Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Άρθρο

Aπόσπασμα από το άρθρο μου για τις πολιτικο-εκλογικές στρατηγικές της άκρας δεξιάς στην Ελλάδα (ολόκληρο το κείμενο στο Revue des Sciences Sociales, nr. 46/2011)

« Bourreaux » et « protecteurs » : la double stratégie de Chryssi Avgi
 
Pendant la période où le LAOS se déplace vers le centre de la scène politique, alors que les gens ordinaires se sentent étrangers aux partis et reprochent aux politiciens de les avoir abandonnés à leur sort, la présence de Chryssi Avgi sur le terrain a été systématique : d’un côté l’organisation part en guerre contre les immigrés et les groupes « antifa », de l’autre elle revêt l’habit de parti-protecteur des citoyens « faibles », « opprimés » et « désemparés ».
Sortant de la pénombre de la marge politique dans laquelle elle se trouvait depuis 1980, Chryssi Avgi entreprend, ces dernières années, une « double stratégie » : elle agit à la fois comme bourreau et comme protecteur. En tant que bourreau, elle fustige les immigrés qu’elle rend en quelque sorte responsables de la misère chronique et de la dégradation urbaine du centre de la ville d’Athènes, de la criminalité et du chômage. En outre, elle organise des manifestations dans les quartiers populaires de la ville, mobilisant les Grecs de souche par un discours violemment xénophobe (« Dehors les étrangers », « Débarrassons-nous de tous les immigrés clandestins ») ; un discours emprunté aux slogans populistes du parti socialiste PASOK dans les années 1970 – « La Grèce appartient aux Grecs », entend-on dans les réunions de Chryssi Avgi, un slogan consacré par Andréas Papandréou après 1974, qui est encore aujourd’hui sur les lèvres de ses partisans. 

Ces mobilisations conduisent souvent à l’outrage des immigrés et même à leur exclusion de certains quartiers qui sont devenus inaccessibles aux étrangers. En même temps, Chryssi Avgi se pose en protecteur de la population autochtone pour qui la présence des étrangers pèse comme une menace (réelle, potentielle ou en puissance). Appliquant la tactique du porte à porte, Chryssi Avgi s’est fait reconnaître par les habitants des quartiers populaires auxquels elle promet non seulement d’assurer la sécurité quotidienne, mais encore de  s’attaquer aux causes profondes de leur  insécurité. C’est ce que Chryssi Avgi appelle « assainissement » (des villes). Plus la formulation est excessive et brutale, et la manière d’exprimer ses prises de position anti-immigrés agressive (entre autres par des défilés de type paramilitaire de ses membres dans les quatiers du centre), plus forte devient chez les personnes apeurées et sans défense l’impression que l’organisation s’occupe d’eux, les protège et les soutient.
Chryssi Avgi règne en maître dans l’arène politique locale, sans aucun rival, depuis la réorientation du LAOS vers la scène politique centrale et vers l’espace idéologique de centre droit. Lors des élections municipales de novembre 2010, le LAOS a constitué une réserve de voix pour Chryssi Avgi. Ainsi, on peut affirmer que le recul du radicalisme de la nouvelle droite populiste (LAOS) a contribué à renforcer la dynamique extrémiste sur la scène de l’extrême droite.

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Η Άκρα Δεξιά στα Βαλκάνια

 

Δεξιός λαϊκισμός και εξτρεμιστική δεξιά: Παρενέργειες του μετακομμουνισμού ή «κανονικές παθολογίες» της δημοκρατίας;

 Μιλώντας για το Λαϊκισμό και την Άκρα Δεξιά στα Βαλκάνια δεν κάνουμε μια άλλη συζήτηση από εκείνη σχετικά με το Λαϊκισμό και την Άκρα Δεξιά στη μεταπολεμική Ευρώπη. Οι βασικές προϋποθέσεις της λαϊκιστικής κινητοποίησης και του ακροδεξιού φαινομένου είναι πάνω κάτω οι ίδιες.
Ποια είναι η Άκρα Δεξιά
Μιλώντας κανείς για την Άκρα Δεξιά εμπλέκεται –αναγκαστικά– σε ζητήματα που αφορούν καταρχάς τις έννοιες: είναι εξτρεμιστική και ριζοσπαστική ή λαϊκιστική και αντισυστημική η Ακρα Δεξιά; Τέτοια ζητήματα αφορούν, επίσης, την εξέλιξη του φαινομένου: είναι η Ακρα Δεξιά ένα ενιαίο και ομοιογενές φαινόμενο ή, αντιθέτως, πρόκειται για 
κάτι που μεταβάλλεται και προσαρμόζεται στην πολιτική συγκυρία; Ανήκει στη συγκυρία ή η ιστορία συνδιαμορφώνει το πλαίσιο για την εμφάνιση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που θα προσλάβει η Ακρα Δεξιά;
Στη διεθνή βιβλιογραφία, η Ακρα Δεξιά εξετάζεται ως ένα φαινόμενο του μεταπολεμικού κόσμου: εμφανίστηκε μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ως μια περιθωριακή πολιτική δύναμη: ένα νέοφασιστικό δημιούργημα σε έναν μετάφασιστικό κόσμο. Παρότι στην αρχή δε διαδραμάτισε σημαντικό πολιτικό ρόλο, δημιούργησε τις προϋποθέσεις συνέχειας στο μεταπολεμικό κόσμο των αρχών του Αντιδιαφωτισμού: δηλαδή του εθνικισμού, του αυταρχισμού, του αντιοικουμενισμού, της ιδεολογίας της ανισότητας. Επιπλέον, η εμφάνισή της δημιούργησε ένα πρώτο ρήγμα στο πνεύμα συναίνεσης των πολιτικών δυνάμεων, που ήθελαν μια Ευρώπη δημοκρατική. Η Ακρα Δεξιά –χωρίς να επιζητά ευθέως την επιστροφή σε ένα status quo ante– εξέφραζε νοσταλγία γι’ αυτό και ακολουθούσε στρατηγικές που υπονόμευαν το δημοκρατικό καθεστώς.
Τη δεκαετία του 1970 μετακινείται από το περιθώριο στο προσκήνιο της πολιτικής. Αυτό συνέπεσε με τις εξελίξεις του μεταβιομηχανισμού και μεταϋλισμού (R. Inglehart), δηλαδή με τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της παραγωγής από τη βιομηχανία στις υπηρεσίες, τη συρρίκνωση της εργατικής τάξης υπέρ των μεσαίων στρωμάτων και την αλλαγή στις αξίες, με το οικονομικό και οικουμενικό υπόβαθρό τους να υποχωρεί έναντι των ευδαιμονικών, αλλά και των εθνοκεντρικών αξιών. Η Ακρα Δεξιά μεταμορφώθηκε σε έναν συλλέκτη διαμαρτυρίας των παλιών μεσαίων στρωμάτων, των ελεύθερων επαγγελματιών, των μη-κρατικοδίαιτων υπαλλήλων. Ο λαϊκιστικός αντικρατισμός της την κατέστησε επιλέξιμη από ψηφοφόρους που δεν μοιράζονταν απαραιτήτως τις ιδεολογικές της αρχές. Με τα χαρακτηριστικά του συλλέκτη διαμαρτυρίας, η Ακρα Δεξιά αποχρωματίζεται ιδεολογικά (στα μάτια των εκλογέων δεν αποτελεί πια ένα νεοφασιστικό μόρφωμα αλλά ένα μεταφασιστικό δημιούργημα)· γίνεται έτσι (δυνητικά) επιλέξιμη από δυνάμεις που κινούνται εντός και εκτός του ακραίου δεξιού πόλου.
Τα δεδομένα και οι εξελίξεις της δεκαετίας του ‘90 αποτελούν μια καινούργια πρόκληση για την Ακρα Δεξιά. Η πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων, το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης και τα ρεύματα της μετανάστευσης δημιούργησαν νέες πραγματικότητες για τα εθνικά κράτη και τις πολιτικές-ιδεολογικές ταυτότητες. Σε μια εποχή ραγδαίας επιτάχυνσης της Ιστορίας που προκαλούσε παγκόσμιες ανατροπές (P. Milza), η Ακρα Δεξιά προτάσσοντας τις ιδεολογικές της παρακαταθήκες (εθνικισμός, αντιοικουμενισμός, ιδεολογία της ανισότητας/”διαφορική ισότητα”) μετατράπηκε σε έναν αναδευτή και συλλέκτη των φόβων, της ανασφάλειας, του θυμού, των προκαταλήψεων ανθρώπων που βίωναν τραυματικά τη ρευστοποίηση των προσωπικών τους, καθώς και των πολιτικών και συλλογικών ταυτοτήτων. Είναι η Ακρα Δεξιά που βλέπουμε γύρω μας: εθνοκεντρική, ξενοφοβική, αντιμεταναστευτική, που “περιφρονεί την αρχή της ισότητας” (Zeev Sternhell) και καλλιεργεί το φθόνο και τη μνησικακία μεταξύ των πολιτών (Η.-G. Betz, Th. Lipovats & N. Demertzis).
Η Ακρα Δεξιά ευδοκιμεί προπάντων σε μεταβατικές περιόδους. Το τέλος του πολέμου το ‘45, ο μεταβιομηχανισμός τη δεκαετία του ’70, ο μετακομμουνισμός τη δεκαετία του ’90, αλλά και η επίταση των διεργασιών της παγκοσμιοποίησης σήμερα αποτελούν παραδειγματικές καταστάσεις μετάβασης, στη διάρκεια των οποίων το (εθνικό, εθνικο-κομμουνιστικό, κοινοτιστικό) παρελθόν ξυπνά και οι αμυντικές στάσεις απέναντι στη νέα πραγματικότητα διεγείρονται: είδαμε π.χ. σε βαλκανικές χώρες να ζωντανεύουν φαντάσματα του μεσοπολεμικού πρωτοφασισμού, να ξαναγίνονται γοητευτικές αλυτρωτικές ιδέες, σχέδια εθνικού κομμουνισμού και υπερεθνικισμού. Ο εθνικισμός, το αίσθημα απειλής της εθνικής ταυτότητας, η εθνικο-πολιτισμική προτεραιότητα είναι η νοητή γραμμή που διασυνδέει τη λαϊκιστική ακροδεξιά οπουδήποτε και οποτεδήποτε κι αν αυτή εμφανίζεται, από τη Βαλκανική μέχρι τη Σκανδιναβική Χερσόνησο και από τις παλιές δημοκρατίες έως τις νεότερες.
Όμως η λαϊκιστική Ακρα Δεξιά δεν είναι μόνο προϊόν της μετάβασης, μια παρενέργεια των κοινωνικών ανατροπών. Παρότι σε μεταβατικές καταστάσεις παρατηρείται έξαρση του λαϊκισμού και του εξτρεμισμού, ο λαϊκισμός και η ενίσχυση των άκρων αποτελούν “φυσιολογικές παθολογίες” των δυτικών δημοκρατιών (Ε.Κ. Scheuch & H.D. Klingemann): επειδή πάντα οι αξιώσεις μας από τη δημοκρατία θα είναι περισσότερες από όσα τα συστήματα δημοκρατικής διακυβέρνησης μπορούν να υλοποιήσουν, το μόνιμο χάσμα μεταξύ προσδοκιών από τη δημοκρατία και δημοκρατικής πραγματικότητας αποτελεί εγγενή προϋπόθεση για την ανάδειξη του λαϊκισμού και του εξτρεμισμού μέσα σε νεότερα αλλά και σε εδραιωμένα δημοκρατικά περιβάλλοντα (βλ. M. Canovan).
Επιδιώξεις
Το ερώτημα είναι επίκαιρο στην Ελλάδα. Επίσης, τίθεται και επανατίθεται από τη δεκαετία του 1970, όταν –για πρώτη φορά στην Αυστρία το 1970– η λαϊκιστική άκρα δεξιά άρχισε σποραδικά να συμμετέχει (τυπικά και άμεσα ή έμμεσα) στη διακυβέρνηση. Τι κάνουν οι ακραίες και λαϊκιστικές δυνάμεις σε ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα και πόσο ανεκτικό μπορεί να είναι το τελευταίο απέναντί τους; Το ερώτημα παραπέμπει καταρχάς στην αξιολόγηση του φρονήματος των λαϊκιστών και των ακραίων δεξιών: είναι ο συγκεκριμένος χώρος δημοκρατικός, κινείται εντός του συνταγματικού πλαισίου ή πρόκειται για έναν χώρο αποτελούμενο από challengers που κινούνται ζικ-ζακ εντός και εκτός του ορίου της δημοκρατικής τάξης;
Παρότι λαϊκιστικές και ακροδεξιοί ομνύουν στο όνομα του Λαού και δηλώνουν πίστη στη συνταγματική τάξη, ωστόσο υπερασπίζονται μια κοινοτιστική και οργανική ερμηνεία των αρχών του φιλελεύθερου συντάγματος, διαθέτουν μια συσταλτική αντίληψη της αρχής της ισότητας και μια αντικομματική στάση, καθώς θεωρούν τα κόμματα διαιρέτες της θέλησης του Λαού και τον ηγέτη (όχι τους διαμεσολαβητικούς θεσμούς) γνήσιο διερμηνευτή της λαϊκής θέλησης. Τέτοιες δυνάμεις, λαϊκιστικές και ακραίες, όταν μετέχουν στη διακυβέρνηση προσαρμόζονται στο δημοκρατικό πολιτικό σύστημα ή, αντιθέτως, το μετακινούν σε ακραίες τοποθετήσεις και αποφάσεις; Αλλιώς: απορροφώνται από το σύστημα της διακυβέρνησης οι δυνάμεις του λαϊκισμού και των άκρων όταν τις ανατίθενται ευθύνες σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής ή μια τέτοια ανάθεση ευθυνών δικαιώνει τις αντισυστημικές και αντικοινοβουλευτικές στάσεις τους;
Εξετάζοντας τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες λαϊκιστικά και ακραία κόμματα έχουν συμμετάσχει σε κυβερνήσεις συνεργασίας ή έχουν στηρίξει κοινοβουλευτικά κυβερνήσεις μειοψηφίας, καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι αυτά δεν γίνονται ούτε πιο θεσμικά ούτε πιο ριζοσπαστικά εξαιτίας μιας τέτοιας συμμετοχής. Η λαϊκιστική δεξιά κουβαλά μαζί της στις τυπικές ή άτυπες διακυβερνητικές θέσεις που αναλαμβάνει την (λιγότερο ή περισσότερο ριζοσπαστική) προσωπικότητά της. Έτσι, αν βρίσκεται σε φάση θεσμοποίησης όπως π.χ. η Alleanza Nationale του Fini ή, αντιθέτως, αν βρίσκεται σε φάση ριζοσπαστικοποίησης όπως π.χ. το Schweizerische Volkspartei του Blocher, η συμμετοχή στη διακυβέρνηση λειτουργεί ως πολιτική ευκαιρία προκειμένου ο χώρος του λαϊκισμού και των άκρων να προχωρήσει προς μια προοπτική που έχει δρομολογηθεί.
Μπορεί να μην επηρεάζεται η παραγωγή πολιτικής από τη συμμετοχή λαϊκιστών και ακροδεξιών στην κυβέρνηση κατά τρόπο διαφορετικό από ό,τι αυτό ήδη συμβαίνει από την ίδια την παρουσία και τη δράση τους στην πολιτική και κομματική σκηνή, όμως μια τέτοια συμμετοχή χαλαρώνει προς τα κάτω τα όρια της δημοκρατικής ανοχής. Αν η δημοκρατία δεν θέτει αυστηρές προϋποθέσεις όσον αφορά τους δρώντες και τους ρόλους που αυτοί μπορούν και πρέπει να αναλάβουν, τότε το ιδεολογικό φορτίο του λαϊκισμού, του εθνικισμού και του εξτρεμισμού γίνεται υιοθετήσιμο χωρίς αναστολές από πολλούς, γίνεται κοινωνικά αποδεκτό, εν τέλει φαίνεται πολιτικά ανώδυνο.
Σε ποιους απευθύνεται
Από τη δεκαετία του 1990 η πολιτική και ιδεολογική απο-ουσιαστικοποίηση του δεξιού λαϊκισμού και της Ακρας Δεξιάς είναι μια υπαρκτή πραγματικότητα. Ήταν η εποχή που από μελετητές του ακροδεξιού και νεολαϊκιστικού φαινομένου παρατηρήθηκε κάτι πολύ ενδιαφέρον: η Ακρα Δεξιά είχε διεισδύσει στους ανειδίκευτους εργάτες και τα χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα, υψηλός αριθμός των οποίων, αντί να ψηφίζει π.χ. Κομμουνιστές ή Σοσιαλιστές, ψήφιζε Ακρα Δεξιά. Πρόκειται για το φαινόμενο του “εργατο-λεπενισμού”, όπως αποκλήθηκε στη Γαλλία (φαινόμενο προλεταριοποίησης).
Τα πολυσυλλεκτικά κόμματα εγκαταλείπονται από τους παραδοσιακούς εκλογείς τους και το κομματικό σύστημα βρίσκεται σε κρίση, η Ακρα Δεξιά διεκδικεί -αδιακρίτως άλλων γνωρισμάτων τους- απογοητευμένους ψηφοφόρους από παντού: τη βιομηχανική εργατική τάξη, τους ηλικιωμένους και τις νοικοκυρές, τους νέους που φοβούνται για το μέλλον τους, τους απασχολούμενους σε επισφαλή επαγγέλματα και όσους δεν έχουν ικανότητα διαπραγμάτευσης στην αγορά.
Δε γνωρίζουμε αν τα κόμματα της Ακρας Δεξιάς θα εξελιχθούν σε “νέα κόμματα μαζών” τώρα που τα παλιά καταρρέουν, ούτε αν θα γίνουν “τα σύγχρονα εργατικά κόμματα” όπως ισχυρίζονται αρκετοί μελετητές τους. Διαθέτουν, ωστόσο, αυξανόμενη επιρροή και διεμβολίζουν τα παραδοσιακά κόμματα, εξελίξεις που επιτάθηκαν όταν η λαϊκιστική και ακραία δεξιά βρέθηκαν στο προσκήνιο της πολιτικής σκηνής, όταν τελείωσε η καραντίνα στην οποία την είχε βάλει η μεταπολεμική πολιτική ελίτ.

Η ΑΤΑΚΑ στη Βουλγαρία και το Κόμμα της Μεγάλης Ρουμανίας είναι υπερεθνικιστικά μορφώματα, με επιθετικό λαϊκιστικό λόγο, που έχουν πολλές συνάφειες με τα εθνικο-σοβινιστικά κόμματα της βορειοευρωπαϊκής ακροδεξιάς: είναι αφενός υπέρ ενός ισχυρού κράτους πρόνοιας οι υπηρεσίες του οποίου προορίζονται αποκλειστικά και μόνο για την εθνική κοινότητα των γηγενών, αφετέρου είναι κόμματα αυταρχικά, που στρέφονται κατά των μειονοτήτων, ευρωσκεπτιστικά, επιρρεπή στη συνωμοσιολογία, αλλά και στο διπλό λόγο: ο Siderov με περισσή ευκολία περνά από τον αντισυστημικό λόγο στη στήριξη της κυβέρνησης του Μπόρις Μπορίσοφ, από την καταγγελία του Μπορίσοφ ως πράκτορα των Αμερικανών στην υπεράσπισή του – αλλά και ο Tudor από ακραίος αρνητής του Ολοκαυτώματος και αντισημίτης μετατράπηκε σε προσκηνητή του Άουσβιτς και φίλο του Ισραήλ
Η Ακρα Δεξιά ευδοκιμεί σε μεταβατικές εποχές και στα δίχτυα της μπλέκονται συνήθως οι χαμένοι από τη μετάβαση· όσοι δεν ευνοούνται στις συνθήκες της νέας εποχής ή και όσοι φοβούνται ότι δε θα τα καταφέρουν. Το κενό που δημιουργείται σε μεταβατικές περιόδους για τους χαμένους έρχεται να καλύψει η επιλεκτική και νοσταλγική χρήση του παρελθόντος από τους λαϊκιστές και τους ακραίους, η φαντασίωση που δημιουργούν μιας συνεκτικής κοινότητας που ήταν στο παρελθόν παρούσα και μπορεί να αναβιώσει στο παρόν, αρκεί οι εθνικο-πολιτισμικά διαφορετικοί, οι εχθροί του Λαού, οι ξένοι και οι μεγάλες οικονομικές δυνάμεις να μην ναυαγήσουν μια τέτοια προοπτική.
Η Ακρα Δεξιά και ο Λαϊκισμός στα Βαλκάνια πάνε με γρήγορο βηματισμό: εξελίξεις πέντε περίπου δεκαετιών για το χώρο της ακροδεξιάς στη Δυτική Ευρώπη, που κάλυψαν μια απόσταση από τον νεοφασισμό έως το μεταφασισμό και τον νεολαϊκισμό, διανύονται στον καθαυτό μετακομουνιστικό κόσμο σε λιγότερο από δύο δεκαετίες. Οι συντομευμένες αυτές διαδρομές της ιστορίας κάνουν τα φαινόμενα πιο έντονα και τη μετατροπή τους λιγότερο σταθερή, χωρίς να σημαίνει ότι τα ίδια τα φαινόμενα του δεξιού λαϊκισμού και της άκρας δεξιάς είναι ριζικά διαφορετικά από ομόλογα φαινόμενα του δυτικοευρωπαϊκού κόσμου.

Το κείμενο αποτελεί ομιλία μου στη συνάντηση των Βαλκάνιων Πράσινων Κομμάτων, μελών του Ευρωπαϊκού Πράσινου Κόμματος, που έγινε στην Αθήνα και είναι δημοσιευμένο στο "Τα ΕΝ ΟΙΚΩ εν δήμω", έντυπο των Οικολόγων-Πράσινων της Θεσσαλονίκης http://enoiko.blogspot.com/2012/01/blog-post_3932.html

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Η Ευρωπαϊκή Άκρα Δεξιά

Από το εξώφυλλο του βιβλίου του καθ. Α. Έλληνα
Από συνέντευξή μου στο περιοδικό re-public:
(ολόκληρη η συνέντευξη στο σύνδεσμο http://www.re-public.gr/?p=4475 - in english http://www.re-public.gr/en/?p=5028)

Η έρευνα και η επιστημονική βιβλιογραφία υποστηρίζει πως η άκρα δεξιά είναι ένα μεταπολεμικό δημιούργημα. Ακόμη κι αν θεωρήσουμε (και όντως πρέπει να το κάνουμε αυτό) πως κάποιες εκδοχές της είναι νεοφασιστικές, τα ακροδεξιά μορφώματα –οργανώσεις και κόμματα- δημιουργούνται μέσα στην μεταπολεμική πραγματικότητα. Θα ήμασταν, ωστόσο, τυφλοί αν δεν διακρίναμε τις υπάρχουσες εκλεκτικές συγγένειες με τις λεγόμενες «κουλτούρες του αντι-διαφωτισμού» (βλ. επ’αυτού το έργο του Pierre Milza και του Zeev Sternhell): η ακροδεξιά είναι εθνικιστική, αντι-πλουραλιστική, αντι-οικουμενική, αντι-φιλελεύθερη. Όλες αυτές είναι αρχές εναντιωματικές στα προτάγματα του διαφωτισμού και είναι αυτές που συγκροτούν τον ιδεολογικό κορμό της ακροδεξιάς. Κι αν στο πρώτο κύμα της άκρας δεξιάς οι εκλεκτικές συγγένειες με τις κουλτούρες αυτές είναι προφανείς, με το δεύτερο κύμα δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αυτό δείχνει καταρχάς ότι συνιστά ένα παντελώς καινούργιο μόρφωμα. Δείτε το παράδειγμα του Κόμματος της Προόδου (Fremskridtspartiet) στην Δανία. Ωστόσο, ενώ αρχικά η ίδρυση αυτού του κόμματος είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας πανετελώς νέας πραγματικότητας, στη συνέχεια αναδείχθηκαν οι εκλεκτικές συγγένειές του με το παρελθόν (υιοθέτησε μια ακραία αντι-μεταναστευτική ρητορική και πολιτική, από αντι-κρατικό εξελίχθηκε σε θειασώτη του κοινωνικού κράτους, αν και μόνο για τους γηγενείς Δανούς, θέτοντας στο στόχαστρο την αρχή της ισότητας, κοκ). Με τις παρατηρήσεις μου αυτές θέλω να πω ότι η άκρα δεξιά έχει μια κυματοειδή ανάπτυξη και τα κύματα παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους, όμως υπάρχουν και συγκλίσεις, συνέχειες από το ένα κύμα στο άλλο, εκλεκτικές συγγένειες.

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Η πολιτική που "γέννησε" τον Μπρέιβικ

Στην προπαγάνδα των κινημάτων και καθεστώτων του Αντιδιαφωτισμού, η πολιτική δράση παρουσιάζεται ως ιερή τελετουργία και ο αρχηγός που την καθοδηγεί εμφανίζεται ως λυτρωτής, με υπεράνθρωπες ιδιότητες, στον οποίο υποτάσσονται οι οπαδοί. Αλλά και στην κριτική του Αντιδιαφωτισμού, η απόρριψή του συνοδεύεται συχνά από την περιφρόνηση και τη δαιμονοποίησή του: η ιδέα της «ενσάρκωσης του Κακού», το οποίο ενοικεί στον «αρρωστημένο» κόσμο του «παράφρονα» αρχηγού, θέτει φαινόμενα από τον ιστορικό φασισμό και τον ολοκληρωτισμό ως τον πολιτικό εξτρεμισμό και τον φονταμενταλισμό, εκτός του ρου της Ιστορίας.

Μετά το δραματικό γεγονός της εν ψυχρώ μαζικής σφαγής νέων στη Νορβηγία, η ιδιότητα του ψυχικά διεστραμμένου αποδόθηκε αυθόρμητα στον δράστη. Προφανώς και δεν προηγήθηκε ψυχιατρική διάγνωση· αλλά και αν υπάρξει, δεν πρόκειται να αλλάξει το γεγονός ότι ο Αντερς Μ. Μπρέιβικ είναι κυρίως ένας εξτρεμιστής φανατικός. Αντί να αποδίδουμε τις αιτίες σε μια άρρωστη ψυχοδομή, απαλλάσσοντάς τον από την ατομική ευθύνη για ό,τι διέπραξε, αλλά και την κοινωνία από την υποχρέωση να αναστοχαστεί το συλλογικό πλαίσιο της πράξης αυτής, ας επιχειρήσουμε να διασυνδέσουμε το ακραίο συμβάν με τις ιστορικοπολιτικές συνθήκες που το κατέστησαν δυνατό.
Διαβάζοντας γραπτά του Μπρέιβικ, ένα είναι σίγουρο: ο δράστης πήρε κατά γράμμα τον βαθιά ξενοφοβικό, εναντιωματικό, διαρκώς υπαινικτικό, γεμάτο προκαταλήψεις και ρατσιστικά στερεότυπα λόγο της νορβηγικής ακραίας Δεξιάς (που δεν διαφέρει από εκείνον των ευρωπαίων ομολόγων της). Γράφοντας αυτές τις γραμμές, στον νου έρχεται μια φράση του Κουρτ Σβίτερς από το μανιφέστο του περί Συνεπούς Ποίησης, όσον αφορά τις απεριόριστες σημασιολογικές δυνατότητες των λέξεων. Στη νορβηγική Ακροδεξιά, που εμφανίζεται στη δεκαετία του 1970 ως Κόμμα του Αντερς Λάνγκε και μετά ως Κόμμα της Προόδου, ο πολιτικός λόγος των απεριόριστων αρνητικών συνειρμών για τον Ξένο περισσεύει.

Σε μια χώρα που υποδεχόταν μετανάστες από παλιά, αλλά το Μεταναστευτικό δεν είχε μετατραπεί σε διαιρετικό πολιτικό διακύβευμα, ήρθε η ακραία Δεξιά να ανατρέψει το γεγονός. Αρχικά, με επιχειρήματα που είχαν φαινομενικά εμπράγματο περιεχόμενο, οι μετανάστες παρουσιάζονταν ως «άδικο φορτίο για τους φορολογουμένους» και η μετανάστευση ως υπόθεση «ακριβή» που «επιβάρυνε» το κοινωνικό κράτος. Στη συνέχεια το Κόμμα της Προόδου υιοθέτησε μια επιθετική αντιμεταναστευτική στάση. Η μετανάστευση χαρακτηρίστηκε «επικίνδυνη», γι΄ αυτό «δεν είναι ανήθικο κανείς να αντιδρά... προλαμβάνοντας ραγδαίες αλλαγές στον συνεκτικό χαρακτήρα του πληθυσμού», αναφερόταν στο εκλογικό μανιφέστο της το 1997, με το οποίο το κόμμα του Καρλ Χάγκεν εκτοξεύθηκε από το 6,3% (1993) στο 15,3%, βάζοντας πλώρη για άσκηση επιρροής στη διακυβέρνηση.

Η εκλογική άνοδος του Κόμματος της Προόδου ήταν τόσο μεγαλύτερη όσο επιθετικότερος γινόταν ο λόγος του κατά των ξένων, ειδικότερα των μουσουλμάνων: «Ο δράστης είναι ξένος» έγραφε η λεζάντα στην προεκλογική αφίσα του κόμματος το 2005 (τότε το κόμμα ξεπέρασε το 22% στις εκλογές), η οποία έδειχνε οπλισμένο άνδρα σε στρατιωτική περιβολή· συγχρόνως οι εκλογείς ένιωθαν τρομοκρατημένοι από «αποκαλύψεις» του Χάγκεν όσον αφορά τις κρυφές προθέσεις των μουσουλμάνων να «καθαρίσουν» τον κόσμο από τους χριστιανούς, όπως οι ναζί είχαν κάνει με τους εβραίους. Ο Μπρέιβικ δεν χρειάστηκε να μεταφράσει σε άλλον κώδικα το μήνυμα της κατεστημένης Ακροδεξιάς· μετέφερε τα λόγια της στο δικό του μανιφέστο, καθοδηγούμενος από αυτά συνειρμικά στο καθήκον της βίαιης δράσης: «... ο δημοκρατικός αγώνας εναντίον της ισλαμοποίησης της Ευρώπης έχει χαθεί... Σε 50-70 χρόνια θα είμαστε μειονότητα. Μόλις το κατάλαβα, αποφάσισα να αναζητήσω διαφορετικές μορφές αντίστασης» γράφει χαρακτηριστικά.

Είναι άραγε δυνατόν σε ευημερούσες χώρες να έχει πατήσει τόσο γερά πόδι ο εξτρεμισμός; Από τη Νορβηγία, τη Δανία, τη Φινλανδία, τη Σουηδία ως τη Γαλλία, την Ελβετία, την Αυστρία ή το Βέλγιο, αλλά και τις λιγότερο αναπτυγμένες Ρουμανία, Βουλγαρία, Ελλάδα, ο εξτρεμισμός ενισχύεται διαρκώς. Η πολιτική δυσαρέσκεια και διαμαρτυρία, που είναι έντονη στη Νορβηγία από τις αρχές του ΄80, αποτέλεσαν την προϋπόθεση η ακραία Δεξιά να βγει από την πολιτικο-εκλογική αφάνεια. Εφαρμόζοντας στρατηγικές πολιτικού μάρκετινγκ επένδυσε στη δυσθυμία των πολιτών, εκτονώνοντας ανασφάλειες και φόβους, όχι γιατί υπέδειξε διεξόδους, αλλά γιατί στοχοποίησε τους υποτιθέμενους ενόχους, συγκροτώντας ένα συνεκτικό αφήγημα για τους υπαίτιους του ρευστού μας κόσμου: προπάντων για τους πολιτικούς, το (σκανδιναβικό) συναινετικό μοντέλο δημοκρατίας και τα κόμματα που το στηρίζουν.

Ας μην της ρίχνουμε όμως όλη την ευθύνη. Το έργο της συντρέχουν πρόθυμα αναλυτές που ρέπουν στη συνωμοσιολογία, διανοούμενοι με αντικοινοβουλευτικές και αντιδημοκρατικές αντιλήψεις, ανώνυμοι του Διαδικτύου από την υπερεθνικιστική σκηνή. Ολοι αυτοί, αναδεύοντας την πλούσια δεξαμενή του Αντιδιαφωτισμού, φροντίζουν για τη διαρκή ανανέωση των ιδεών του πολιτικού εξτρεμισμού.


Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ, 31.07.2011. Διαθέσιμο εδώ http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=413427 

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Ερωτηματολόγιο: Γνώμες και αντιλήψεις των "Αγανακτισμένων" πολιτών

Ποιο το προφίλ όσων συγκεντρώνονται στις πλατείες διαμαρτυρόμενοι, ποια η γνώμη τους για τη σημερινή κατάσταση, για τη δημοκρατία, τους πολιτικούς, τα κόμματα, τους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς γενικότερα, τι λένε για το μνημόνιο και την κρίση;
Απαντήστε το σχετικό ερωτηματολόγιο, που είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση που ακολουθεί:

http://freeonlinesurveys.com/rendersurvey.asp?sid=fx0ud72j3uzj295927386

H έρευνα είναι σε εξέλιξη και διεξάγεται με πρωτοβουλία ερευνητών και πανεπιστημιακών (εμού περιλαμβανομένης).

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Διημερίδα: 16 & 17 Ιουνίου-Θεσσαλονίκη

 (Απόσπασμα από την πρόσκληση υποβολής προτάσεων συμμετοχής - λεπτομέρειες του προγράμματος στον ιστότοπο της ΕΕΠΕ  http://www.hpsa.gr)

Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και η Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης  σας προσκαλούν να συμμετάσχετε στις εργασίες διημερίδας με αντικείμενο τη μελέτη της εκλογικής συμπεριφοράς και των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα. Ως σημείο εστίασης επιλέχτηκε η συγκριτική αξιολόγηση της ερμηνευτικής ισχύος δύο κλασικών μοντέλων εκλογικής συμπεριφοράς: εκείνων της θεματικής ψήφου και  της κομματικής ταύτισης.

Η έκταση της θεματικής ψήφου εκτιμάται συνήθως ως αντιστρόφως ανάλογη του ποσοστού των ψηφοφόρων που αισθάνονται κομματικά ταυτισμένοι αλλά και ανάλογη του βαθμού συγκεκριμενοποίησης των προτιμήσεων πολιτικής που εκφράζουν οι κομματικοί δρώντες. Βάσει της παραπάνω συνθήκης, η σημασία των θεματικών προτιμήσεων των ψηφοφόρων σε μια δημοκρατία ιστορικά πολωμένου κομματικού ανταγωνισμού, όπως η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία, αναμένεται να είναι περιορισμένη. Ωστόσο, τα παραδείγματα ζητημάτων επικαιρότητας που θεωρούνται κρίσιμα για την έκβαση εκλογικών αναμετρήσεων είναι πολλά (π.χ. ένταξη στην ΕΟΚ, σκοπιανό, κρίση Ιμίων, αναγραφή θρησκεύματος στις ταυτότητες, πυρκαγιές στην Αττική και την Πελοπόννησο, Μνημόνιο κ.ά.). 

Tο κεντρικό ερώτημα της διημερίδας σχετίζεται με το κατά πόσο οι ερμηνείες της θεματικής ψήφου και της κομματικής ταύτισης είναι δυνατό να συνυπάρχουν και, πιθανότατα, το βαθμό μεταστροφής του εκλογικού ανταγωνισμού στην Ελλάδα από μια σταθερή έκφραση ταυτότητας σε μια ευμετάβολη (και συχνά αρνητική) επιλογή που στηρίζεται σε πολιτικά ζητήματα.

Αποσκοπώντας στη διερεύνηση του παραπάνω ερωτήματος, η διημερίδα θα οργανωθεί γύρω από τους παρακάτω θεματικούς άξονες:
•    Ιστορική παρουσίαση της επίδρασης ζητημάτων στην πολιτική συγκυρία
•    Η θέση των προτιμήσεων πολιτικής στο λόγο των ελληνικών κομμάτων
•    Εκτίμηση της επίδρασης παλαιών και νέων ζητημάτων στην ψήφο
•    Τεχνικές μέτρησης της επίδρασης των προτιμήσεων πολιτικής στην ψήφο
•    Ζητήματα θέσης και ζητήματα ικανότητας
•    Η σημασία των ζητημάτων σε άλλα πολιτικά συστήματα