τόσο από την απουσία υποψηφίου από το χώρο της κοινοβουλευτικής άκρας δεξιάς, όσο και από την υπάρχουσα δυσαρέσκεια για τις πολιτικές και ιδεολογικές ακροβασίες του ΛΑΟΣ. 

ΛΑΟΣ και Χρυσή Αυγή λειτούργησαν ως συγκοινωνούντα δοχεία στην εκλογική αναμέτρηση του Νοεμβρίου 2010, στις περιοχές με υψηλά ποσοστά αλλοδαπών ή/και με έντονη παρουσία της Χρυσής Αυγής στην τοπική κοινωνία. Η ψήφος στη Χρυσή Αυγή προέκυψε από τη σύμπτωση αυτών ακριβώς των παραγόντων: i) υψηλά ποσοστά μεταναστών σε υποβαθμισμένες περιοχές της πόλης, ii) τάση στο εκλογικό σώμα υπέρ της υποστήριξης ενός κόμματος του ακραίου δεξιού χώρου και iii) παρουσία της Χρυσής Αυγής στην τοπική κοινωνία. Μάλιστα, ο τελευταίος παράγοντας υπήρξε καθοριστικός, καθώς με την παρουσία της στην τοπική κοινωνία η Χρυσή Αυγή επιδίωξε τη μεγιστοποίηση του φόβου από τη μετανάστευση, ακόμη και εκεί όπου αριθμητικά οι μετανάστες δεν ήταν περισσότεροι από ό,τι στην υπόλοιπη Αθήνα. Πάντως, ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας σύμπτωσης παραγόντων, ο εκλογικός συνδυασμός της Χρυσής Αυγής στη ζώνη βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά του κέντρου της Αθήνας συγκέντρωσε διπλάσιο ποσοστό (8,1%) σε σχέση με τη δύναμη του συνδυασμού (4%) στις υπόλοιπες περιοχές της πόλης, στις οποίες δεν συνέτρεξαν οι προαναφερθέντες παράγοντες.

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

H Δεξιά πέραν της Κεντροδεξιάς. Από τον λαϊκιστικό ριζοσπαστισμό μέχρι τον εξτρεμισμό

 
 Επί δύο δεκαετίες ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο συνοδεύει τις μετεκλογικές αναλύσεις. Τόσο σε ενδιάμεσες όσο και σε γενικές εκλογές, τα κόμματα δεξιότερα της Κεντροδεξιάς βγαίνουν συχνά κερδισμένα από την εκλογική μάχη: ποιοι παράγοντες ευνοούν την ενίσχυση του δεξιού κομματικού άκρου και η παρουσία του συνιστά άραγε απειλή για τη φιλελεύθερη δημοκρατική τάξη;
Να επισημάνουμε ότι τα άκρα εμφανίζονται διαφοροποιημένα στο εσωτερικό τους. Οσον αφορά το δεξιό άκρο του κομματικού-ιδεολογικού φάσματος, διακρίνονται τρεις τάσεις: του λαϊκιστικού ριζοσπαστισμού, του «σκληρού» ευρωσκεπτικισμού και του εξτρεμισμού. Τα λαϊκιστικά ριζοσπαστικά κόμματα, που αποτελούν πλειοψηφία στην κομματική υποπεριοχή της Ακροδεξιάς (Νορβηγικό Κόμμα Προόδου, Βελγικό Συμφέρον, Λαϊκό Κόμμα Δανίας, Γερμανική Λαϊκή Ενωση, ΛΑΟΣ, κ.ά.) διατυπώνουν έναν απλουστευτικό και εναντιωματικό λόγο. Πρόκειται για κόμματα που είναι διαρκώς «κατά» και διαθέσιμα να προσφέρουν διαιρετικά εξηγητικά σχήματα υποδεικνύοντας «εχθρούς» και «φταίχτες» σε όσους ανήμποροι να προσαρμοστούν στις αλλαγές αναζητούν εκείνους που «ευθύνονται» για τις συνέπειες από τις αλλαγές αυτές: κόμματα, αγορές, μετανάστες, μουσουλμάνοι θεωρούνται υπεύθυνοι για τα δεινά της εποχής - την κρίση, την ανεργία, την εγκληματικότητα, την πολυπολιτισμικότητα.
Τα λαϊκιστικά ριζοσπαστικά κόμματα διακρίνονται από ευρωσκεπτικισμό, όμως δεν είναι όλα ούτε είναι στον ίδιο βαθμό ευρωσκεπτικιστικά: αρχικά το Κόμμα της Ελευθερίας στην Αυστρία ήταν υπέρ της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η Εθνική Συμμαχία του Φίνι διακρίνεται από «ήπιο» ευρωσκεπτικισμό, ενώ το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν ή το Βρετανικό Κόμμα της Ανεξαρτησίας ανήκουν στους «σκληρούς», που ζητούν έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Στην ατζέντα κατά της ΕΕ η άκρα Δεξιά συμπίπτει με την άκρα Αριστερά, από την οποία διαφέρει στην αντιμεταναστευτική στάση της, στην έμφαση σε πολιτικές «νόμου και τάξης», στην κυνική τοποθέτησή της στα προαπαιτούμενα της δημοκρατικής πολιτείας (ισότητα, δικαιώματα).
Τη δημοκρατία ως σύστημα αξιών και διακυβέρνησης βάζουν στο στόχαστρο κόμματα της εξτρεμιστικής Δεξιάς: από το Εθνικό-Δημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας ως τη Χρυσή Αυγή έχουμε να κάνουμε με οργανώσεις που χρησιμοποιούν βία ως μέσο πολιτικής δράσης και υπονομεύουν τη δημοκρατία. Επιπλέον, εκθειάζουν την εθνοφυλετικά «καθαρή» κοινωνία και μια αυταρχική πολιτεία οργανωμένη κατά τα ιδεολογικά, πολιτικά και αισθητικά πρότυπα των ολοκληρωτικών καθεστώτων της δεκαετίας του 1930.
Τι κοινό έχουν μεταξύ τους οι τάσεις της Ακροδεξιάς; Εξεταζόμενες από τη σκοπιά της ζήτησης, δηλαδή των εκλογέων που ελκύονται από την ιδεολογία και τα κόμματα του χώρου, παρατηρείται μια λειτουργία συγκοινωνούντων δοχείων στον πυρήνα των υποστηρικτών τους. Ετσι, αν ακροδεξιά κόμματα εξέλθουν του ιδεολογικού τους πεδίου διεκδικώντας ψήφους από την κατεστημένη Δεξιά, ενδεχομένως να τις κερδίσουν, θα προκαλέσουν όμως μια αντίστροφη μετατόπιση σταθερών εκλογέων τους, που απογοητευμένοι μετακινούνται προς αυθεντικότερους εκπροσώπους του χώρου. Μια θετική απάντηση στο δίλημμα συνεργασία ή όχι με κόμματα της Ακροδεξιάς, που ενίοτε τίθεται σε παράγοντες της πλειοψηφίας, βοηθά στον συστημικό αναπροσανατολισμό της Ακροδεξιάς, δεν περιορίζει όμως το εξτρεμιστικό δυναμικό που υπάρχει. Εδώ γεννάται το ερώτημα τι είναι αυτό που προκαλεί και τι μπορεί να τιθασεύσει αυτό το δυναμικό.
Για να απαντήσουμε στο ερώτημα μεταθέτουμε το ενδιαφέρον μας στην πλευρά της προσφοράς: στις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν όταν ενδυναμώνεται η Ακροδεξιά και στις στρατηγικές επιλογές των υπόλοιπων κομμάτων. Πολλοί πιστεύουν ότι η οικονομική κρίση δημιουργεί εύφορο έδαφος για την ενίσχυση της άκρας Δεξιάς. Ωστόσο, αν μελετήσουμε τις συγκυρίες που την ανέδειξαν, θα διαπιστώσουμε ότι όταν αρχές του 1970 η καχεκτική Ακροδεξιά γνώρισε την πρώτη εκλογική απογείωση (Κόμμα Προόδου σε Δανία και Νορβηγία) επικρατούσαν ακόμη συνθήκες οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας στην Κεντρική Ευρώπη. Επίσης, οι παρίες δεν είναι εκ προοιμίου πιο ευάλωτοι στον ακροδεξιό λόγο από ό,τι ο περισσότερο δαήμων πληθυσμός. Εξάλλου η Ακροδεξιά διαθέτει πια πολυσυλλεκτική δυναμική, που πιστοποιεί μια σχεδόν ισόρροπη διείσδυσή της στα κοινωνικο-δημογραφικά περιβάλλοντα.
Αν συνιστώσες της άκρας Δεξιάς ενισχύονται σε συνθήκες ευημερίας αλλά και κρίσης, μήπως περισσότερο σημαντικά από τα μακροκοινωνικά δεδομένα είναι τα διαδραματιζόμενα στο μικροκομματικό πεδίο; Η στάση των άλλων κομμάτων απέναντι στην άκρα Δεξιά έχει αποδειχθεί ουσιαστικός παράγοντας για την ενδυνάμωση ή την αποδυνάμωσή της. Παρ' ότι άλλα κόμματα πιστεύουν ότι υιοθετώντας την ατζέντα της τής αφαιρούν ψήφους, συχνά συμβαίνει το αντίθετο: όταν τα διακυβεύματα της Ακροδεξιάς γίνονται αποδεκτά από άλλους κομματικούς δρώντες (κάτι τέτοιο συμβαίνει στο «αντιμνημονιακό στρατόπεδο» στην Ελλάδα της κρίσης με αποκορύφωμα το «φλερτ» Τσίπρα - Καμμένου), η ίδια αποδαιμονοποιείται και γίνεται πιο αποδεκτή στους εκλογείς.
Τούτο δεν σημαίνει πως αν η Ακροδεξιά τεθεί σε καραντίνα, η κομματική σκηνή απαλλάσσεται από την επιρροή της. Στρατηγικές απορρόφησης της άκρας Δεξιάς από άλλα κόμματα μπορεί να περιορίσουν την παρουσία της, ενώ στρατηγικές διάκρισής τους από αυτήν μπορεί να τη διευρύνουν. Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα δοκιμάστηκαν και οι δύο στρατηγικές: ο Κωνσταντίνος Καραμανλής την απορρόφησε (Εθνική Παράταξη) περιορίζοντας τη δυναμική του ακροδεξιού χώρου, ενώ ο Κώστας Καραμανλής δημιούργησε συνθήκες διάκρισης (ΛΑΟΣ) αυξάνοντας την πολυσυλλεκτικότητα στο κόμμα του. Παραμένει ζητούμενο αν η σημερινή ΝΔ, λιγότερο το ΠαΣοΚ, που δοκιμάζουν την υιοθέτηση διακυβευμάτων της Ακροδεξιάς (μεταναστευτικό), θα σταματήσουν τις δεξιόστροφες διαρροές ψηφοφόρων τους ή, αντιθέτως, θα τους απενοχοποιήσουν να στραφούν σε κόμματα που είναι «αρμοδιότερα» στη διαχείριση τέτοιων διακυβευμάτων.

Στην εφημ. Το Βήμα, 
http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=455254#.T5zykvwHkyM.facebook 

Σάββατο 28 Απριλίου 2012