Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Οικονομική Κρίση και τα Άκρα στο Κομματικό Σύστημα



"Η ενδυνάμωση του ακροδεξιού χώρου συνέπεσε χρονικά με τις εκδηλώσεις της πρώτης μεγάλης μεταπολεμικής οικονομικής κρίσης στις ευρωπαϊκές χώρες και τις μεταβολές που συντελέστηκαν στην παραγωγική δομή (συρρίκνωση της βαριάς βιομηχανίας και ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα) και στην κοινωνική δομή των βιομηχανικών χωρών (διεύρυνση των υπαλληλικών στρωμάτων, αλλά και μαζική είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας). Η εγκατάσταση της άκρας δεξιάς στο προσκήνιο της πολιτικής συνδυάστηκε με τις δυσκολίες των πολιτικών και κομματικών δυνάμεων της διαπραγματευτικής διακυβέρνησης να αντιμετωπίσουν τις μεταβολές αυτές: δηλαδή να προσαρμόσουν το ισχύον μοντέλο διακυβέρνησης στα νέα κοινωνικο-οικονομικά δεδομένα, τα οποία επέβαλαν στην πολιτική ημερήσια διάταξη καινούργια διακυβεύματα και δημιούργησαν νέες διαιρέσεις στην κοινωνική δομή. Η προσαρμογή αυτή ήταν αναγκαία προκειμένου οι παραδοσιακές πολιτικές και κομματικές δυνάμεις να αντιστοιχηθούν στα όχι πλέον με τους όρους των ιστορικών κοινωνικο-πολιτισμικών σχάσεων ταξινομήσιμα κοινωνικά ζητήματα που αναδεικνύονταν στη μεταβιομηχανική εποχή.

Ενώ, λοιπόν, η σύγκλιση σε επίπεδο πολιτικών θέσεων, καθώς και ο συμβιωτισμός, η συνεργασία και η συναίνεση των πολιτικών και κομματικών δυνάμεων ήταν το κατ’εξοχήν γνώρισμα στις διαπραγματευτικές δημοκρατίες εκείνης της εποχής, η νέα κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα απαιτούσε περισσότερο διακριτές πολιτικές θέσεις, μεγαλύτερη διαφοροποίηση των κομμάτων μεταξύ τους και ανταπόκρισή τους στις διαθέσεις και τα αιτήματα των εκλογέων. Κατακλυσμένα από το άγχος, ώστε η οικονομική ύφεση και οι κοινωνικές αλλαγές να μην δημιουργήσουν θεσμικά αδιέξοδα (ακυβερνησία) και πολιτικές ανατροπές (ασυμετρία στη δύναμη των κοινωνικο-πολιτισμικών περιβαλλόντων), τα κόμματα και οι παράγοντες της διακυβέρνησης κράτησαν αμυντική στάση απέναντι στις νέες μορφές πολιτικής έκφρασης και έδειξαν αμηχανία στην αντιμετώπιση του κλίματος πολιτικής διαμαρτυρίας και των πολυσυλλεκτικού περιεχομένου κοινωνικο-πολιτικών αιτημάτων που συνόδευαν τις εκφράσεις αυτές. Μάλιστα, οι δυνάμεις της διαπραγματευτικής διακυβέρνησης συνέκλιναν κι άλλο μεταξύ τους, αφήνοντας χώρο στην άκρα δεξιά (όπως και σε άλλα νέα κομματικά μορφώματα του αριστερού φάσματος) να αναδειχθεί στην κομματική και την κεντρική πολιτική σκηνή. Η συνεχιζόμενη σύγκλιση και συναίνεση σε μια συγκυρία οικονομικής ύφεσης και κοινωνικο-οικονομικών αλλαγών έφερε τα κόμματα αντιμέτωπα τόσο με την παραδοσιακή εκλογική βάση τους, η οποία αισθανόταν εγκαταλελειμμένη από αυτά, όσο και με τους κομματικά αδέσμευτους και τους θεματοκεντρικά προσανατολισμένους εκλογείς, οι οποίοι ένιωθαν παραγνωρισμένοι από τα κόμματα της διακυβέρνησης συνολικά. Με τη στάση τους αυτή, όμως, τα παραδοσιακά κόμματα της διακυβέρνησης είχαν εκλογικές απώλειες από παντού, ενώ τα ακροδεξιά κόμματα άρχισαν να εμφανίζουν εκλογικά κέρδη σχεδόν από παντού.

Με άλλα λόγια, τουλάχιστον κατά την πρώτη φάση εκδήλωσης των αλλαγών που έφερε μαζί της η μεταβιομηχανική εποχή, τα παραδοσιακά κόμματα της διακυβέρνησης παρέμειναν προσηλωμένα στο ρόλο τους ως κομμάτων της πολιτικής προσφοράς, παρότι είχε διαβρωθεί η κοινωνική βάση τους, όπως επίσης ό,τι δικαιολογούσε την υπόστασή τους ως κομμάτων της προσφοράς. Χρησιμοποιώντας ιδέες από μια περιγραφή του Thorsen, η οποία αναφέρεται στη σταθερότητα της πολιτικής ζωής μέσα στα περιβάλλοντα των διαπραγματευτικών δημοκρατιών, θα επαναδιατυπώναμε τα παραπάνω ως εξής: Την ύστερη μεταπολεμική περίοδο, το πολιτικό τοπίο στα συστήματα της διαπραγματευτικής διακυβέρνησης είχε αποσταθεροποιηθεί, τα κυρίως στοιχεία του όμως παρέμεναν αγκυλωμένα στις θέσεις τους. Κατά το παρελθόν, σύμφωνα με τον Thorsen, η σταθερότητα του πολιτικού τοπίου απεικόνιζε την πραγματική κατάσταση του λαού – τα οικονομικά συμφέροντά του επενδυμένα με κοσμοαντιλήψεις, ιστορικές παραδόσεις και τρόπους θέασης των κοινωνικών ζητημάτων. Η αποσταθεροποίηση του πολιτικού τοπίου ήταν το αποτέλεσμα αλλαγών στην, κατά Thorsen, πραγματική κατάσταση του λαού. Η αποσταθεροποίηση αυτή, σε συνδυασμό με την αμετάβλητη συμπεριφορά των στοιχείων του πολιτικού τοπίου (κομμάτων, πολιτικής ελίτ), άνοιξε το δρόμο για την ανάπτυξη της άκρας δεξιάς. Η πολιτικο-εκλογική ισχυροποίησή της επιφέρει εν τέλει ό,τι οι υπόλοιπες δυνάμεις μάχονταν να αποφύγουν: ανατροπές στο κομματικό σύστημα και κρίση στο σύστημα της διακυβέρνησης."

Η εικόνα από το εξώφυλλο της αυστραλιανής έκδοσης (Penguin Books) του βιβλίου του P. Krugman, The Return of Depression Economis.

Το κείμενο
από το βιβλίο μου Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης, Εκδ. Καστανιώτη, 2008 (σ. 304-6)

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010


"Deep in the brain" ενός θεωρητικού του λαϊκισμού*

Ο Helmut Dubiel είναι καθηγητής (ομότιμος πλέον) Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Giessen (Γερμανία) και μεταξύ των ετών 1989 -1997 διηύθυνε το φημισμένο Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας, το οποίο είχαν ιδρύσει οι θεμελιωτές της Σχολής της Φρανκφούρτης, Theodor Adorno και Max Horkheimer.
Ο Dubiel έχει μια διεθνή επιστημονική παρουσία (δίδαξε για αρκετά χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και του Μπέρκλεϋ), το δε επιστημονικό έργο του επηρέασε σημαντικά την κατεύθυνση των ερευνών για το φαινόμενο του λαϊκισμού. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, ήταν ήδη γνωστός για τις μελέτες του σχετικά με τους λεγόμενους ιστορικούς λαϊκισμούς (το κίνημα των αγροτών στις ΗΠΑ, τη Ρωσία και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη στα τέλη του 19ου αιώνα), αλλά και τα λαϊκιστικά κινήματα και τα καθεστώτα του 20ού αιώνα – του Βάργκας στη Βραζιλία και του Περόν στην Αργεντινή. Σύμφωνα με το γερμανό καθηγητή, ο λαϊκισμός δεν περιγράφει μόνο ένα συγκεκριμένο τύπο κοινωνικού κινήματος, που έχει ως κύριο στοιχείο του τον αντικαπιταλισμό και εμφανίζεται ως αντίδραση στον εκσυγχρονισμό. Επιπλέον, ο λαϊκισμός αποτελεί μια ’εξουσιαστική τεχνική’, την οποία εφαρμόζει μια ελίτ, ώστε στηριζόμενη στο λαό, να καταλάβει την εξουσία.Με τις τεχνικές του λαϊκισμού ασχολήθηκε αρκετά ο Dubiel, για να υποστηρίξει ότι εν τέλει ο λαϊκισμός είναι η εφαρμογή μιας ‘αντεστραμμένης ψυχανάλυσης’ (Leo Löwenthal): ο λαϊκιστής ηγέτης κάνει το αντίθετο από ό,τι ο καλός ψυχαναλυτής: ενισχύει τους ασυνείδητους φόβους, τις προκαταλήψεις και τους καταγκασμούς των οπαδών του – ‘η ανωριμότητά τους είναι το δικό του κεφάλαιο’, υποστηρίζει ο Dubiel, προκειμένου ο αρχηγός να κατακτήσει την εξουσία.
Στην ακμή της καριέρας του και στην ηλικία μόλις των 46 χρόνων στον Dubiel διαγνώστηκε ότι πάσχει από την ασθένεια του Πάρκινσον। Αν η ασθένεια προσβάλλει περίπου το 0,16% του παγκόσμιου πληθυσμού, με τους ασθενείς να προέρχονται από τις ηλικιακές ομάδες των 60 με 65 ετών και άνω, ο Dubiel ανήκει στους ακόμα λιγότερους που δέχθηκαν την επίθεσή της όντας στις αρχές της δεκαετίας των σαράντα (young οnset parkinsons)। Για πολλά χρόνια, πριν και μετά την επίσημη διάγνωση, αγνόησε την ασθένεια και συγκάλυψε το πρόβλημα από τον περίγυρό του। Παρά το ότι είχε δουλέψει εντατικά κατά την ανάλυση του λαϊκιστικού φαινομένου με τις συνέπειες της απώθησης των ασυνείδητων φόβων και καταναγκασμών, ο ίδιος υπέβαλε τον εαυτό του σ’έναν παρεμφερή μηχανισμό απόκρυψης της ασθένειας। Όπως στην κοινωνία και την πολιτική, έτσι και στην προσωπική βιογραφία, οι συνέπειες μιας τέτοιας απώθησης είναι οδυνηρές: για τον ίδιο κορυφώνονται με την αναγκαστική όσο και σχεδόν εξευτελιστική παραίτησή του από τη διεύθυνση του Ινστιτούτου Κοινωνικής Έρευνας.Δεκαπέντε χρόνια μετά, ωστόσο, ο Dubiel βρήκε το κουράγιο να αναμετρηθεί με τη νόσο και να απελευθερωθεί από ό,τι απωθούσε। Το βιβλίο του Tief im Hirn (Βαθειά μέσα στον εγκέφαλο) αποτελείμια ρεαλιστική περιγραφή
της ασθένειας και της πορείας ενός σημαντικού ανθρώπου σε μια προσωπική, κοινωνική και επιστημονική διαδρομή που εγκιβωτίζεται στη δύσκολη και, μέχρι τώρα, ανίατη συμπτωματολογία της νόσου।
Ο αναγνώστης του βιβλίου, εκτός από μια κατανοητή περιγραφή της ασθένειας και πληροφορίες γύρω από τη φαρμακολογία και τις νέες τεχνικές που εφαρμόζονται για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή της, έρχεται κυρίως αντιμέτωπος με τις συνέπειές της, έτσι τουλάχιστον όπως τις βιώνει ένας ασθενής: συγκάλυψη, απομόνωση, αίσθηση βαθιάς προσβολής και, συγχρόνως, αγώνας για αναγνώριση και αποδοχή, αλλά και για σωματική και πνευματική εγρήγορση είναι οι προσωπικές εμπειρίες και τα μηνύματα του συγγραφέα του βιβλίου. Ο ασθενής από τη νόσο του Πάρκινσον Dubiel έχει εμφυτευμένα ηλεκτρόδια στον εγκέφαλό του, τα οποία, με τη βοήθεια μιας ρυθμίζουσας συσκευής – ενός τηλεκοντρόλ, του επιτρέπουν την επιλογή μεταξύ είτε του να μιλά είτε του να βαδίζει. Παρ ά τις ταλαιπωρίες, εξακολουθεί να έχει τη δύναμη να στοχάζεται κριτικά και ελεύθερα. Στο βιβλίο, ο κοινωνικός επιστήμονας Dubiel διασυνδέει τις εμπειρίες του ως ασθενούς με την κριτική σκέψη: την εκδήλωση της ασθένειας με την τυχαιότητα, τη συγκάλυψή της με το φόβο του στιγματισμού, τη μάχη εναντίον της με όρους επιστημονικούς αλλά και ατομικούς, την κατανόησή της ως στοχείο των αναπότρεπτων αβεβαιοτήτων που αποτελούν τον κανόνα στις ‘κοινωνίες του ρίσκου’. Επειδή, πάντως, οι αμφισημίες και η συνθετότητα είναι συνοδευτικά στοιχεία όλων των κοινωνικών φαινομένων, όπως και όλων των στιγμών της προσωπικής ζωής, ο Dubiel δεν διστάζει να πει: ‘Εάν είχα την επιλογή μεταξύ μιας ζωής σε ένα σώμα και στη συνείδηση ενός άλλου (υγειούς) προσώπου και της συνέχισης της δικής μου ζωής μέσα σ’εμένα τον ίδιο, δεν θα δίσταζα λεπτό να αποφασίσω υπέρ της δεύτερης επιλογής’.

*Το βιβλίο σημείωσε εκδοτική επιτυχία στη Γερμανία και προσφάτως μεταφράστηκε στα αγγλικά।Η φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο της αγγλικής έκδοσης।


Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

Πολιτικά Κόμματα


Απόσπασμα από το άρθρο μου με τίτλο "Πώς γεμίζει η δεξαμενή της άκρας δεξιάς;", δημοσιευμένο στο βιβλίο "Κόμματα και Πολιτική στην Ελλάδα", επιμέλεια Γ. Κωνσταντινίδη, Ν. Μαραντζίδη, Τ. Παππά, Εκδ. Κριτική, 2009.

"Kατά τις δύο και πλέον τελευταίες δεκαετίες ερωτήματα περί της ανανέωσης και του μετασχηματισμού της κομματικής σκηνής στις σύγχρονες αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες βρέθηκαν στο επίκεντρο των πολιτικο-επιστημονικών αναλύσεων. Ο σχετικός προβληματισμός συμπυκνώθηκε στην όλη γνωστή συζήτηση περί της «αποευθυγράμμισης/αποστοίχισης» (dealignment) και της «επανευθυγράμμισης/επαναστοίχισης» (realignment) των ψηφοφόρων από τα κόμματα. Οι υπέρμαχοι της θέσης της «αποευθυγράμμισης» και της «επανευθυγράμμισης» είναι πολλοί. Ενδεικτικά αναφέρω το συλλογικό έργο των Dalton και Wattenberg (2000), στο οποίο μερικοί από τους σημαντικότερους πολιτικούς επιστήμονες των ημερών μας συμπυκνώνουν παλιότερες θέσεις τους και επεξεργάζονται πλούσιο εμπειρικό υλικό υποστηρίζοντας την αποδέσμευση των ψηφοφόρων από τα κόμματα, τη φθορά των συναισθηματικών, οργανωτικών και ιδεολογικών δεσμών ψηφοφόρων-κομμάτων, την «παρακμή των κομμάτων» και την υποκατάσταση του ρόλου τους από νέες «μη-κομματικές μορφές δράσης», για να χρησιμοποιήσω ορισμένες χαρακτηριστικές διατυπώσεις του Dalton (2000: 23, 32). Ο αντίλογος στις προαναφερθείσες θέσεις έχει, επίσης, προ καιρού διατυπωθεί. Με επιστημονικό πάθος έχει συνεισφέρει στο σχετικό αντίλογο ο Mair (1993), ο οποίος θεωρεί «μύθο» την εκλογική μεταβολή και περισσότερο άξιο μελέτης το φαινόμενο της «ανθεκτικότητας» των παραδοσιακών/«παλιών» κομμάτων στις ώριμες δημοκρατίες του δυτικού κόσμου.
Ωστόσο, ανάμεσα στις προαναφερθείσες οριακές θέσεις: «παρακμή των κομμάτων» από τη μια μεριά, «μύθος της εκλογικής μεταβολής» από την άλλη, χωρά και μια τρίτη περιγραφή.

Η εκλογική μεταβλητότητα αποτελεί αναντίρρητα ένα σύμπτωμα των μεταπολεμικών ευρωπαϊκών δημοκρατιών, που έχει εμπειρικά αποτυπωθεί στα ευρωπαϊκά κομματικά συστήματα , χωρίς ωστόσο να απολήγει ευθέως η παρατηρούμενη μεταβλητότητα σε ρευστότητα του κομματικού τοπίου. Για να εκφράσω διαφορετικά τις σκέψεις αυτές: μπορεί η εκλογική μεταβλητότητα να μην αποτελεί «μύθο», ωστόσο η αντίληψη ότι η χαλάρωση των συλλογικών (μεταξύ αυτών και των κομματικών) ταυτίσεων οδηγεί σε μεταβολή των πολιτικών και κομματικών προτιμήσεων των ψηφοφόρων, συνιστά μια απλοποίηση. Στην κρίση του περί του «μύθου της εκλογικής μεταβολής» ο Mair μάλλον σφάλλει (την αυξανόμενη εκλογική μεταβλητότητα στις ύστερες μεταπολεμικές δεκαετίες πιστοποιούν με στοιχεία τους και οι Dalton, McAllister και Wattenberg), έχει ωστόσο δίκιο όταν ισχυρίζεται ότι «εξακολουθούμε να αναστοχαζόμαστε το πολιτικό ως μια λίγο έως πολύ αυτόματη αντανάκλαση του κοινωνικού». Ότι δηλαδή «όταν αλλάζει η κοινωνία υποθέτουμε ότι αλλάζει αυτομάτως και η πολιτική και όταν γίνονται δυσδιάκριτοι οι ταξικοί ή άλλοι κοινωνικοί διαχωρισμοί υποθέτουμε ότι ακολουθεί αναπότρεπτα η εκλογική μεταβολή» (Mair 1993: 129-130). H πραγματικότητα είναι μάλλον διαφορετική και ενίοτε πιο σύνθετη, καθώς έχει αποδειχθεί ότι οι πολιτικές διαιρέσεις και οι κομματικές ευθυγραμμίσεις μπορούν να επιβιώσουν των κοινωνικών αιτίων που τις προκάλεσαν, με αποτέλεσμα οι κομματικές ευθυγραμμίσεις των ψηφοφόρων (party alignment) να αποδεικνύονται ανθεκτικότερες από τις κομματικές ταυτίσεις (party identification) του εκλογικού σώματος.


Σε ό,τι αφορά στο ελληνικό κομματικό σύστημα και ειδικότερα σε ό,τι αφορά στον κεντροδεξιό και δεξιό πόλο του, ενδιαφέρον έχει να παρακολουθήσουμε τη διάταξη των κομματικών δυνάμεων στη διάρκεια της μεταπολίτευσης, καθώς και τις μεταβολές που συντελούνται στην περιοχή αυτή του κομματικού συστήματος από το 2000 και μετά, όταν στο δεξιό άκρο της κομματικής σκηνής κάνει την εμφάνισή του το κόμμα του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού (ΛΑ.Ο.Σ.). Ήταν η χαλάρωση των κομματικών ταυτίσεων μερίδας των συντηρητικών εκλογέων με τη Νέα Δημοκρατία (Ν.Δ.) ο λόγος που οδήγησε στην ίδρυση ενός κόμματος στα δεξιά της επί του ιδεολογικο-πολιτικού άξονα ή ήταν η αλλαγή στη στρατηγική αντιμετώπισης του ακροδεξιού κομματικού χώρου εκ μέρους της Ν.Δ. του Κώστα Καραμανλή, συγκριτικά με την αντίστοιχη στρατηγική του ιδρυτή της, η αιτία που δημιούργησε τις προϋποθέσεις μιας αυτοδύναμης παρουσίας του ΛΑ.Ο.Σ. στην κομματική σκηνή; Η διατύπωση του ερωτήματος κατ’αυτό το διαζευκτικό σχήμα κάθε άλλο παρά αποκλείει συνθετικού τύπου απαντήσεις. Με άλλα λόγια, η «κρίση των κομμάτων» και η ιδεολογικο-πολιτική «ομογενοποίηση» των κυβερνητικών κομμάτων μπορεί να δημιουργήσουν ένα ευνοϊκό πλαίσιο για την ανάδειξη νέων κομμάτων: διαμαρτυρίας ή/και ιδεολογικής ακαμψίας.

Αυτή, ωστόσο, η διαπίστωση είναι γενική προκειμένου να εξηγηθεί η κινητικότητα στην κομματική σκηνή, σε περιοχές συνήθως ένθεν και ένθεν των κομμάτων που είναι σε «κρίση» και «συγκλίνουν». Πολλώ μάλλον που τα τελευταία συχνά έχουν επιβιώσει αρκετά καλά σε συνθήκες κρίσης (βλ. Schmidt 1983), ενώ η διεύρυνση της πολυσυλλεκτικότητας έχει οδηγήσει τα κόμματα σε εκλογικούς θριάμβους. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι άλλοτε υπάρχουν περισσότερο και άλλοτε λιγότερο ευνοϊκές προϋποθέσεις για τη δημιουργία νέων κομμάτων, τα κόμματα που θίγονται από μια ενδεχόμενη διεύρυνση του κομματικού πλουραλισμού ή και από ευρύτερες ανακατατάξεις στο κομματικό σύστημα ποιες στρατηγικές εφαρμόζουν προκειμένου να απαντήσουν σε μια τέτοια νέα πραγματικότητα; Εν τέλει, πώς απάντησε η Ν.Δ. στην πρόκληση που δέχθηκε από τα δεξιά της τόσο κατά την πρώτη περίοδο (κόμματα του «εθνικού χώρου») όσο και κατά την ύστερη περίοδο της μεταπολίτευσης (ΛΑ.Ο.Σ.);"

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

Η "πολύπλοκη αλχημεία" της άκρας δεξιάς



Από την Εισαγωγή μου στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Paul Hainsworth (ed.), Η Ακροδεξιά. ιδεολογία-Πολιτική-Κόμματα, Αθήνα: Εκδ. Παπαζήση 2004


"…Όπως προκύπτει από την ποικιλία στον ιδεολογικο-πολιτικό προσανατολισμό της νέας άκρας δεξιάς, αυτή εμφανιζόμενη άλλοτε με τα μορφολογικά γνωρίσματα του δεξιού αυταρχισμού, άλλοτε πάλι με εκείνα του προνοιακού σοβινισμού και άλλοτε του λαϊκιστικού αντικρατισμού, παρουσιάζεται διαρκώς ως το αποτέλεσμα της ανάμειξης και της συγχώνευσης σε έναν ενιαίο κορμό μεταξύ τους αντιφατικών ή και αντιθετικών κοινωνικών αιτημάτων και πολιτικών ρευμάτων. Aποδίδοντας στη νέα άκρα δεξιά τον χαρακτηρισμό «πολύπλοκη αλχημεία», ο Hainsworth, πέρα από τα όποια ειδικά γνωρίσματα της προσάπτει, αναδεικνύει κατ’ ουσίαν ως κυρίαρχο στοιχείο της τη λειτουργία της σύντηξης και συναίρεσης που, ως δυνατότητα, εντοπίζεται στη μήτρα του φαινομένου της νέας ακροδεξιάς. Kατά τη γνώμη μας, η λειτουργία αυτή είναι απαραίτητη προκειμένου να αρθεί η πολιτική χασμωδία που εμφανίζεται από τη συνάντηση αντιφατικών και αντιθετικών πολιτικο-ιδεολογικών ρευμάτων, αλλά και προκειμένου να μετατραπεί αυτή η χασμωδία σε πολυσυλλεκτικότητα (ή, τουλάχιστον, σε πολυσυλλεκτική διαθεσιμότητα) όσον αφορά τη διεισδυτικότητα της νέας άκρας δεξιάς στο εκλογικό σώμα. Mια τέτοια λειτουργία, η οποία θα συναιρεί ή και θα συντήκει στην ιδεολογία και τον πολιτικό/προγραμματικό λόγο της νέας άκρας δεξιάς ιδέες και αντιλήψεις μιας υπερσυντηρητικής και αυταρχικής δεξιάς, μαζί με ορισμένες οικονομικές αντιλήψεις του πολιτικού κέντρου ή, ακόμη, και με ορισμένες ριζοσπαστικές κοινωνικές αντιλήψεις των άκρων στα αριστερά του πολιτικού κέντρου, χρειάζεται ένα ειδικό μέσον που θα προσανατολίζει και θα κινητοποιεί προς μια συγκεκριμένη ιδεολογικο-πολιτική κατεύθυνση το μείγμα που προκύπτει. H σαφής κλίση προς την ακροδεξιά που προσλαμβάνει το συνηρημένο μείγμα, αυτή η ακροδεξιά σύντηξη, αναδεικνύεται μέσα από την προβολή και την υπεράσπιση οργανικών αντιλήψεων για το λαό και την κοινωνία, καθώς και εθνοτικών προσδιορισμών για το έθνος και την εθνική ταυτότητα, επικρατούσα παραλλαγή των οποίων αποτελεί η ξενοφοβία και ο διαφορικός ρατσισμός. Eίναι ενδεικτικό ότι σαφή στοιχεία τέτοιων αντιλήψεων, τα οποία οδηγούν σε μια ποικιλία προκαταλήψεων, απροκάλυπτα εντοπίζονται ή, έστω, ελλοχεύουν σε επιμέρους πολιτικά ρεύματα που συναντώνται στην ιδεολογία και στην πολιτική και προγραμματική παρουσία της νέας ακροδεξιάς..."

Για το βιβλίο, βλ. επίσης τη Βιβλιοκριτική της Ντόρας Γιαννάκη στη ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Ελευθεροτυπίας:
http://archive.enet.gr/online/online_issues?pid=51&dt=14/01/2005&id=41159680

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

Η άκρα δεξιά από ιστορική σκοπιά


Παρουσίαση από τη Βασιλική Γεωργιάδου του βιβλίου: Οι μελανοχίτωνες της Ευρώπης. Η ευρωπαϊκή ακροδεξιά από το 1945 μέχρι σήμερα, Scripta 2004

"Ο γαλλο-ιταλός ιστορικός Pierre Milza καταγράφει στο βιβλίο του αυτό διεξοδικά τα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα, τις ομάδες και τις οργανώσεις της άκρας Δεξιάς, καθώς και τις ηγετικές φυσιογνωμίες που επηρέασαν την πορεία του συγκεκριμένου χώρου στη μεταπολεμική Ευρώπη, από τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έως σχεδόν τις μέρες μας. Ταυτοχρόνως, αναζητεί με επιμονή τις ιδεολογικο-πολιτικές συνιστώσες της μεταπολεμικής ακροδεξιάς, καθώς τον απασχολούν ιδιαιτέρως οι σχέσεις εκλεκτικής συγγένειάς της με τον φασισμό και τον ναζισμό..."

Η συνέχεια στην ιστοσελίδα της επιθεώρησης ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ:

Η άκρα δεξιά στη μεταπολεμική Ευρώπη


Παρουσίαση του Πέτρου Θεοδωρίδη για το βιβλίο:
Η Άκρα Δεξιά και οι Συνέπειες της Συναίνεσης, Εκδ. Καστανιώτη 2008

"Γιατί ψηφίζουν τόσοι πολλοί την Άκρα Δεξιά στην Ευρώπη; Τα κόμματα της άκρας δεξιάς ψηφίζονται από 'θύματα' και 'χαμένους' των κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων. Όμως η σταθεροποίηση του ακροδεξιού χώρου μάλλον οφείλεται σε μια κοινή ατζέντα εναντίωσης στην μετανάστευση καθώς και στο σύστημα συναινετικής, διακυβέρνησης.Όσο περισσότερο απαξιώνονται στα μάτια τους οι θεσμοί , τόσο ενισχύονται τα κόμματα που βρίσκονται στα άκρα των ιδεολογικών πόλων. Σε τέτοια συγκυρία οι δυνάμεις του δεξιού άκρου είναι οι περισσότερο ωφελημένες ισχυρίζεται η Βασιλική Γεωργιάδου ,συγγραφέας του ογκώδους βιβλίου για την Ακροδεξιά στην Ευρώπη .Πέρα από τις πολύτιμο εμπειρικό υλικό, αποτέλεσμα μιας ενδελεχούς έρευνας σε έξι χώρες της Ευρώπης..."

Η συνέχεια στη διεύθυνση:

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010

Η άκρα δεξιά στη μεταπολεμική Ευρώπη


Η Άκρα Δεξιά και οι Συνέπειες της Συναίνεσης.
Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2008.

Περισσότερα για το βιβλίο, βλ. στο περιοδικό Νέα Εστία, τεύχ. 1827, Νοέμβριος 2009, σελ. 928-31.