Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Γιατί έχασε η ΝΔ και εκτινάχθηκε η Χρυσή Αυγή

To εξώφυλλο του βιβλίου των Backes & Jesse (επι.)

Στα ασυνήθιστα των τελευταίων εκλογών ανήκει ο κατακερματισμός του δεξιού πόλου. Η πάλαι ποτέ συνεκτική Καραμανλική παράταξη φυλλοροεί. Δεν είναι μόνο οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Χρυσή Αυγή που μπήκαν στη Βουλή. Είναι και τα δύο κεντροδεξιά κόμματα, Δημοκρατική Συμμαχία και Δράση, που απέσπασαν αξιοπρεπή ποσοστά. Εάν συνυπολογιστεί η δύναμη των πέντε κομμάτων πέριξ της ΝΔ -τα τέσσερα που προαναφέρθηκαν και ο ΛΑΟΣ- η δύναμή τους είναι μεγαλύτερη από το 18,8% της ΝΔ.
Πού οφείλεται η κατακρήμνιση της ΝΔ; Στην πολιτική υπεράσπισης του Μνημονίου, στη ριζοσπαστική και εξτρεμιστική δυναμική σημαντικής μερίδας εκλογέων ή στις λανθασμένες στρατηγικές επιλογές που η ΝΔ ακολουθεί απέναντι στα κόμματα δεξιότερά της στο ιδεολογικό-πολιτικό άξονα;
Υποστηρίζεται ότι η στάση απέναντι στο Μνημόνιο υπήρξε καθοριστική για τα 2/3 των ψηφοφόρων. Κι έτσι να είναι (παρότι δεν είναι σίγουρο αν η πολεμική ή η αποδοχή του Μνημονίου δημιουργεί μια νέα κοινωνική σχάση ή αποτελεί έναν συμβολισμό που επικαιροποιεί προϋπάρχουσες διαιρέσεις), η ΝΔ είχε μια επαμφοτερίζουσα συμπεριφορά στο ζήτημα, γεγονός που την προφυλάσσει από το να υπερεκτεθεί στους εκλογείς.  Όσον αφορά την ύπαρξη ενός ριζοσπαστικού και εξτρεμιστικού δυναμικού, καθώς αυτό είναι κυρίως αριστερόστροφο, σημαντικότερες απώλειες έχει το ΠΑΣΟΚ, ενώ εκείνες της ΝΔ προς τη Χρυσή Αυγή φθάνουν στις δύο ποσοστιαίες μονάδες.
Η άνοδος της Χρυσής Αυγής δεν αποτελεί αποκλειστικά νεοδημοκρατικό δημιούργημα. Πρόκειται για ένα κόμμα του δεξιού εξτρεμισμού. Όμως νέοι και νέοι σε ηλικία ψηφοφόροι που ελκύονται από τον ψευδο-βιταλισμό της οργάνωσης, τη διαθεσιμότητά της στη χρήση βίας και την cult υποκουλτούρα που συμβολικά  παραπέμπει, καθώς και πρώην ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ αποτελούν το μισό της εκλογικής της πελατείας. Ωστόσο, δεν είναι η πρώτη φορά που η Χρυσή Αυγή μετέχει σε εκλογές. Τι άλλαξε και από το 0,2% που έλαβε το 2009 απογειώθηκε στο 7% ;
Η συγκυρία της κρίσης διαδραματίζει σίγουρα κάποιο ρόλο, αλλά η Χρυσή Αυγή υπάρχει από παλιά χωρίς να αποκτήσει σημαντικότητα π.χ. στις αρχές του 1990, όταν το παρακμιακό πολιτικό σύστημα ταρακουνήθηκε συθέμελα. Εικάζεται ότι η συγκυρία της οικονομικής κρίσης συμβάλλει στην ενίσχυση της ριζοσπαστικής και εξτρεμιστικής δεξιάς, αλλά ούτε η θεωρία ούτε η εμπειρική ανάλυση επιβεβαιώνουν ακράδαντα τον ισχυρισμό. Εκτός αυτού, η ταξική προσέγγιση δεν αντέχει στην ανάλυση του εκλογικού σώματος της Χρυσής Αυγής. Οι εκλογείς της είναι κοινωνικο-επαγγελματικά ετερογενείς, γεγονός που αποδυναμώνει μια θετική συνάρτηση οικονομικής κρίσης και εξτρεμιστικής στροφής.
Μετά την εκλογή του Α. Σαμαρά  στην ηγεσία της, η ΝΔ εγκατέλειψε τις δοκιμασμένες στρατηγικές απέναντι στα ακροδεξιά κόμματα. Τέτοια κόμματα (Εθνική Παράταξη) ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τα είχε απορροφήσει στη ΝΔ τηρώντας αποστάσεις από την ατζέντα τους. Ο Κώστας Καραμανλής έκανε κάτι διαφορετικό στο πλαίσιο της ίδιας λογικής: έδιωξε τους ακροδεξιούς από τη ΝΔ, αλλά υπερασπίστηκε κάποια σημαντικά διακυβεύματά τους (π.χ. βέτο για ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ).
Οι δύο αυτές στρατηγικές, της «συμπεριληπτικής οριοθέτησης» και της «επιλεκτικής διαφοροποίησης», δημιουργούσαν αναχώματα της κεντροδεξιάς απέναντι στην ακροδεξιά. Όμως,  μετά τις εκλογές του 2009, η ΝΔ είναι διάτρητη: και ενέταξε στο εσωτερικό της συνιστώσες της ακραίας δεξιάς (Δίκτυο 21) και οικειοποιήθηκε τη θεματολογία τους. Μια τέτοια στάση έκανε τη ΝΔ ευάλωτη προς κάθε κατεύθυνση:  προς το Κέντρο αλλά και τον ακροδεξιό χώρο που τον αποδαιμονοποίησε μετατρέποντας την εκλογική επιλογή του σε μια κανονική επιλογή. Αυτός είναι ο βασικός λόγος της δραματικής ήττας της στις 6 Μαϊου με αμφίδρομες απώλειες προς κεντροδεξιά και ακροδεξιά κατεύθυνση.
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο ένθετο Forum της εφημ Έθνος , βλ. σχ. όλο το αφιέρωμα
http://www.ethnos.gr/entheta.asp?catid=25861&subid=2&pubid=63659103 

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Άκρα Δεξιά και Εξτρεμιστική Δεξιά: προϋποθέσεις της εκλογικής μετακίνησης από τον ΛΑΟΣ στη Χρυσή Αυγή


Τη στρατηγική της ‘συμπεριληπτικής οριοθέτησης’ απέναντι στα νεοφασιστικά μορφώματα του ακροδεξιού χώρου ακολουθεί ο ΛΑΟΣ κατά την πρώτη φάση της κομματικής του ζωής. Στην προσπάθειά του να εδραιωθεί στην πολιτική σκηνή ως ο κύριος εκπρόσωπος του πολιτικο-ιδεολογικού χώρου δεξιότερα της NΔ, χτίζει συμμαχίες με το κόμμα Πρώτη Γραμμή του Κ. Πλεύρη και το Κόμμα Ελληνισμού του Σ. Σοφιανόπουλου, ενώ στις νομαρχιακές εκλογές του 2002 εντάσσει στα ψηφοδέλτιά του ενεργά στελέχη της Χρυσής Αυγής. Τα δύο πρώτα κόμματα απορροφώνται (εν μέρει) από τον ΛΑΟΣ, στον οποίο προσχώρησαν το 2005 και στελέχη του φίλα προσκείμενου προς το Γαλλικό FN Ελληνικού Μετώπου, αφού προηγουμένως ανεστάλη η “πολιτική λειτουργία” του συγκεκριμένου κόμματος (Ψαρράς 2010: 144).
 

Μετά την είσοδό του στην Ευρωβουλή το 2004, αλλά και το σχετικά μέτριο αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του ίδιου έτους (έλαβε 2,2% των ψήφων ενώ χρειαζόταν 3 ποσοστιαίες μονάδες για να μπει στο Εθνικό Κοινοβούλιο), ο ΛΑΟΣ συνειδητοποιεί ότι η δικτύωσή του με τον ακροδεξιό χώρο δεν επαρκεί για την μετατόπισή του από το περιθώριο στον πυρήνα της πολιτικο-κομματικής σκηνής. Ότι μια τέτοια μετατόπιση είναι αναγκαία για την επιβίωσή του γίνεται αντιληπτή από τον αρχηγό του κόμματος, ο οποίος με προσωπικό τρόπο διαπιστώνει ότι όταν τα πολιτικά διακυβεύματα γίνονται σοβαρά, πράγμα που συνήθως συμβαίνει σε εκλογές πρώτης τάξης (first order elections), ένα κόμμα της άκρας δεξιάς στο πλαίσιο του ελληνικού κομματικού συστήματος έχει να διαδραματίσει έναν πολιτικά ασήμαντο ρόλο: υπό αυτό το πρίσμα μπορεί να κατανοηθεί η προσγείωση του ΛΑΟΣ στο 2,2% στις βουλευτικές εκλογές του 2004, όταν δυο χρόνια πριν, στο εκλογικό του ντεμπούτο στις περιφερειακές εκλογές για τη νομαρχία Αθηνών, ο Γ. Καρατζαφέρης ως υποψήφιος του ΛΑΟΣ είχε λάβει το 14% των ψήφων. Μια προσεκτικότερη τήρηση αποστάσεων από τις ακραίες (αντισημιτικές, φιλοχουντικές, κ.ά.) θέσεις των συμμάχων του είναι το πρώτο βήμα του LAOS προς την κατεύθυνση χάραξης μιας “νέας πολιτικής”· έτσι αποκλήθηκε στην 6η Σύνοδο της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος (Οκτώβριος 2005) το νέο μίγμα πολιτικής (και πολιτικής συμπεριφοράς) που εισηγήθηκε ο αρχηγός στα στελέχη του ΛΑΟΣ: “Ο πολιτικός μας λόγος πρέπει να είναι ιδιαίτερα περίτεχνος. Από τη μια μεριά καταγγελτικός γι’αυτά που κάνει η ND και από την άλλη πλευρά συνάμα να ρίχνει γέφυρες… Ένας πολύ δύσκολος συνδυασμός επιθετικότητας και διαλακτικότητας… Στρογγυλοποιούμε ορισμένα πράγματα, λέμε με άλλα λόγια αυτά που πάντα εμφορούν την ψυχή μας. Αυτή είναι η νέα πολιτική” (αναφέρεται σε Ψαρράς 2010: 144).
 

Η “νέα πολιτική”, με την οποία ολοκληρώνεται η στρατηγική της ‘συμπεριληπτικής οριοθέτησης’ εκ μέρους του ΛΑΟΣ, του αποφέρει εκλογικούς καρπούς: επιχειρώντας να καμουφλάρει το ακροδεξιό του υπόβαθρο, χωρίς να το απαρνείται, το 2007 ο LAOS εισέρχεται εν τέλει στο Εθνικό Κοινοβούλιο και το 2009 αυξάνει σημαντικά τη δύναμή του τόσο στις βουλευτικές εκλογές που είχαν γίνει πρόωρα, όσο και στις ευρωπαϊκές εκλογές (Πίνακας 1). Όμως, η αύξηση της εκλογικής του απήχησης, σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση της NΔ μετά το 2007 (μέχρι το 2009 οι Συντηρητικοί είχαν καταγράψει εκλογικές απώλειες 8,5 ποσοστιαίων μονάδων) οδήγησε το κόμμα του Γ. Καρατζαφέρη στην περαιτέρω επικαιροποίηση της “νέας πολιτικής”: όχι οι σχέσεις του με τον ακροδεξιό χώρο αλλά η διείσδυσή του στο περιβάλλον της κατεστημένης συντηρητικής δεξιάς ανήκει πλέον στις βασικές στοχεύσεις του ΛΑΟΣ. Η συζήτηση περί της “γαλάζιας πολυκατοικίας” που ως ενοίκους της έχει τη NΔ και τον ΛΑΟΔ, σύμφωνα με μια γνωστή διατύπωση του Γ. Καρατζαφέρη, συμβολίζει την αλλαγή στρατηγικής στο χώρο της κοινοβουλευτικής άκρας δεξιάς.
Όπως με την επιλογή του “μεσαίου χώρου” η NΔ μετακινήθηκε προς το ιδεολογικο-πολιτικό κέντρο και κατάκτησε την κυβέρνηση, αφήνοντας ωστόσο ακάλυπτα τα νώτα της προς τα δεξιά, τηρουμένων των αναλογιών κάτι αντίστοιχο συνέβη με την επιλογή της “γαλάζιας πολυκατοικίας” από το ΛΑΟΣ: σε επίπεδο πολιτικής και στοχεύσεων μετακινήθηκε προς λιγότερο ακραίες θέσεις διεκδικώντας πολιτικό ρόλο στην κεντρική πολιτική σκηνή, βρέθηκε όμως εκτεθειμένος απέναντι στην ακροδεξιά σκηνή. Όσο ο ΛΑΟΣ εκπονούσε σχέδια συνεργασίας του με την κυβέρνηση της NΔ αρχικώς, αλλά και μη αποκλείοντας τη συμμετοχή του σε μια κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στη συνέχεια, η ακροδεξιά σκηνή -κυρίως η Χρυσή Αυγή- δημιουργούσε το πλαίσιο της δικής της εγκατάστασης στην κομματική σκηνή. Οι συνθήκες γι’αυτό ήταν σαφώς περισσότερο ευνοϊκές από ό,τι στο παρελθόν: στη δεκαετία του 2000 το διακύβευμα της μετανάστευσης είχε πια ενσωματωθεί στην κεντρική πολιτική ατζέντα και οι αρνητικές γνώμες για τη μετανάστευση είχαν διαχυθεί στο κοινωνικό σώμα. Προς τα τέλη της δεκαετίας, η απήχηση τέτοιων αντιλήψεων εμφάνιζε αυξητικές τάσεις και είχε εμποτίσει ένα σαφώς μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού σώματος από ό,τι αυτό συνέβαινε στην αρχή της.

Χωρίς να εμβαθύνουμε στους λόγους για τους οποίους πολλαπλασιάστηκαν οι αρνητικές γνώμες για τη μετανάστευση και τους μετανάστες μέσα σε μια 10ετία, γεγονός είναι ότι -στο πλαίσιο της κομματικής αγοράς και με δεδομένη τη μεταστροφή του ΛΑΟΣ προς λιγότερο ακραίες θέσεις- η ζήτηση αντιμεταναστευτικών πολιτικών και θέσεων ήταν πλέον μεγαλύτερη από την υπάρχουσα κομματική προσφορά. Τη ζήτηση αυτή επιδίωξε να καλύψει η Χρυσή Αυγή, μια πολιτικά περιθωριακή, ακραία δεξιά (νεοφασιστική) οργάνωση, τα εκλογικά ποσοστά της οποίας, οσάκις στο παρελθόν είχε συμμετάσχει σε εκλογές (1994, 1996, 2009), υπήρξαν χαμηλότερα της μισής ποσοστιαίας μονάδας. Στις πρόσφατες δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές (Νοέμβριος 2010), ωστόσο, εντύπωση προκάλεσε το διόλου ασήμαντο εκλογικό ποσοστό του 5,3% που συγκέντρωσε ο συνδυασμός της Χρυσής Αυγής στο Δήμο της Αθήνας και η υψηλή απήχηση που βρήκε σε υποβαθμισμένες συνοικίες του κέντρου, καθώς και σε συνοικίες βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά του κέντρου της πρωτεύσουσας.  Πρόκειται για περιοχές, σε αρκετές από τις οποίες παρατηρείται μεγάλη συγκέντρωση μεταναστών – σε ορισμένες από αυτές, στις οποίες το εκλογικό ποσοστό της Χρυσής Αυγής είναι διψήφιο (10+), οι αλλοδαποί αποτελούν το 1/3 και πλέον των κατοίκων τους. Συγχρόνως πρόκειται για περιοχές που έχουν τα χαρακτηριστικά “εκλογικού κάστρου” του ΛΑΟΣ: έτσι χαρακτηρίζουμε εκλογικά διαμερίσματα της Αθήνας, στα οποία το ποσοστό ψήφων που είχε συγκεντρώσει ο ΛΑΟΣ και στις τρεις βουλευτικές εκλογές που προηγήθηκαν, ήταν υψηλότερο του μέσου εκλογικού ποσοστού του στο Δήμο της Αθήνας. Με δεδομένο το γεγονός ότι ο ΛΑΟΣ δεν μετέσχε στις εκλογές του Νοεμβρίου 2010 με δικό του υποψήφιο, αλλά στήριξε τον υποψήφιο δήμαρχο της NΔ, η μετακίνηση ψηφοφόρων του ΛΑΟΣ προς τη Χρυσή Αυγή διευκολύνθηκε σημαντικά τόσο από την απουσία υποψηφίου από το χώρο της κοινοβουλευτικής άκρας δεξιάς, όσο και από την υπάρχουσα δυσαρέσκεια για τις πολιτικές και ιδεολογικές ακροβασίες του ΛΑΟΣ. 

ΛΑΟΣ και Χρυσή Αυγή λειτούργησαν ως συγκοινωνούντα δοχεία στην εκλογική αναμέτρηση του Νοεμβρίου 2010, στις περιοχές με υψηλά ποσοστά αλλοδαπών ή/και με έντονη παρουσία της Χρυσής Αυγής στην τοπική κοινωνία. Η ψήφος στη Χρυσή Αυγή προέκυψε από τη σύμπτωση αυτών ακριβώς των παραγόντων: i) υψηλά ποσοστά μεταναστών σε υποβαθμισμένες περιοχές της πόλης, ii) τάση στο εκλογικό σώμα υπέρ της υποστήριξης ενός κόμματος του ακραίου δεξιού χώρου και iii) παρουσία της Χρυσής Αυγής στην τοπική κοινωνία. Μάλιστα, ο τελευταίος παράγοντας υπήρξε καθοριστικός, καθώς με την παρουσία της στην τοπική κοινωνία η Χρυσή Αυγή επιδίωξε τη μεγιστοποίηση του φόβου από τη μετανάστευση, ακόμη και εκεί όπου αριθμητικά οι μετανάστες δεν ήταν περισσότεροι από ό,τι στην υπόλοιπη Αθήνα. Πάντως, ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας σύμπτωσης παραγόντων, ο εκλογικός συνδυασμός της Χρυσής Αυγής στη ζώνη βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά του κέντρου της Αθήνας συγκέντρωσε διπλάσιο ποσοστό (8,1%) σε σχέση με τη δύναμη του συνδυασμού (4%) στις υπόλοιπες περιοχές της πόλης, στις οποίες δεν συνέτρεξαν οι προαναφερθέντες παράγοντες.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

H Δεξιά πέραν της Κεντροδεξιάς. Από τον λαϊκιστικό ριζοσπαστισμό μέχρι τον εξτρεμισμό

 
 Επί δύο δεκαετίες ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο συνοδεύει τις μετεκλογικές αναλύσεις. Τόσο σε ενδιάμεσες όσο και σε γενικές εκλογές, τα κόμματα δεξιότερα της Κεντροδεξιάς βγαίνουν συχνά κερδισμένα από την εκλογική μάχη: ποιοι παράγοντες ευνοούν την ενίσχυση του δεξιού κομματικού άκρου και η παρουσία του συνιστά άραγε απειλή για τη φιλελεύθερη δημοκρατική τάξη;
Να επισημάνουμε ότι τα άκρα εμφανίζονται διαφοροποιημένα στο εσωτερικό τους. Οσον αφορά το δεξιό άκρο του κομματικού-ιδεολογικού φάσματος, διακρίνονται τρεις τάσεις: του λαϊκιστικού ριζοσπαστισμού, του «σκληρού» ευρωσκεπτικισμού και του εξτρεμισμού. Τα λαϊκιστικά ριζοσπαστικά κόμματα, που αποτελούν πλειοψηφία στην κομματική υποπεριοχή της Ακροδεξιάς (Νορβηγικό Κόμμα Προόδου, Βελγικό Συμφέρον, Λαϊκό Κόμμα Δανίας, Γερμανική Λαϊκή Ενωση, ΛΑΟΣ, κ.ά.) διατυπώνουν έναν απλουστευτικό και εναντιωματικό λόγο. Πρόκειται για κόμματα που είναι διαρκώς «κατά» και διαθέσιμα να προσφέρουν διαιρετικά εξηγητικά σχήματα υποδεικνύοντας «εχθρούς» και «φταίχτες» σε όσους ανήμποροι να προσαρμοστούν στις αλλαγές αναζητούν εκείνους που «ευθύνονται» για τις συνέπειες από τις αλλαγές αυτές: κόμματα, αγορές, μετανάστες, μουσουλμάνοι θεωρούνται υπεύθυνοι για τα δεινά της εποχής - την κρίση, την ανεργία, την εγκληματικότητα, την πολυπολιτισμικότητα.
Τα λαϊκιστικά ριζοσπαστικά κόμματα διακρίνονται από ευρωσκεπτικισμό, όμως δεν είναι όλα ούτε είναι στον ίδιο βαθμό ευρωσκεπτικιστικά: αρχικά το Κόμμα της Ελευθερίας στην Αυστρία ήταν υπέρ της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η Εθνική Συμμαχία του Φίνι διακρίνεται από «ήπιο» ευρωσκεπτικισμό, ενώ το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν ή το Βρετανικό Κόμμα της Ανεξαρτησίας ανήκουν στους «σκληρούς», που ζητούν έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Στην ατζέντα κατά της ΕΕ η άκρα Δεξιά συμπίπτει με την άκρα Αριστερά, από την οποία διαφέρει στην αντιμεταναστευτική στάση της, στην έμφαση σε πολιτικές «νόμου και τάξης», στην κυνική τοποθέτησή της στα προαπαιτούμενα της δημοκρατικής πολιτείας (ισότητα, δικαιώματα).
Τη δημοκρατία ως σύστημα αξιών και διακυβέρνησης βάζουν στο στόχαστρο κόμματα της εξτρεμιστικής Δεξιάς: από το Εθνικό-Δημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας ως τη Χρυσή Αυγή έχουμε να κάνουμε με οργανώσεις που χρησιμοποιούν βία ως μέσο πολιτικής δράσης και υπονομεύουν τη δημοκρατία. Επιπλέον, εκθειάζουν την εθνοφυλετικά «καθαρή» κοινωνία και μια αυταρχική πολιτεία οργανωμένη κατά τα ιδεολογικά, πολιτικά και αισθητικά πρότυπα των ολοκληρωτικών καθεστώτων της δεκαετίας του 1930.
Τι κοινό έχουν μεταξύ τους οι τάσεις της Ακροδεξιάς; Εξεταζόμενες από τη σκοπιά της ζήτησης, δηλαδή των εκλογέων που ελκύονται από την ιδεολογία και τα κόμματα του χώρου, παρατηρείται μια λειτουργία συγκοινωνούντων δοχείων στον πυρήνα των υποστηρικτών τους. Ετσι, αν ακροδεξιά κόμματα εξέλθουν του ιδεολογικού τους πεδίου διεκδικώντας ψήφους από την κατεστημένη Δεξιά, ενδεχομένως να τις κερδίσουν, θα προκαλέσουν όμως μια αντίστροφη μετατόπιση σταθερών εκλογέων τους, που απογοητευμένοι μετακινούνται προς αυθεντικότερους εκπροσώπους του χώρου. Μια θετική απάντηση στο δίλημμα συνεργασία ή όχι με κόμματα της Ακροδεξιάς, που ενίοτε τίθεται σε παράγοντες της πλειοψηφίας, βοηθά στον συστημικό αναπροσανατολισμό της Ακροδεξιάς, δεν περιορίζει όμως το εξτρεμιστικό δυναμικό που υπάρχει. Εδώ γεννάται το ερώτημα τι είναι αυτό που προκαλεί και τι μπορεί να τιθασεύσει αυτό το δυναμικό.
Για να απαντήσουμε στο ερώτημα μεταθέτουμε το ενδιαφέρον μας στην πλευρά της προσφοράς: στις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν όταν ενδυναμώνεται η Ακροδεξιά και στις στρατηγικές επιλογές των υπόλοιπων κομμάτων. Πολλοί πιστεύουν ότι η οικονομική κρίση δημιουργεί εύφορο έδαφος για την ενίσχυση της άκρας Δεξιάς. Ωστόσο, αν μελετήσουμε τις συγκυρίες που την ανέδειξαν, θα διαπιστώσουμε ότι όταν αρχές του 1970 η καχεκτική Ακροδεξιά γνώρισε την πρώτη εκλογική απογείωση (Κόμμα Προόδου σε Δανία και Νορβηγία) επικρατούσαν ακόμη συνθήκες οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας στην Κεντρική Ευρώπη. Επίσης, οι παρίες δεν είναι εκ προοιμίου πιο ευάλωτοι στον ακροδεξιό λόγο από ό,τι ο περισσότερο δαήμων πληθυσμός. Εξάλλου η Ακροδεξιά διαθέτει πια πολυσυλλεκτική δυναμική, που πιστοποιεί μια σχεδόν ισόρροπη διείσδυσή της στα κοινωνικο-δημογραφικά περιβάλλοντα.
Αν συνιστώσες της άκρας Δεξιάς ενισχύονται σε συνθήκες ευημερίας αλλά και κρίσης, μήπως περισσότερο σημαντικά από τα μακροκοινωνικά δεδομένα είναι τα διαδραματιζόμενα στο μικροκομματικό πεδίο; Η στάση των άλλων κομμάτων απέναντι στην άκρα Δεξιά έχει αποδειχθεί ουσιαστικός παράγοντας για την ενδυνάμωση ή την αποδυνάμωσή της. Παρ' ότι άλλα κόμματα πιστεύουν ότι υιοθετώντας την ατζέντα της τής αφαιρούν ψήφους, συχνά συμβαίνει το αντίθετο: όταν τα διακυβεύματα της Ακροδεξιάς γίνονται αποδεκτά από άλλους κομματικούς δρώντες (κάτι τέτοιο συμβαίνει στο «αντιμνημονιακό στρατόπεδο» στην Ελλάδα της κρίσης με αποκορύφωμα το «φλερτ» Τσίπρα - Καμμένου), η ίδια αποδαιμονοποιείται και γίνεται πιο αποδεκτή στους εκλογείς.
Τούτο δεν σημαίνει πως αν η Ακροδεξιά τεθεί σε καραντίνα, η κομματική σκηνή απαλλάσσεται από την επιρροή της. Στρατηγικές απορρόφησης της άκρας Δεξιάς από άλλα κόμματα μπορεί να περιορίσουν την παρουσία της, ενώ στρατηγικές διάκρισής τους από αυτήν μπορεί να τη διευρύνουν. Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα δοκιμάστηκαν και οι δύο στρατηγικές: ο Κωνσταντίνος Καραμανλής την απορρόφησε (Εθνική Παράταξη) περιορίζοντας τη δυναμική του ακροδεξιού χώρου, ενώ ο Κώστας Καραμανλής δημιούργησε συνθήκες διάκρισης (ΛΑΟΣ) αυξάνοντας την πολυσυλλεκτικότητα στο κόμμα του. Παραμένει ζητούμενο αν η σημερινή ΝΔ, λιγότερο το ΠαΣοΚ, που δοκιμάζουν την υιοθέτηση διακυβευμάτων της Ακροδεξιάς (μεταναστευτικό), θα σταματήσουν τις δεξιόστροφες διαρροές ψηφοφόρων τους ή, αντιθέτως, θα τους απενοχοποιήσουν να στραφούν σε κόμματα που είναι «αρμοδιότερα» στη διαχείριση τέτοιων διακυβευμάτων.

Στην εφημ. Το Βήμα, 
http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=455254#.T5zykvwHkyM.facebook 

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Άρθρο: Κόμμα-καρτέλ


Κόμματα χωρίς κράτος: η αποσυνάρθρωση των «κομμάτων-καρτέλ»
To Party Politics, όπου δημοσιεύθηκε
το περίφημο άρθρο των Katz&Mair
για το cartel party

Στη μαζική δημοκρατία, τα κόμματα επικαλούμενα το «κοινό καλό» προωθούν τα συμφέροντα των κοινωνικών ομάδων που τα στηρίζουν, ευρισκόμενα σε ανταγωνισμό μεταξύ τους και σε διαδραστική σχέση με την οργανωμένη βάση και τους οπαδούς τους. Αυτή η διττή σχέση (ανταγωνισμός με τους κομματικούς αντιπάλους, συναίνεση με τους φυσικούς κοινωνικούς συμμάχους) μεταβάλλεται, καθώς στη μαζική δημοκρατία περιορίζονται οι κοινωνικές ρήξεις και αυξάνεται η ευημερία για περισσότερες ομάδες. Έτσι, τα κόμματα, από οργανώσεις που προωθούν την ικανοποίηση μακροπρόθεσμων συμφερόντων συγκεκριμένων ομάδων, γίνονται μηχανισμοί που ικανοποιούν μεταβαλλόμενα αιτήματα εκλογέων τους. Όμως, όσο πιο πολύ τα κόμματα μετασχηματίζονται σε εκλογικές μηχανές τόσο μεγαλώνει ο πειρασμός, αντί να ανταγωνίζονται για την προσωρινή κατάκτηση του κράτους προς όφελος των ψηφοφόρων τους, να συμφωνήσουν στον έλεγχο και τη διανομή των κρατικών πόρων προς το δικό τους πρωτίστως όφελος.
Τα παραπάνω αποτελούν σύντομη περιγραφή της διαδρομής που διανύουν τα κόμματα από τον εκβιομηχάνιση ως τον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, στη διάρκεια της οποίας από «μαζικά» έγιναν «πολυσυλλεκτικά», για να μεταμορφωθούν σε «κόμματα καρτέλ» (R. Katz/P. Mair). Όμως, πριν βιαστούμε να καταδικάσουμε τα κόμματα ότι εγκαταλείπουν τους εκλογείς διοχετεύοντας κρατικούς πόρους στην κομματική νομενκλατούρα, ας λάβουμε υπόψη ότι και οι εκλογείς εγκαταλείπουν τα κόμματα υιοθετώντας τον κυνισμό από την πολιτική δράση. Ή, πριν κατηγορήσουμε τα κόμματα για υπαγωγή τους στη λογική των Μίντια και «μεσοποίηση της πολιτικής», ας υπολογίσουμε την αμφίδρομη πλαισίωση των αντιλήψεων των πολιτών από τα ΜΜΕ.
Εκλογείς και κόμματα διανύουν περίοδο βαθιάς δυσπιστίας. Η κομματική δημοκρατία, ωστόσο, με όποιους θεσμικούς νεωτερισμούς είναι αναγκαίο να συμπληρωθεί (αντίβαρα), εξακολουθεί να αποτελεί sine qua non για την έκφραση της λαϊκής θέλησης. Τα κόμματα μπορεί να μην αποτυπώνουν επαρκώς τη θέληση του λαού και οι εκλογείς να μην τα εμπιστεύονται σε ικανοποιητικό βαθμό· όμως, σε συνθήκες μαζικής (μετα-)δημοκρατίας, απουσία ή αδυναμία διαμεσολαβητικών θεσμών αυξάνει τον κίνδυνο χειραγώγισης των πολιτών από παράγοντες μιας μη νομιμοποιημένης μιντιακής-οικονομικής εξουσίας.
Τα ελληνικά κόμματα κινήθηκαν μέσα σε μια σκληρή λογική «καρτέλ». Προπάντων τα κόμματα του δικομματισμού παρέμειναν πελατειακά, ένα γνώρισμα που ευνοεί την εμφάνιση κομματικού καρτέλ. Επιπλέον, όλα τα κόμματα αντλούσαν πόρους από το κράτος, γεγονός σημαντικό για τη συντήρηση του καρτέλ. Πρόκειται για πόρους υλικούς που σχετίζονται με την πλουσιοπάροχη κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων και τις παροχές στο πολιτικό προσωπικό· για πόρους μιντιακούς που εκτείνονται από την επιβολή ποσόστωσης στην κατανομή ραδιοτηλεοπτικού χρόνου στα κόμματα μέχρι τον κομματικό έλεγχο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης· πρόκειται, επίσης, για πόρους εκλογικούς που αφορούν την επέκταση της δημόσιας διοίκησης με διορισμούς κομματικών πελατών.
Έχει σημασία να επισημανθεί ότι ούτε οι ιδεολογικές διαφορές ούτε ο δικομματισμός εμπόδισαν τη συμμετοχή στο κομματικό καρτέλ: τα κυβερνώντα κόμματα (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ) μετέχουν σ’αυτό προνομιακά λόγω της πρόσβασής τους στην εξουσία, τα κόμματα της αριστερής αντιπολίτευσης δικαιολογούν τη συμμετοχή τους στο καρτέλ με το επιχείρημα της διεύρυνσης της κρατικής αγοράς εργασίας, ενώ στα ακραία δεξιά κόμματα ο αντιφιλελεύθερος προσανατολισμός τους δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις ένταξης στο καρτέλ.
Σήμερα, που το κράτος της Μεταπολίτευσης καταρρέει, το καρτέλ κλυδωνίζεται. Τις άμεσες συνέπειες της κατάστασης αυτής νιώθουν τα κυβερνητικά κόμματα, που βιώνουν τη μεγαλύτερη εκροή ψηφοφόρων από το 1977. Την εκροή ψηφοφόρων συνειδητοποιούν πρωτίστως στελέχη και βουλευτές των κυβερνητικών κομμάτων. Έχοντας συνηθίσει να ανταλλάσσουν κρατικούς πόρους με εκλογική υποστήριξη, βλέπουν με τρόμο τη σπάνι των πόρων να τους εκτοπίζει από την πολιτική κονίστρα. Κάποιοι επιχειρούν ηρωική έξοδο προβάλλοντας –ενίοτε με αφελή προσχηματικότητα– την εναντίωσή τους στη «μνημονιακή» πολιτική.
Ενώ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ αντιμετωπίζουν τις συνέπειες από την κομματική έξοδο του πολιτικού προσωπικού, τα μικρότερα κόμματα λειτουργούν ως πόλος έλξης απροσανατόλιστων πολιτικών και απογοητευμένων εκλογέων. Για πόσο καιρό; Όσο το «αντιμνημονιακό μέτωπο» διαρκεί, το κομματικό περιβάλλον που το καλλιεργεί θα λειτουργεί ως συλλέκτης και ενισχυτής της διαμαρτυρίας. Όταν, όμως, το διακύβευμα φθαρεί, τότε και τα κόμματα διαμαρτυρίας θα βιώσουν τις συνέπειες της «αποκαρτελοποίησης» της κομματικής σκηνής.
Το κομματικό σύστημα της Μεταπολίτευσης βρίσκεται σε αποσυνάρθρωση. Η επόμενη Βουλή θα είναι διαφορετική από τη σημερινή, αλλά θα είναι μεταβατική – ο «εκλογικός σεισμός» θα διαρκέσει τόσο όσο όλοι να αντιληφθούν ότι τα «λάφυρα» έχουν εξαντληθεί. Τότε, κόμματα και πολιτικοί θα κληθούν να βρουν μια νέα ισορροπία μεταξύ τους και με τους εκλογείς. Ένας συνδυασμός από υπευθυνότητα και συναίνεση μπορεί να λειτουργήσει ως συνετή οδηγητική αρχή· οποιαδήποτε άλλη επιλογή θα ήταν καιροσκοπική και θα έβαζε όλους και τη χώρα σε νέες περιπέτειες.
Δημοσιευμένο στην εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ (19.02.2012),  http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=444464

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Η πολιτική που "γέννησε" τον Μπρέιβικ

Στην προπαγάνδα των κινημάτων και καθεστώτων του Αντιδιαφωτισμού, η πολιτική δράση παρουσιάζεται ως ιερή τελετουργία και ο αρχηγός που την καθοδηγεί εμφανίζεται ως λυτρωτής, με υπεράνθρωπες ιδιότητες, στον οποίο υποτάσσονται οι οπαδοί. Αλλά και στην κριτική του Αντιδιαφωτισμού, η απόρριψή του συνοδεύεται συχνά από την περιφρόνηση και τη δαιμονοποίησή του: η ιδέα της «ενσάρκωσης του Κακού», το οποίο ενοικεί στον «αρρωστημένο» κόσμο του «παράφρονα» αρχηγού, θέτει φαινόμενα από τον ιστορικό φασισμό και τον ολοκληρωτισμό ως τον πολιτικό εξτρεμισμό και τον φονταμενταλισμό, εκτός του ρου της Ιστορίας.

Μετά το δραματικό γεγονός της εν ψυχρώ μαζικής σφαγής νέων στη Νορβηγία, η ιδιότητα του ψυχικά διεστραμμένου αποδόθηκε αυθόρμητα στον δράστη. Προφανώς και δεν προηγήθηκε ψυχιατρική διάγνωση· αλλά και αν υπάρξει, δεν πρόκειται να αλλάξει το γεγονός ότι ο Αντερς Μ. Μπρέιβικ είναι κυρίως ένας εξτρεμιστής φανατικός. Αντί να αποδίδουμε τις αιτίες σε μια άρρωστη ψυχοδομή, απαλλάσσοντάς τον από την ατομική ευθύνη για ό,τι διέπραξε, αλλά και την κοινωνία από την υποχρέωση να αναστοχαστεί το συλλογικό πλαίσιο της πράξης αυτής, ας επιχειρήσουμε να διασυνδέσουμε το ακραίο συμβάν με τις ιστορικοπολιτικές συνθήκες που το κατέστησαν δυνατό.
Διαβάζοντας γραπτά του Μπρέιβικ, ένα είναι σίγουρο: ο δράστης πήρε κατά γράμμα τον βαθιά ξενοφοβικό, εναντιωματικό, διαρκώς υπαινικτικό, γεμάτο προκαταλήψεις και ρατσιστικά στερεότυπα λόγο της νορβηγικής ακραίας Δεξιάς (που δεν διαφέρει από εκείνον των ευρωπαίων ομολόγων της). Γράφοντας αυτές τις γραμμές, στον νου έρχεται μια φράση του Κουρτ Σβίτερς από το μανιφέστο του περί Συνεπούς Ποίησης, όσον αφορά τις απεριόριστες σημασιολογικές δυνατότητες των λέξεων. Στη νορβηγική Ακροδεξιά, που εμφανίζεται στη δεκαετία του 1970 ως Κόμμα του Αντερς Λάνγκε και μετά ως Κόμμα της Προόδου, ο πολιτικός λόγος των απεριόριστων αρνητικών συνειρμών για τον Ξένο περισσεύει.

Σε μια χώρα που υποδεχόταν μετανάστες από παλιά, αλλά το Μεταναστευτικό δεν είχε μετατραπεί σε διαιρετικό πολιτικό διακύβευμα, ήρθε η ακραία Δεξιά να ανατρέψει το γεγονός. Αρχικά, με επιχειρήματα που είχαν φαινομενικά εμπράγματο περιεχόμενο, οι μετανάστες παρουσιάζονταν ως «άδικο φορτίο για τους φορολογουμένους» και η μετανάστευση ως υπόθεση «ακριβή» που «επιβάρυνε» το κοινωνικό κράτος. Στη συνέχεια το Κόμμα της Προόδου υιοθέτησε μια επιθετική αντιμεταναστευτική στάση. Η μετανάστευση χαρακτηρίστηκε «επικίνδυνη», γι΄ αυτό «δεν είναι ανήθικο κανείς να αντιδρά... προλαμβάνοντας ραγδαίες αλλαγές στον συνεκτικό χαρακτήρα του πληθυσμού», αναφερόταν στο εκλογικό μανιφέστο της το 1997, με το οποίο το κόμμα του Καρλ Χάγκεν εκτοξεύθηκε από το 6,3% (1993) στο 15,3%, βάζοντας πλώρη για άσκηση επιρροής στη διακυβέρνηση.

Η εκλογική άνοδος του Κόμματος της Προόδου ήταν τόσο μεγαλύτερη όσο επιθετικότερος γινόταν ο λόγος του κατά των ξένων, ειδικότερα των μουσουλμάνων: «Ο δράστης είναι ξένος» έγραφε η λεζάντα στην προεκλογική αφίσα του κόμματος το 2005 (τότε το κόμμα ξεπέρασε το 22% στις εκλογές), η οποία έδειχνε οπλισμένο άνδρα σε στρατιωτική περιβολή· συγχρόνως οι εκλογείς ένιωθαν τρομοκρατημένοι από «αποκαλύψεις» του Χάγκεν όσον αφορά τις κρυφές προθέσεις των μουσουλμάνων να «καθαρίσουν» τον κόσμο από τους χριστιανούς, όπως οι ναζί είχαν κάνει με τους εβραίους. Ο Μπρέιβικ δεν χρειάστηκε να μεταφράσει σε άλλον κώδικα το μήνυμα της κατεστημένης Ακροδεξιάς· μετέφερε τα λόγια της στο δικό του μανιφέστο, καθοδηγούμενος από αυτά συνειρμικά στο καθήκον της βίαιης δράσης: «... ο δημοκρατικός αγώνας εναντίον της ισλαμοποίησης της Ευρώπης έχει χαθεί... Σε 50-70 χρόνια θα είμαστε μειονότητα. Μόλις το κατάλαβα, αποφάσισα να αναζητήσω διαφορετικές μορφές αντίστασης» γράφει χαρακτηριστικά.

Είναι άραγε δυνατόν σε ευημερούσες χώρες να έχει πατήσει τόσο γερά πόδι ο εξτρεμισμός; Από τη Νορβηγία, τη Δανία, τη Φινλανδία, τη Σουηδία ως τη Γαλλία, την Ελβετία, την Αυστρία ή το Βέλγιο, αλλά και τις λιγότερο αναπτυγμένες Ρουμανία, Βουλγαρία, Ελλάδα, ο εξτρεμισμός ενισχύεται διαρκώς. Η πολιτική δυσαρέσκεια και διαμαρτυρία, που είναι έντονη στη Νορβηγία από τις αρχές του ΄80, αποτέλεσαν την προϋπόθεση η ακραία Δεξιά να βγει από την πολιτικο-εκλογική αφάνεια. Εφαρμόζοντας στρατηγικές πολιτικού μάρκετινγκ επένδυσε στη δυσθυμία των πολιτών, εκτονώνοντας ανασφάλειες και φόβους, όχι γιατί υπέδειξε διεξόδους, αλλά γιατί στοχοποίησε τους υποτιθέμενους ενόχους, συγκροτώντας ένα συνεκτικό αφήγημα για τους υπαίτιους του ρευστού μας κόσμου: προπάντων για τους πολιτικούς, το (σκανδιναβικό) συναινετικό μοντέλο δημοκρατίας και τα κόμματα που το στηρίζουν.

Ας μην της ρίχνουμε όμως όλη την ευθύνη. Το έργο της συντρέχουν πρόθυμα αναλυτές που ρέπουν στη συνωμοσιολογία, διανοούμενοι με αντικοινοβουλευτικές και αντιδημοκρατικές αντιλήψεις, ανώνυμοι του Διαδικτύου από την υπερεθνικιστική σκηνή. Ολοι αυτοί, αναδεύοντας την πλούσια δεξαμενή του Αντιδιαφωτισμού, φροντίζουν για τη διαρκή ανανέωση των ιδεών του πολιτικού εξτρεμισμού.


Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ, 31.07.2011. Διαθέσιμο εδώ http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=413427