Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Les partis d’extrême-droite en Grèce

Le Petit Journal

Lepetitjournal.com : Qui sont les partis d’extrême-droite en Grèce ?
Georgiadou: Chryssi Avgi est un parti d’extrême-droite. Sur la scène politique d’extrême droite en Grèce, il y a également des petits partis (par exemple Proti Grammi (First Line)) qui sont eux aussi des partis extrémistes mais qui ne sont pas importants dans le système des partis grecs. Bien que le terme « extrême-droite » soit très souvent utilisé dans les médias et dans les discours politiques, il faut distinguer les partis d’extrême-droite de ceux de la droite radicale.
Les premiers sont souvent violents et n’hésitent pas à utiliser la force contre leur adversaires politiques, les immigrés ou les groupes minoritaires (ethnies, groupes sociaux…). Ils soutiennent des idées racistes et ne reconnaissent pas les frontières nationales. Ils ont des ambitions irrédentistes afin d’élargir l’Etat nation. En résumé, ils sont nationalistes, populistes et autoritaires et préfèrent une politique de l’ordre public. De plus, ils s’opposent à une société multiculturelle.
Les partis de la droite radicale ne sont pas anti-démocratiques et ils acceptent, du moins formellement, les principes de la démocratie libérale. L’aube dorée (Chrissi Avgi) est un parti d’extrême droite typique tandis que le Laos est un parti radical de droite.

Lequel est le plus dangereux d’après vous ?
Chryssi Avgi est une organisation réellement dangereuse. L’usage de la violence, leur style agressif envers les étrangers, les politiciens et les citoyens qui sont en désaccord avec leurs méthodes et leurs objectifs prouvent qu'elle n’accepte pas les bases du régime démocratique.

Comment expliquez-vous l’entrée de ce parti au Parlement ?
Lors des élections, Chrysi Avgi a été avantagée par la crise économique, le fort taux de chômage, la peur et des perspectives d’avenir incertaines, l’immigration, le grand nombre de migrants en situation irrégulière en Grèce, l’effondrement du système de partis  et la stratégie opportuniste du Laos.
De plus, le parti s’est efforcé de répondre au plus près aux attentes des électeurs et a développé une présence systématique et organisée dans de nombreuses villes grecques, y compris le centre d’Athènes. Le parti a développé une double stratégie qui consiste à utiliser la violence contre les "Autres" (émigrés, ect...) tout en essayant de protéger ces populations ethniques des « criminels », des politiciens corrompus et du manque d’assistance de l’Etat-Providence. Je pense que cette stratégie a joué un rôle crucial dans leur entrée au Parlement.

Quelles sont leurs revendications?
Leurs revendications se résument à : « Nettoyer » la Grèce des immigrants en situation irrégulière. « Nettoyer » la Grèce des politiciens corrompus. Ils sont contre la mondialisation, contre les banques, les riches,  les Turcs, les musulmans et ceux qui ont trahi la Nation.

Pourquoi qualifie t-on ce parti de néonazi ?
Je ne suis pas d’accord avec les étiquettes « néo-nazis », « néo fascistes » parce qu’elles n’aident pas à l’analyse de ce phénomène. D’un autre coté, la Chryssi Avgi  soutient les idées racistes. D’après eux, la nation grecque est supérieure aux autres nations.

Pensez-vous qu’il y a eu un réel sentiment national ces dernières années en Grèce qui justifierait ce vote  ou croyez-vous que c’est un moyen de contester la crise et les grands partis au pouvoir ?

Il s’agit d’un vote anti-immigration. Mais c’est vote qui a pour vocation de punir l’ensemble du système politique. La Chrysi Avgi était le seul qui était totalement en dehors du système politique et du système des partis.

Que pensez-vous de la montée de l’extrême droite en Europe en ce moment ?
En Europe, il y beaucoup de partis radicaux de droite qui remportent des élections avec succès. Les partis d’extrême droite, quant à eux, restent en marge du système des partis et n'ont, normalement, aucune influence sur la vie politique.
Propos recueillis par Elsa Breau (www.lepetitjournal.com/athenes.html) Jeudi 17 mai 2012
 http://www.lepetitjournal.com/societe-athenes/107428-actu-lextreme-droite-a-lordre-du-jour.html

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Άκρα Δεξιά και Εξτρεμιστική Δεξιά: προϋποθέσεις της εκλογικής μετακίνησης από τον ΛΑΟΣ στη Χρυσή Αυγή


Τη στρατηγική της ‘συμπεριληπτικής οριοθέτησης’ απέναντι στα νεοφασιστικά μορφώματα του ακροδεξιού χώρου ακολουθεί ο ΛΑΟΣ κατά την πρώτη φάση της κομματικής του ζωής. Στην προσπάθειά του να εδραιωθεί στην πολιτική σκηνή ως ο κύριος εκπρόσωπος του πολιτικο-ιδεολογικού χώρου δεξιότερα της NΔ, χτίζει συμμαχίες με το κόμμα Πρώτη Γραμμή του Κ. Πλεύρη και το Κόμμα Ελληνισμού του Σ. Σοφιανόπουλου, ενώ στις νομαρχιακές εκλογές του 2002 εντάσσει στα ψηφοδέλτιά του ενεργά στελέχη της Χρυσής Αυγής. Τα δύο πρώτα κόμματα απορροφώνται (εν μέρει) από τον ΛΑΟΣ, στον οποίο προσχώρησαν το 2005 και στελέχη του φίλα προσκείμενου προς το Γαλλικό FN Ελληνικού Μετώπου, αφού προηγουμένως ανεστάλη η “πολιτική λειτουργία” του συγκεκριμένου κόμματος (Ψαρράς 2010: 144).
 

Μετά την είσοδό του στην Ευρωβουλή το 2004, αλλά και το σχετικά μέτριο αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του ίδιου έτους (έλαβε 2,2% των ψήφων ενώ χρειαζόταν 3 ποσοστιαίες μονάδες για να μπει στο Εθνικό Κοινοβούλιο), ο ΛΑΟΣ συνειδητοποιεί ότι η δικτύωσή του με τον ακροδεξιό χώρο δεν επαρκεί για την μετατόπισή του από το περιθώριο στον πυρήνα της πολιτικο-κομματικής σκηνής. Ότι μια τέτοια μετατόπιση είναι αναγκαία για την επιβίωσή του γίνεται αντιληπτή από τον αρχηγό του κόμματος, ο οποίος με προσωπικό τρόπο διαπιστώνει ότι όταν τα πολιτικά διακυβεύματα γίνονται σοβαρά, πράγμα που συνήθως συμβαίνει σε εκλογές πρώτης τάξης (first order elections), ένα κόμμα της άκρας δεξιάς στο πλαίσιο του ελληνικού κομματικού συστήματος έχει να διαδραματίσει έναν πολιτικά ασήμαντο ρόλο: υπό αυτό το πρίσμα μπορεί να κατανοηθεί η προσγείωση του ΛΑΟΣ στο 2,2% στις βουλευτικές εκλογές του 2004, όταν δυο χρόνια πριν, στο εκλογικό του ντεμπούτο στις περιφερειακές εκλογές για τη νομαρχία Αθηνών, ο Γ. Καρατζαφέρης ως υποψήφιος του ΛΑΟΣ είχε λάβει το 14% των ψήφων. Μια προσεκτικότερη τήρηση αποστάσεων από τις ακραίες (αντισημιτικές, φιλοχουντικές, κ.ά.) θέσεις των συμμάχων του είναι το πρώτο βήμα του LAOS προς την κατεύθυνση χάραξης μιας “νέας πολιτικής”· έτσι αποκλήθηκε στην 6η Σύνοδο της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος (Οκτώβριος 2005) το νέο μίγμα πολιτικής (και πολιτικής συμπεριφοράς) που εισηγήθηκε ο αρχηγός στα στελέχη του ΛΑΟΣ: “Ο πολιτικός μας λόγος πρέπει να είναι ιδιαίτερα περίτεχνος. Από τη μια μεριά καταγγελτικός γι’αυτά που κάνει η ND και από την άλλη πλευρά συνάμα να ρίχνει γέφυρες… Ένας πολύ δύσκολος συνδυασμός επιθετικότητας και διαλακτικότητας… Στρογγυλοποιούμε ορισμένα πράγματα, λέμε με άλλα λόγια αυτά που πάντα εμφορούν την ψυχή μας. Αυτή είναι η νέα πολιτική” (αναφέρεται σε Ψαρράς 2010: 144).
 

Η “νέα πολιτική”, με την οποία ολοκληρώνεται η στρατηγική της ‘συμπεριληπτικής οριοθέτησης’ εκ μέρους του ΛΑΟΣ, του αποφέρει εκλογικούς καρπούς: επιχειρώντας να καμουφλάρει το ακροδεξιό του υπόβαθρο, χωρίς να το απαρνείται, το 2007 ο LAOS εισέρχεται εν τέλει στο Εθνικό Κοινοβούλιο και το 2009 αυξάνει σημαντικά τη δύναμή του τόσο στις βουλευτικές εκλογές που είχαν γίνει πρόωρα, όσο και στις ευρωπαϊκές εκλογές (Πίνακας 1). Όμως, η αύξηση της εκλογικής του απήχησης, σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση της NΔ μετά το 2007 (μέχρι το 2009 οι Συντηρητικοί είχαν καταγράψει εκλογικές απώλειες 8,5 ποσοστιαίων μονάδων) οδήγησε το κόμμα του Γ. Καρατζαφέρη στην περαιτέρω επικαιροποίηση της “νέας πολιτικής”: όχι οι σχέσεις του με τον ακροδεξιό χώρο αλλά η διείσδυσή του στο περιβάλλον της κατεστημένης συντηρητικής δεξιάς ανήκει πλέον στις βασικές στοχεύσεις του ΛΑΟΣ. Η συζήτηση περί της “γαλάζιας πολυκατοικίας” που ως ενοίκους της έχει τη NΔ και τον ΛΑΟΔ, σύμφωνα με μια γνωστή διατύπωση του Γ. Καρατζαφέρη, συμβολίζει την αλλαγή στρατηγικής στο χώρο της κοινοβουλευτικής άκρας δεξιάς.
Όπως με την επιλογή του “μεσαίου χώρου” η NΔ μετακινήθηκε προς το ιδεολογικο-πολιτικό κέντρο και κατάκτησε την κυβέρνηση, αφήνοντας ωστόσο ακάλυπτα τα νώτα της προς τα δεξιά, τηρουμένων των αναλογιών κάτι αντίστοιχο συνέβη με την επιλογή της “γαλάζιας πολυκατοικίας” από το ΛΑΟΣ: σε επίπεδο πολιτικής και στοχεύσεων μετακινήθηκε προς λιγότερο ακραίες θέσεις διεκδικώντας πολιτικό ρόλο στην κεντρική πολιτική σκηνή, βρέθηκε όμως εκτεθειμένος απέναντι στην ακροδεξιά σκηνή. Όσο ο ΛΑΟΣ εκπονούσε σχέδια συνεργασίας του με την κυβέρνηση της NΔ αρχικώς, αλλά και μη αποκλείοντας τη συμμετοχή του σε μια κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στη συνέχεια, η ακροδεξιά σκηνή -κυρίως η Χρυσή Αυγή- δημιουργούσε το πλαίσιο της δικής της εγκατάστασης στην κομματική σκηνή. Οι συνθήκες γι’αυτό ήταν σαφώς περισσότερο ευνοϊκές από ό,τι στο παρελθόν: στη δεκαετία του 2000 το διακύβευμα της μετανάστευσης είχε πια ενσωματωθεί στην κεντρική πολιτική ατζέντα και οι αρνητικές γνώμες για τη μετανάστευση είχαν διαχυθεί στο κοινωνικό σώμα. Προς τα τέλη της δεκαετίας, η απήχηση τέτοιων αντιλήψεων εμφάνιζε αυξητικές τάσεις και είχε εμποτίσει ένα σαφώς μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού σώματος από ό,τι αυτό συνέβαινε στην αρχή της.

Χωρίς να εμβαθύνουμε στους λόγους για τους οποίους πολλαπλασιάστηκαν οι αρνητικές γνώμες για τη μετανάστευση και τους μετανάστες μέσα σε μια 10ετία, γεγονός είναι ότι -στο πλαίσιο της κομματικής αγοράς και με δεδομένη τη μεταστροφή του ΛΑΟΣ προς λιγότερο ακραίες θέσεις- η ζήτηση αντιμεταναστευτικών πολιτικών και θέσεων ήταν πλέον μεγαλύτερη από την υπάρχουσα κομματική προσφορά. Τη ζήτηση αυτή επιδίωξε να καλύψει η Χρυσή Αυγή, μια πολιτικά περιθωριακή, ακραία δεξιά (νεοφασιστική) οργάνωση, τα εκλογικά ποσοστά της οποίας, οσάκις στο παρελθόν είχε συμμετάσχει σε εκλογές (1994, 1996, 2009), υπήρξαν χαμηλότερα της μισής ποσοστιαίας μονάδας. Στις πρόσφατες δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές (Νοέμβριος 2010), ωστόσο, εντύπωση προκάλεσε το διόλου ασήμαντο εκλογικό ποσοστό του 5,3% που συγκέντρωσε ο συνδυασμός της Χρυσής Αυγής στο Δήμο της Αθήνας και η υψηλή απήχηση που βρήκε σε υποβαθμισμένες συνοικίες του κέντρου, καθώς και σε συνοικίες βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά του κέντρου της πρωτεύσουσας.  Πρόκειται για περιοχές, σε αρκετές από τις οποίες παρατηρείται μεγάλη συγκέντρωση μεταναστών – σε ορισμένες από αυτές, στις οποίες το εκλογικό ποσοστό της Χρυσής Αυγής είναι διψήφιο (10+), οι αλλοδαποί αποτελούν το 1/3 και πλέον των κατοίκων τους. Συγχρόνως πρόκειται για περιοχές που έχουν τα χαρακτηριστικά “εκλογικού κάστρου” του ΛΑΟΣ: έτσι χαρακτηρίζουμε εκλογικά διαμερίσματα της Αθήνας, στα οποία το ποσοστό ψήφων που είχε συγκεντρώσει ο ΛΑΟΣ και στις τρεις βουλευτικές εκλογές που προηγήθηκαν, ήταν υψηλότερο του μέσου εκλογικού ποσοστού του στο Δήμο της Αθήνας. Με δεδομένο το γεγονός ότι ο ΛΑΟΣ δεν μετέσχε στις εκλογές του Νοεμβρίου 2010 με δικό του υποψήφιο, αλλά στήριξε τον υποψήφιο δήμαρχο της NΔ, η μετακίνηση ψηφοφόρων του ΛΑΟΣ προς τη Χρυσή Αυγή διευκολύνθηκε σημαντικά τόσο από την απουσία υποψηφίου από το χώρο της κοινοβουλευτικής άκρας δεξιάς, όσο και από την υπάρχουσα δυσαρέσκεια για τις πολιτικές και ιδεολογικές ακροβασίες του ΛΑΟΣ. 

ΛΑΟΣ και Χρυσή Αυγή λειτούργησαν ως συγκοινωνούντα δοχεία στην εκλογική αναμέτρηση του Νοεμβρίου 2010, στις περιοχές με υψηλά ποσοστά αλλοδαπών ή/και με έντονη παρουσία της Χρυσής Αυγής στην τοπική κοινωνία. Η ψήφος στη Χρυσή Αυγή προέκυψε από τη σύμπτωση αυτών ακριβώς των παραγόντων: i) υψηλά ποσοστά μεταναστών σε υποβαθμισμένες περιοχές της πόλης, ii) τάση στο εκλογικό σώμα υπέρ της υποστήριξης ενός κόμματος του ακραίου δεξιού χώρου και iii) παρουσία της Χρυσής Αυγής στην τοπική κοινωνία. Μάλιστα, ο τελευταίος παράγοντας υπήρξε καθοριστικός, καθώς με την παρουσία της στην τοπική κοινωνία η Χρυσή Αυγή επιδίωξε τη μεγιστοποίηση του φόβου από τη μετανάστευση, ακόμη και εκεί όπου αριθμητικά οι μετανάστες δεν ήταν περισσότεροι από ό,τι στην υπόλοιπη Αθήνα. Πάντως, ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας σύμπτωσης παραγόντων, ο εκλογικός συνδυασμός της Χρυσής Αυγής στη ζώνη βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά του κέντρου της Αθήνας συγκέντρωσε διπλάσιο ποσοστό (8,1%) σε σχέση με τη δύναμη του συνδυασμού (4%) στις υπόλοιπες περιοχές της πόλης, στις οποίες δεν συνέτρεξαν οι προαναφερθέντες παράγοντες.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

H Δεξιά πέραν της Κεντροδεξιάς. Από τον λαϊκιστικό ριζοσπαστισμό μέχρι τον εξτρεμισμό

 
 Επί δύο δεκαετίες ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο συνοδεύει τις μετεκλογικές αναλύσεις. Τόσο σε ενδιάμεσες όσο και σε γενικές εκλογές, τα κόμματα δεξιότερα της Κεντροδεξιάς βγαίνουν συχνά κερδισμένα από την εκλογική μάχη: ποιοι παράγοντες ευνοούν την ενίσχυση του δεξιού κομματικού άκρου και η παρουσία του συνιστά άραγε απειλή για τη φιλελεύθερη δημοκρατική τάξη;
Να επισημάνουμε ότι τα άκρα εμφανίζονται διαφοροποιημένα στο εσωτερικό τους. Οσον αφορά το δεξιό άκρο του κομματικού-ιδεολογικού φάσματος, διακρίνονται τρεις τάσεις: του λαϊκιστικού ριζοσπαστισμού, του «σκληρού» ευρωσκεπτικισμού και του εξτρεμισμού. Τα λαϊκιστικά ριζοσπαστικά κόμματα, που αποτελούν πλειοψηφία στην κομματική υποπεριοχή της Ακροδεξιάς (Νορβηγικό Κόμμα Προόδου, Βελγικό Συμφέρον, Λαϊκό Κόμμα Δανίας, Γερμανική Λαϊκή Ενωση, ΛΑΟΣ, κ.ά.) διατυπώνουν έναν απλουστευτικό και εναντιωματικό λόγο. Πρόκειται για κόμματα που είναι διαρκώς «κατά» και διαθέσιμα να προσφέρουν διαιρετικά εξηγητικά σχήματα υποδεικνύοντας «εχθρούς» και «φταίχτες» σε όσους ανήμποροι να προσαρμοστούν στις αλλαγές αναζητούν εκείνους που «ευθύνονται» για τις συνέπειες από τις αλλαγές αυτές: κόμματα, αγορές, μετανάστες, μουσουλμάνοι θεωρούνται υπεύθυνοι για τα δεινά της εποχής - την κρίση, την ανεργία, την εγκληματικότητα, την πολυπολιτισμικότητα.
Τα λαϊκιστικά ριζοσπαστικά κόμματα διακρίνονται από ευρωσκεπτικισμό, όμως δεν είναι όλα ούτε είναι στον ίδιο βαθμό ευρωσκεπτικιστικά: αρχικά το Κόμμα της Ελευθερίας στην Αυστρία ήταν υπέρ της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η Εθνική Συμμαχία του Φίνι διακρίνεται από «ήπιο» ευρωσκεπτικισμό, ενώ το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν ή το Βρετανικό Κόμμα της Ανεξαρτησίας ανήκουν στους «σκληρούς», που ζητούν έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Στην ατζέντα κατά της ΕΕ η άκρα Δεξιά συμπίπτει με την άκρα Αριστερά, από την οποία διαφέρει στην αντιμεταναστευτική στάση της, στην έμφαση σε πολιτικές «νόμου και τάξης», στην κυνική τοποθέτησή της στα προαπαιτούμενα της δημοκρατικής πολιτείας (ισότητα, δικαιώματα).
Τη δημοκρατία ως σύστημα αξιών και διακυβέρνησης βάζουν στο στόχαστρο κόμματα της εξτρεμιστικής Δεξιάς: από το Εθνικό-Δημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας ως τη Χρυσή Αυγή έχουμε να κάνουμε με οργανώσεις που χρησιμοποιούν βία ως μέσο πολιτικής δράσης και υπονομεύουν τη δημοκρατία. Επιπλέον, εκθειάζουν την εθνοφυλετικά «καθαρή» κοινωνία και μια αυταρχική πολιτεία οργανωμένη κατά τα ιδεολογικά, πολιτικά και αισθητικά πρότυπα των ολοκληρωτικών καθεστώτων της δεκαετίας του 1930.
Τι κοινό έχουν μεταξύ τους οι τάσεις της Ακροδεξιάς; Εξεταζόμενες από τη σκοπιά της ζήτησης, δηλαδή των εκλογέων που ελκύονται από την ιδεολογία και τα κόμματα του χώρου, παρατηρείται μια λειτουργία συγκοινωνούντων δοχείων στον πυρήνα των υποστηρικτών τους. Ετσι, αν ακροδεξιά κόμματα εξέλθουν του ιδεολογικού τους πεδίου διεκδικώντας ψήφους από την κατεστημένη Δεξιά, ενδεχομένως να τις κερδίσουν, θα προκαλέσουν όμως μια αντίστροφη μετατόπιση σταθερών εκλογέων τους, που απογοητευμένοι μετακινούνται προς αυθεντικότερους εκπροσώπους του χώρου. Μια θετική απάντηση στο δίλημμα συνεργασία ή όχι με κόμματα της Ακροδεξιάς, που ενίοτε τίθεται σε παράγοντες της πλειοψηφίας, βοηθά στον συστημικό αναπροσανατολισμό της Ακροδεξιάς, δεν περιορίζει όμως το εξτρεμιστικό δυναμικό που υπάρχει. Εδώ γεννάται το ερώτημα τι είναι αυτό που προκαλεί και τι μπορεί να τιθασεύσει αυτό το δυναμικό.
Για να απαντήσουμε στο ερώτημα μεταθέτουμε το ενδιαφέρον μας στην πλευρά της προσφοράς: στις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν όταν ενδυναμώνεται η Ακροδεξιά και στις στρατηγικές επιλογές των υπόλοιπων κομμάτων. Πολλοί πιστεύουν ότι η οικονομική κρίση δημιουργεί εύφορο έδαφος για την ενίσχυση της άκρας Δεξιάς. Ωστόσο, αν μελετήσουμε τις συγκυρίες που την ανέδειξαν, θα διαπιστώσουμε ότι όταν αρχές του 1970 η καχεκτική Ακροδεξιά γνώρισε την πρώτη εκλογική απογείωση (Κόμμα Προόδου σε Δανία και Νορβηγία) επικρατούσαν ακόμη συνθήκες οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας στην Κεντρική Ευρώπη. Επίσης, οι παρίες δεν είναι εκ προοιμίου πιο ευάλωτοι στον ακροδεξιό λόγο από ό,τι ο περισσότερο δαήμων πληθυσμός. Εξάλλου η Ακροδεξιά διαθέτει πια πολυσυλλεκτική δυναμική, που πιστοποιεί μια σχεδόν ισόρροπη διείσδυσή της στα κοινωνικο-δημογραφικά περιβάλλοντα.
Αν συνιστώσες της άκρας Δεξιάς ενισχύονται σε συνθήκες ευημερίας αλλά και κρίσης, μήπως περισσότερο σημαντικά από τα μακροκοινωνικά δεδομένα είναι τα διαδραματιζόμενα στο μικροκομματικό πεδίο; Η στάση των άλλων κομμάτων απέναντι στην άκρα Δεξιά έχει αποδειχθεί ουσιαστικός παράγοντας για την ενδυνάμωση ή την αποδυνάμωσή της. Παρ' ότι άλλα κόμματα πιστεύουν ότι υιοθετώντας την ατζέντα της τής αφαιρούν ψήφους, συχνά συμβαίνει το αντίθετο: όταν τα διακυβεύματα της Ακροδεξιάς γίνονται αποδεκτά από άλλους κομματικούς δρώντες (κάτι τέτοιο συμβαίνει στο «αντιμνημονιακό στρατόπεδο» στην Ελλάδα της κρίσης με αποκορύφωμα το «φλερτ» Τσίπρα - Καμμένου), η ίδια αποδαιμονοποιείται και γίνεται πιο αποδεκτή στους εκλογείς.
Τούτο δεν σημαίνει πως αν η Ακροδεξιά τεθεί σε καραντίνα, η κομματική σκηνή απαλλάσσεται από την επιρροή της. Στρατηγικές απορρόφησης της άκρας Δεξιάς από άλλα κόμματα μπορεί να περιορίσουν την παρουσία της, ενώ στρατηγικές διάκρισής τους από αυτήν μπορεί να τη διευρύνουν. Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα δοκιμάστηκαν και οι δύο στρατηγικές: ο Κωνσταντίνος Καραμανλής την απορρόφησε (Εθνική Παράταξη) περιορίζοντας τη δυναμική του ακροδεξιού χώρου, ενώ ο Κώστας Καραμανλής δημιούργησε συνθήκες διάκρισης (ΛΑΟΣ) αυξάνοντας την πολυσυλλεκτικότητα στο κόμμα του. Παραμένει ζητούμενο αν η σημερινή ΝΔ, λιγότερο το ΠαΣοΚ, που δοκιμάζουν την υιοθέτηση διακυβευμάτων της Ακροδεξιάς (μεταναστευτικό), θα σταματήσουν τις δεξιόστροφες διαρροές ψηφοφόρων τους ή, αντιθέτως, θα τους απενοχοποιήσουν να στραφούν σε κόμματα που είναι «αρμοδιότερα» στη διαχείριση τέτοιων διακυβευμάτων.

Στην εφημ. Το Βήμα, 
http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=455254#.T5zykvwHkyM.facebook 

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ


Τα πολιτικά κόμματα σε μετάβαση;
Κόμματα και κομματική δημοκρατία σε συνθήκες κρίσης

Peter Mair in memoriam

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
Αθήνα, 30-31 Μαϊου 2012

Πρόσκληση

Εδώ και αρκετές δεκαετίες τα πολιτικά κόμματα στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της Ευρώπης βιώνουν τις συνέπειες μιας βαθιάς κρίσης: οι ψηφοφόροι απομακρύνονται από τις κομματικές οργανώσεις, αμφισβητούν την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα των κομματικών και πολιτικών θεσμών, μεταβάλλουν τις εκλογικές προτιμήσεις τους και χαλαρώνουν τους παραδοσιακούς δεσμούς τους με τα κόμματα. Επιπλέον, τα ίδια τα πολιτικά κόμματα έχουν εισέλθει σε μια διαδικασία ραγδαίας μεταβολής: υποχωρούν σε σημασία έχοντας να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη επιρροή των ΜΜΕ, αλλά και τη σύνθετη πραγματικότητα της παγκοσμιοποιημένης εποχής και του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Σε συνθήκες «μεταδημοκρατίας», όπως συχνά περιγράφεται η πολιτική πραγματικότητα στην ύστερη νεωτερικότητα, τα κόμματα έχουν μεταβληθεί σε επαγγελματοποιημένες οργανώσεις που αναπτύσσουν στενούς δεσμούς με το κράτος· έχοντας συστήσει ένα άτυπο καρτέλ στο εσωτερικό των κομματικών δημοκρατιών επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στην εκλογική τους επιβίωση παρά στη διαμεσολάβηση στο κράτος και στην ικανοποίηση των συμφερόντων της κοινωνίας πολιτών.

Ο Peter Mair έχει αναλύσει με μεγάλη διεισδυτικότητα τις μεταβολές αυτές. Οι παρατηρήσεις του ρίχνουν φως σε σημαντικές πτυχές της σχέσης κομμάτων-κράτους-κοινωνίας πολιτών που είναι ιδιαιτέρως χρήσιμες προπάντων σήμερα, σε μια συγκυρία γενικευμένης κρίσης. Ο πρόωρος θάνατός του δημιουργεί θλίψη και γίνεται αφορμή να διερευνήσουμε πτυχές της πολιτικής κατάστασης δίνοντας έμφαση σε σύγχρονες προσεγγίσεις του πολιτικού-κομματικού φαινομένου.

Λαμβάνοντας υπόψη τη διεθνή πολιτική συγκυρία, όπως και την εγχώρια, στόχος της διοργάνωσης είναι να διερευνηθεί ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων και οι λειτουργίες που επιτελούν στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες σήμερα. Ειδικά για την Ελλάδα, έχοντας πλέον διανύσει αρκετές δεκαετίες κοινοβουλευτικής εμπειρίας στο πλαίσιο της Μεταπολίτευσης, έχει σημασία να αποτυπωθούν οι μεταβολές στο ρόλο που τα κόμματα διαδραματίζουν στην πολιτική σκηνή, να εξηγηθεί ο περιοριζόμενος βαθμός κοινωνικής τους αποδοχής, καθώς και οι προϋποθέσεις όπως και οι συνέπειες των παρατηρούμενων μεταβολών στο περιεχόμενο όχι απλώς του κομματικού φαινομένου αλλά και της κομματικής δημοκρατίας ευρύτερα.

Θεματικοί άξονες:

•Ο μεταβαλλόμενος ρόλος των πολιτικών κομμάτων σήμερα.
•Σχέσεις κομμάτων – κοινωνίας πολιτών: ποιος (δεν) ψηφίζει, τι και γιατί.
•Κόμματα και κομματικό σύστημα σε συνθήκες κρίσης: κατακερματισμός, ενίσχυση των άκρων, αντισυστημικότητα, μαζική κινητοποίηση.
•Κόμματα και κράτος: σχέσεις αμοιβαιότητας ή αντιπαλότητας; Το «κόμμα καρτέλ».
•Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα της κρίσης.
•Κύκλοι της Μεταπολίτευσης, κόμματα και κομματικό σύστημα.
•Η εκλογική κοινωνιολογία της κρίσης: αποχή, διευρυνόμενος κομματικός πλουραλισμός και η δύναμη των κομμάτων.
•Κόμματα και πολιτικό προσωπικό: προοπτικές ανανέωσης των ελίτ.
•Παλιά και νέα κόμματα: η δύναμη των παλιών και οι δυνατότητες των καινούργιων. Μια αποτίμηση.

Λεπτομέρειες για την προθεσμία και τον τρόπο υποβολής προτάσεων συμμετοχής από άτομα που εργάζονται ερευνητικά πάνω στο συγκεκριμένο αντικείμενο, βλ. http://www.hpsa.gr

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ


Αντισυστημικότητα και Εξτρεμιστικά Φαινόμενα στην Ελλάδα της Κρίσης: 
κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική δυναμική 
Πανεπιστήμιο Μακεδονίας 
7-8 Ιουνίου 2012 
Διοργάνωση: 
Πανεπιστήμιο Μακεδονίας - Εργαστήριο Διεθνών Σχέσεων και Ευρωπαϊκής Ενοποίησης 
Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης 


Πρόσκληση υποβολής εργασιών 
Για πέμπτη συνεχή χρονιά, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας –με τη στήριξη της Ελληνικής Εταιρείας Πολι-τικής Επιστήμης από το 2011– σάς προσκαλεί να συμμετάσχετε στις εργασίες διημερίδας με αντικείμε-νο τη μελέτη φαινομένων που επηρεάζουν ή και καθορίζουν την πολιτική και την εκλογική συμπερι-φορά και τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα. Ως σημείο εστίασης της φετινής συνάντησης επιλέχτηκε η διερεύνηση της προοπτικής της αντισυστημικότητας στον ελληνικό χώρο σε μια περίοδο που οι φο-ρείς λειτουργίας αλλά ακόμη και οι δομές του πολιτικού συστήματος της Μεταπολίτευσης τίθενται στο στόχαστρο έντονης κοινωνικής κριτικής, αμφισβήτησης ή και καθολικής τους απόρριψης. 
Η ενίσχυση των κοινωνικών ανισοτήτων και η απώλεια της εμπιστοσύνης στην πολιτική ελίτ έχουν παραδοσιακά συνδεθεί με την εμφάνιση φαινομένων λαϊκισμού, την έξαρση του εθνικισμού αλλά και την πολιτική κινητοποίηση, συχνά μάλιστα σε μορφές μη συμβατικής πολιτικής συμμετοχής. Σε περι-πτώσεις που οι διαθέσεις αυτές ικανοποιούνται εντός του κομματικού συστήματος, τα κόμματα των άκρων είναι οι συχνότεροι αποδέκτες, ωστόσο συχνά η αμφιβολία για το βαθμό αντισυστημικότητας αυτών των κομμάτων οδηγεί τμήματα της κοινωνίας στην υιοθέτηση εξτρεμιστικών συμπεριφορών που προσεγγίζουν ακόμα και την πολιτική βία. Tο κεντρικό ερώτημα της φετινής συνάντησης σχετίζε-ται με το εάν η τρέχουσα συγκυρία, η οποία πληροί και τις δύο παραπάνω συνθήκες, ευνοεί ακραίες πολιτικές, κοινωνικές και πολιτιστικές συμπεριφορές και πρωτοβουλίες δράσης στον ελληνικό και στον ευρωπαϊκό, χώρο. Επιπλέον, τη συνάντηση θα απασχολήσει ο εντοπισμός των παραγόντων εκείνων (π.χ. πολιτική ευκαιρία, δομικοί μετασχηματισμοί της κοινωνίας, οργανωτική ετοιμότητα, προγραμμα-τική ιδιαιτερότητα ή καθαρότητα, λαϊκισμός) που ερμηνεύουν την απήχηση τέτοιων ακραίων μορφών δράσης. 
H διημερίδα θα οργανωθεί γύρω από τους παρακάτω θεματικούς άξονες: 


• Μέτρηση του εξτρεμισμού και της αντισυστημικότητας 

• Όρια αντισυστημικότητας των κομμάτων των άκρων 

• Ζήτηση για τα άκρα στην Ελλάδα: ζητήματα και κοινωνικές διαιρέσεις 

• Πολιτικές ευκαιρίες για τα κόμματα των άκρων στην Ελλάδα: απαξίωση θεσμών, κρίση νομιμοποίη-σης και ένταση συναισθημάτων 

• Σημασία των ζητημάτων στον πολιτικό λόγο των άκρων στην Ελλάδα: μετανάστευση, δικαιώματα, ιστορία και εξωτερική πολιτική 

• Λαϊκισμός και άκρα στην Ελλάδα και στην Ευρώπη 

• Σχέσεις μεταξύ κομμάτων των άκρων, παραδοσιακών κομμάτων και εξτρεμιστικών κινημάτων στην Ελλάδα 

• Συγκριτική αξιολόγηση της σημασίας της ιδεολογίας, της ηγεσίας και της οργάνωσης των κομμάτων των άκρων στην Ελλάδα και στην Ευρώπη 

• Ένταση και πλαίσιο προβολής των κομμάτων των άκρων και του εξτρεμισμού από τα ελληνικά ΜΜΕ 

• Ζητήματα ορισμών: άκρα, εξτρεμισμός, ριζοσπαστισμός, λαϊκισμός. Περιεχόμενο των εννοιών, συ-γκλίσεις και αποκλίσεις κοινωνικό-πολιτικών φαινομένων 

Η διημερίδα θα φιλοξενηθεί στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και θα είναι ανοικτή στο κοινό. 
Οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να υποβάλουν προτεινόμενο τίτλο και περίληψη εισήγησης έκτασης πε-ρίπου εκατόν πένήντα λέξεων όχι αργότερα από την 5η Απριλίου 2012 ηλεκτρονικά στη διεύθυνση greekparties@uom.gr 
Οι προτάσεις θα αξιολογηθούν ανώνυμα από συναδέλφους των σχετικών αντικειμένων με ευθύνη της Οργανωτικής Επιτροπής. 
Η Οργανωτική Επιτροπή 
Χριστόφορος Βερναρδάκης, Μέλος ΔΣ ΕΕΠΕ 
Βασιλική Γεωργιάδου, Μέλος ΔΣ ΕΕΠΕ 
Γιάννης Κωνσταντινίδης, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας 
Νίκος Μαραντζίδης, 

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

25 Μαρτίου: the day after

Max Weber
Το νέο εθνικό όραμα και τα παλιά εθνικά παραμύθια

Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων την οποία απασχολούν έντονα τα εξής ερωτήματα: ποια είναι τα εθνικά χαρακτηριστικά μας, απειλούνται και από ποιους, πώς θα μπορέσουμε να τα συντηρήσουμε μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο που μας περιβάλλει; Ενώ πρόκειται για ερωτήματα που εκ πρώτης όψεως δείχνουν να αφορούν ζητήματα εθνικού αυτοπροσδιορισμού, να αναφέρονται δηλαδή σε υπαρξιακά ζητήματα για το «ποιοι είμαστε ‘Εμείς’», στην πραγματικότητα ο πυρήνας των ερωτημάτων αυτών αφορά την ανάγκη αποστασιοποίησης από κάποιους «Άλλους». Να το διατυπώσω διαφορετικά: για να μας πουν κάποιοι ποιοι είναι αυτοί, πρέπει να διακριθούν –άλλοτε κατά τρόπο εχθρικό και επιθετικό και άλλοτε κατά τρόπο (έστω) απαξιωτικό– από κάποιους άλλους. Μια εξωτερική ομάδα αναφοράς είναι, λοιπόν, εκείνη που προσδίδει ταυτότητα σε μια «κλειστή» και «αμυντική» εθνική κοινότητα. Η τελευταία, επικαλούμενη συνήθως κάποια «ανώτερα» και «αναλλοίωτα» χαρακτηριστικά μιας δήθεν αμετάβλητης δικής της εθνικής υπόστασης, διεκδικεί πάντοτε προτεραιότητα έναντι κάποιων άλλων.

Ο εξωτερικός προσδιορισμός της εθνικής ταυτότητας είχε λειτουργικό αποτέλεσμα καθώς δημιουργούσε εσωτερική συνοχή σε μια εποχή που η εθνική κοινότητα (το έθνος και το έθνος-κράτος) περιβαλλόταν από εχθρούς: τότε που τα κρατικά σύνορα ήταν ρευστά και διάτρητα, η εθνική ολοκλήρωση βρισκόταν εν εξελίξει, ενώ αλυτρωτισμός και εθνοκάθαρση όχι σπάνια αποτελούσαν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Σήμερα, όλα είναι πολύ διαφορετικά: Τα εθνικά κράτη υπάρχουν σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο με διαπερατά σύνορα· οι εθνικές μειονότητες προστατεύονται περισσότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν, αλλά άνθρωποι που μεταναστεύουν μαζικά βρίσκονται εκτεθειμένοι σε διαρκείς κινδύνους· ο εθνικός αυτοπροσδιορισμός συνιστά μια ελεύθερη επιλογή τουλάχιστον μέσα στον δυτικό κόσμο, στον οποίο ωστόσο άλλες επιλογές (της εργασίας ή της εκπαίδευσης) γίνονται όλο και δυσκολότερο να εκπληρωθούν. Σε έναν τέτοιο κόσμο, στον οποίο δεν παραμονεύουν οι εθνικές συγκρούσεις, αλλά κίνδυνοι ατομικής εκπτώχευσης, όπως και συλλογικής (εθνικής) οικονομικής καταστροφής, αναρωτιέται κανείς τι δίνει περιεχόμενο στην εθνική ταυτότητα.

Ζώντας μέσα σε ένα τέτοιο κόσμο –στον αβέβαιο κόσμο της ελληνικής κρίσης χρέους και της οικονομικής κατάρρευσης– αν επιμείνουμε να ορίζουμε την εθνική μας ταυτότητα κατ’αντιδιαστολή προς μια εξωτερική ομάδα αναφοράς, αυτήν την τελευταία μην ψάχνουμε να τη βρούμε σε εκτός των εθνικών μας συνόρων περιβάλλοντα. Όχι ότι τέτοιες εξωτερικές απειλές δεν υπάρχουν, αλλά οι εντός συνόρων απειλές της εθνικής μας υπόστασης είναι σήμερα ασύγκριτα μεγαλύτερες. Ας μην πάει ο νους μας σε φτωχούς μετανάστες, απόκληρους της ζωής που βρίσκονται μεταξύ μας χωρίς χαρτιά και λεφτά. Παρά τις κραυγές της εθνικιστικής ακροδεξιάς δεν είναι κάποιοι ξένοι που απειλούν την εθνική ταυτότητα μιας χώρας που καταρρέει οικονομικά. Ο «εχθρός» δεν είναι ο εθνικο-πολιτισμικά διαφορετικός, δεν διαθέτει καν κάποια διακριτά χαρακτηριστικά από το εθνικό σύνολο· αντιθέτως, μιλάει την ίδια γλώσσα, έχει την ίδια θρησκεία, σκέφτεται όπως οι πολλοί, είναι κάποιοι από εμάς. «Εχθροί» της χώρας, αυτού του έθνους-κράτους, γίναμε όλοι εμείς που αναγάγαμε τον κρατισμό σε ύψιστο κανόνα ζωής και αποδεχτήκαμε το πελατειακό σύστημα ως δικαιωματικό μέσο για την κατοχύρωση ατομικών και συντεχνιακών προνομίων, που ξεχάσαμε ότι τα κόμματα είναι διαμεσολαβητές της δικής μας θέλησης και όχι διεκπεραιωτές θελημάτων μας, που αμελήσαμε εγκληματικά τον ελεγκτικό μας ρόλο απέναντι στους πολιτικούς θεσμούς και τους λειτουργούς της δημοκρατίας, που κλείσαμε τα μάτια στην συντελούμενη –δίπλα μας, κατά κυριολεξία– εθνική λεηλασία προβάλλοντας το γνωστό άλλοθι «έλα μωρέ τώρα, όλοι αυτό κάνουν».

Στην Ελλάδα της κρίσης εθνική συνείδηση διαθέτει κατά πρώτον όποιος είναι υπεύθυνος· όποιος δεν κλείνει τα μάτια του στην πραγματικότητα και δεν ρίχνει τις ευθύνες της οικονομικής κατάρρευσης σε κάποιους «εχθρικούς Άλλους» (τις τράπεζες, τους ευρωπαίους, τους μετανάστες …). Υπεύθυνος είναι όποιος έχει όραμα καταρχάς προσωπικό για το μέλλον και την ανάκαμψη αυτής της χώρας· όποιος δεν κρύβεται πίσω από ένα «όχι σε όλα» επενδύοντας στην αποτυχία του εγχειρήματος της ανάκαμψης κοινωνίας και οικονομίας, αλλά στηρίζει την επανεκκίνηση της χώρας, συμβάλλοντας θετικά με τις δικές του δυνάμεις. Αυτό είναι το περιεχόμενο της εθνικής ιδέας σήμερα· ένα τέτοιο οραματικό πρόταγμα έχει ανάγκη η χώρα, όλα τα υπόλοιπα –για το ένδοξο παρελθόν που Άλλοι το επιβουλεύονται– είναι εθνικά παραμύθια.