Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Το εγχείρημα της τριγωνοποίησης και η άκρα δεξιά

 «Τριγωνοποίηση»
Οι προεδρικές εκλογές του 1996 στις ΗΠΑ κερδήθηκαν από τον Μπιλ Κλίντον με άνεση έναντι του συνυποψηφίου του Μπομπ Ντόουλ, αφού προηγούμενως όμως, στο μέσον της πρώτης θητείας του, το Δημοκρατικό Κόμμα απόλεσε για πρώτη φορά μετά το 1954 την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η εκλογική μετακίνηση υπέρ του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος οδήγησε το Δημοκρατικό Κόμμα σε αλλαγή στρατηγικής. Ο σύμβουλος του Κλίντον και ειδικός σε θέματα πολιτικής επικοινωνίας Ντικ Μόρρις συμβούλεψε τον Αμερικανό Πρόεδρο να εφαρμόσει μια μέθοδο «τριγωνοποίησης» (triangulation), δηλαδή να υποστηρίξει έναν συνδυασμό από τις πιο δημοφιλείς πολιτικές θέσεις και των δύο κομμάτων, κατά τρόπο ώστε οι παραδοσιακοί εκλογείς τους να τον ψηφίσουν την επόμενη φορά. Η μέθοδος αυτή στηριζόταν στην επιλογή εκ μέρους του Προέδρου μιας θέσης που τον τοποθετούσε υπεράνω των δύο κομμάτων, ωσάν ο ίδιος να ήταν ένας αυτόνομος τρίτος παράγοντας της πολιτικής σκηνής που ενσωμάτωνε σε μια νέα τριγωνική σύνθεση προγραμματικές θέσεις του οικείου και του αντιπάλου κόμματος. Η έκβαση της προεδρικής εκλογής του 1996 δικαίωσε τους Μόρρις και Κλίντον για την επιλογή της μεθόδου της «τριγωνοποίησης».

«Πολύπλοκη αλχημεία»
Η μεταπολεμική ακροδεξιά είναι σαν μια «πολύπλοκη αλχημεία», ισχυρίστηκε ο Πωλ Χέινσγουορθ, μελετητής του ακροδεξιού φαινομένου. Η ακροδεξιά αποτελεί, δηλαδή, ένα κράμα ετερόκλιτων ιδεολογικών αρχών και πολιτικών θέσεων: εθνικισμός, αυταρχισμός, ξενοφοβία και αντικομμουνισμός, το ίδιο όπως αντιφιλελευθερισμός αλλά και αντικαπιταλισμός, κρατισμός και αντικρατισμός, λαϊκισμός και αποθέωση της αρχής της διαφορικής ισότητας αποτελούν αντιφατικά στοιχεία του ιδεολογικο-πολιτικού κράματος της ακροδεξιάς, τα οποία καλύπτουν σχεδόν όλο το φάσμα του άξονα αριστεράς-δεξιάς. Η «πολύπλοκη αλχημεία» της άκρας δεξιάς συντηρεί τον εγγενή πολιτικό καιροσκοπισμό του συγκεκριμένου χώρου και ευνοεί την ψευδο-μετατρεπτική ικανότητά του: η μεταπολεμική ακροδεξιά είναι ένα μεταβαλλόμενο φαινόμενο, το οποίο προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της εποχής, χωρίς να απαρνείται ιστορικές καταβολές και εκλεκτικές συγγένειες με τα ιδεολογικά ρεύματα του αντιδιαφωτισμού.




H συνέχεια του άρθρου στο περιοδικό Μεταρρύθμιση
http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=1163

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Η Αριστερά, η Δεξιά και το "μοντέλο του λουτήρα"

Μετά την 6η Δεκεμβρίου 2008, με αποκορύφωμα τη δολοφονική επίθεση στην Τράπεζα Marfin στις 5 Μαϊου 2010, οι πράξεις βίας κλιμακώνονται. Γιατί η χρήση της βίας σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία αναδείχθηκε σε μέσο δράσης ορισμένων ομάδων; Υπάρχει κίνδυνος η βία να επεκταθεί και να διευρυνθούν τα όρια της επιτρεπτικότητάς μας απέναντί της; Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός και ο εξτρεμισμός δεν αποτελούν πρωτόγνωρα φαινόμενα στην ύστερη νεοτερικότητα. Ίσα-ίσα, που εμφανίζονται ως «κανονικές παθολογίες» των βιομηχανικών κοινωνιών, επισημαίνουν ο Ε. Σόιχ και ο Χ. Κλίνγκεμαν. Η υπονόμευση της δημοκρατικής τάξης (ριζοσπαστισμός) και η δια της βίας παραβίαση της τάξης αυτής (εξτρεμισμός) κάνουν την εμφάνισή τους σε περιόδους ραγδαίων αλλαγών, όταν οι μεταβολές στις αξίες και στον τρόπο ζωής προκαλούν ρήγματα στη ζωή των ανθρώπων. Οι τελευταίοι έρχονται αντιμέτωποι με διλήμματα όσον αφορά την επιλογή μεταξύ παραδοσιακών και νεοτερικών αξιών, με αβεβαιότητες που έχουν να κάνουν με μεταβολές στις εθνικο-πολιτισμικές ταυτότητες και με δυσκολίες προσαρμογής σε μια πραγματικότητα που διευρύνει τις προσδοκίες, προκαλεί όμως απογοητεύσεις σε όσους δεν μπορούν να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες της νέας εποχής.

Οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί στη νεοτερική κοινωνία δεν δημιουργούν μόνο ευκαιρίες και «κερδισμένους», αλλά επίσης «χαμένους» και «θύματα». Για να μεταβληθούν οι «χαμένοι» και τα «θύματα» του εκσυγχρονισμού σε φορείς του ριζοσπαστισμού και του εξτρεμισμού, πρέπει να προηγηθούν δύο στάδια: της «γνωστικής ακαμψίας» και της ενεργοποίησης του «μοντέλου του λουτήρα».


Στη γνωστική ακαμψία καταφεύγουν ματαιωμένα κοινωνικά υποκείμενα. Για να υπερβούν αξιακά, θεσμικά, ταυτοτικά ρήγματα, τη διάψευση των προσδοκιών και τις απογοητεύσεις υιοθετούν ένα κλειστό σύστημα σκέψης. Έχοντας ως κεντρικά στοιχεία του τον εθνικισμό, τον αυταρχισμό και τον αντιπλουραλισμό/αντιφελελευθερισμό, το άκαμπτο σύστημα σκέψης είναι επιρρεπές σε απλουστευτικά εξηγητικά σχήματα προκειμένου να αποκαλυφθούν οι «μηχανισμοί» και όσοι «κινούν τα νήματα» σε έναν κόσμο διαιρεμένο σε «κερδισμένους» και «θύματα». Πώς μετουσιώνονται κλειστές κοσμοεικόνες σε πολιτικές στάσεις και συμπεριφορά; Πώς ο εθνικισμός μετατρέπεται σε απόρριψη του Άλλου, ο αντιπλουραλισμός σε απάρνηση της πολιτικής αντιπροσώπευσης και των διαμεσολαβητικών θεσμών και ο αυταρχισμός σε εξύμνηση του καισαρισμού και της εξουσίας ενός (δήθεν) χαρισματικού αρχηγού; Προκειμένου να συντελεστούν τέτοιες μετατροπές πρέπει να τεθεί σε λειτουργία το «μοντέλο του λουτήρα», λένε οι Κ. Αρτσχάιμερ και Γ. Φάλτερ: οι κλειστές κοσμοεικόνες που υπάρχουν σε ατομικό επίπεδο, μέσα από τη σύμμειξή τους με αντιλήψεις που εμφανίζονται ως αποδεκτές σε κοινωνικο-πολιτικό επίπεδο, μετατρέπονται σε στάσεις και συμπεριφορά. Στο μοντέλο του λουτήρα επιτυγχάνεται η διαδοχική σύμμειξη φαινομένων που βρίσκονται στο ‘υψηλότερο’ κοινωνικό επίπεδο με εκείνα που βρίσκονται στο ‘χαμηλότερο’ ατομικό επίπεδο, έτσι ώστε αυτά να επανεπιδράσουν στο υπερκείμενο κοινωνικό επίπεδο, κοκ.

Τα πολιτικο-ιδεολογικά άκρα στο κομματικό σύστημα έχουν αναλάβει ρόλο ενεργοποίησης του μοντέλο του λουτήρα. Από τη δεκαετία του 1990 η Άκρα Δεξιά στην Ευρώπη συνέβαλε στην έξαρση της ξενοφοβίας διασυνδέοντας την εθνικιστική ιδεολογία με μεταβολές στην αγορά εργασίας, την κρίση του κράτους πρόνοιας και την πολυπολιτισμική πραγματικότητα των εθνικών κρατών. Υποδεικνύοντας τον Ξένο ως υπεύθυνο για την ανεργία, τα ελλείμματα στα ασφαλιστικά ταμεία και την εγκληματικότητα στις δυτικές μητροπόλεις, η Άκρα Δεξιά διεισδύει στα αδύναμα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα, οι εθνικιστικές και αντιπλουραλιστικές κοσμοεικόνες των οποίων λειτούργησαν ως υποδοχέας αντιμεταναστευτικών και αντιδημοκρατικών αντιλήψεων. Ο «εργατολεπενισμός», όπως τον περιέγραψε η Ν. Μάγιερ και ο Π. Περινό, δεν ήταν μια γαλλική ιδιαιτερότητα για τη διείσδυση του Front National στην εκλογική πελατεία της Αριστεράς, αλλά περιέγραφε ένα φαινόμενο «λαϊκοποίησης» της Άκρας Δεξιάς. Mετά την κατάρρευση του Κομμουνισμού η Αριστερά βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο και κάποιες φορές δεν δίστασε να δοκιμάσει την ακροδεξιά συνταγή επενδύοντας σε υπαρξιακές φοβίες και εργασιακές ανασφάλειες των «χαμένων» του εκσυγχρονισμού. Ωστόσο, το εγχείρημα π.χ. του Ό. Λαφοντέν να κερδίσει ψήφους εργατών ενοχοποιώντας τους μετανάστες για την ανεργία δεν βρήκε ανταπόκριση στο εκλογικό σώμα.

Συστηματικότερη υπήρξε η επίδραση της Άκρας Αριστεράς στα αντικοινοβουλευτικά συναισθήματα των ψηφοφόρων. Καταλογίζοντας «νεοφιλελευθερισμό» στα σοσιαλιστικά/σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και εξομοιώνοντάς τα με τις συντηρητικές δυνάμεις, η Άκρα Αριστερά ισοπεδώνει τις διαφορές των αντιπάλων της. Η ισοπέδωση αποτελεί προϋπόθεση, ώστε να καρπωθεί η ίδια τη δυσαρέσκεια για την πολιτική, τους πολιτικούς και τους θεσμούς της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Είναι ενδεικτικό των εκλογικά επιτυχημένων κομμάτων που βρίσκονται αριστερότητα της παραδοσιακής Αριστεράς ότι η άνοδος των ποσοστών τους είναι συνάρτηση της στάσης διαμαρτυρίας που υιοθέτησαν κατά των κομμάτων, της αντιπροσώπευσης και της συναινετικής διακυβέρνησης.

Από τη δεκαετία του 1990 Άκρα Δεξιά και Άκρα Αριστερά ενεργοποιούν μια προϋπάρχουσα αδρανή διαθεσιμότητα στο εκλογικό σώμα για τα πολιτικά άκρα. Στην Ελλάδα αντίστοιχες διεργασίες άργησαν να τεθούν σε εφαρμογή: από τη μια η μη-αυθύπαρκτη παρουσία της Άκρας Δεξιάς στο κομματικό σύστημα της Μεταπολίτευσης (εκτός την περίοδο 1977-81) και από την άλλη ο φιλοευρωπαϊκός και θεσμικός προσανατολισμός της ανανεωτικής Αριστεράς, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά κλειστού συστήματος του Κ.Κ.Ε., δεν δημιουργούσαν προϋποθέσεις για να τεθεί σε λειτουργία το μοντέλο του λουτήρα. Μετά το 2000 όμως, η ίδρυση του ΛΑ.Ο.Σ. κινητοποιεί τα ξενοφοβικά συναισθήματα που ελλόχευαν στην κοινωνία. Διεισδύοντας ο ΛΑ.Ο.Σ. σε εκλογικά κάστρα του Κ.Κ.Ε. και σε στρώματα αποκλήρων και ευρισκόμενος σε έναν ιδιότυπο εκλογικό ανταγωνισμό με το Κομμουνιστικό Κόμμα, το υποχρέωσαν να ανοιχθεί σε ομάδες χωρίς να εξετάζει την ταξική τους συνείδηση, με μόνο κριτήριο την ένταση της διαμαρτυρίας τους εναντίον του συστήματος διακυβέρνησης.

Την οδό της πολιτικής διαμαρτυρίας ως μέσου επικοινωνίας με το εκλογικό σώμα επιλέγει και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μετά το 2004. Έχοντας να αντιμετωπίσει τον εκλογικό ανταγωνισμό του ΚΚΕ στα αριστερά και του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στα δεξιά του, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επιλέγει τον κινηματικό προσανατολισμό και τη στάση διαμαρτυρίας. Χαρακτηριστικό των κομμάτων διαμαρτυρίας είναι ότι ευθυγραμμίζονται στην «πολιτική ζήτηση», δηλαδή σε διαθέσεις και αιτήματα των ψηφοφόρων, όπως καταγράφονται στην πολιτική συγκυρία. Όμως, ο χώρος της ευρωπαϊκής αριστεράς στη Μεταπολίτευση υπήρξε χώρος που ευθυγραμμιζόταν στην «πολιτική προσφορά», δίνοντας έμφαση στον θεσμικό του ρόλο και στον κοινοβουλευτικό έλεγχο της εξουσίας. Ο συνδυασμός κινηματικής δράσης και στάσης διαμαρτυρίας στην περίπτωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. οδήγησε σε εντυπωσιακή δημοσκοπική αύξηση των δυνάμεών του μετά τις εκλογές του 2007, αλλά και στη διάψευση αυτής της δυνητικής κατάστασης στην πραγματική εκλογική σκηνή. Για να το διατυπώσουμε αλλιώς, σε επίπεδο δυνητικής πραγματικότητας ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ακολούθησε το ρεύμα των διαμαρτυρόμενων εκλογέων, αλλά σε επίπεδο υπαρκτής πραγματικότητας οι διαμαρτυρόμενοι εκλογείς υπονόμευσαν την κοινοβουλευτική μάχη για την είσοδό του στη Βουλή με ενισχυμένες δυνάμεις.

Αν κάπου οδηγεί η υιοθέτηση της στάσης της πολιτικής διαμαρτυρίας από τα κόμματα είναι ότι θέτουν σε λειτουργία το μοντέλο του λουτήρα, με αποτέλεσμα ατομικές αντιλήψεις ή απόψεις μικρών ομάδων, που είναι σε σιωπή και απομόνωση, να κερδίζουν έδαφος. Εν τέλει, τα κόμματα διαμαρτυρίας ρυμουλκούν από το πολιτικό περιθώριο τις δυνάμεις της διαμαρτυρίας. Αυτές, μπορούν ευκολότερα να εκφράζουν τις (αντικοινοβουλευτικές και αντιθεσμικές) ιδέες τους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι διευρύνονται τα όρια της κοινωνικής ανοχής απέναντι σε τέτοιες ιδέες, ούτε και η πολιτική αποδοχή εκείνων που τις κατέστησαν διατυπώσιμες.


Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία, 20.05.2010
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=166109

Η foto από το βιβλιο του καθηγητή Milton Rokeach, Open and Closed Mind, Basic Books 1973

Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

Ριζοσπαστισμός - Εξτρεμισμός - Αυταρχισμός


Ένα από τα φαινόμενα που μας απασχολεί τις τελευταίες δεκαετίες είναι εκείνο του πολιτικού και του κοινωνικού ριζοσπαστισμού. Κατ’αρχάς σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της έννοιας, στον επιστημονικό λόγο ο “ριζοσπαστισμός” ταυτίζεται συχνά με τον “εξτρεμισμό” και συνδέεται με την απόρριψη του συνταγματικού κράτους και του πολιτικού συστήματος των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Τους μελετητές του ριζοσπαστισμού έχει απασχολήσει το ερώτημα εάν πρόκειται για ένα ενιαίο φαινόμενο ή εάν εμφανίζεται με δύο κύριες εκδοχές, δηλαδή ως “δεξιός ριζοσπαστισμός” αλλά και ως “αριστερός ριζοσπαστισμός”. Παρότι συνηθέστερα το φαινόμενο μελετάται από τη σκοπιά του δεξιού ριζοσπαστισμού (ή δεξιού εξτρεμισμού), δεν λείπουν οι αναλύσεις στις οποίες διαπιστώνονται ομοιότητες και συγκλίσεις της δεξιάς και της αριστερής εκδοχής του.

Σε μεταβατικές εποχές, όταν συντελούνται κοινωνικοί μετασχηματισμοί και μεγάλες αλλαγές, τότε εμφανίζονται “ρήγματα” στη ζωή των ανθρώπων, καθώς αυτοί δεν μπορούν εύκολα να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Συχνά τότε, οι αξίες που τα άτομα πρεσβεύουν, έρχονται σε διάσταση με τα καινούργια αξιακά πρότυπα και ο τρόπος ζωής που αυτά ακολουθούν δεν συμβαδίζει με εκείνον που επικρατεί στα εμφανιζόμενα νέα κοινωνικά περιβάλλοντα. Ο ριζοσπαστισμός αποτελεί “μια κανονική παθολογία” των βιομηχανικών κοινωνιών, ισχυρίστηκαν ο Scheuch και ο Klingemann στην κλασική δημοσίευσή τους με τον τίτλο “Θεωρίες του δεξιού ριζοσπαστισμού στις δυτικές βιομηχανικές κοινωνίες” (1967). Με τη διατύπωσή τους αυτή οι δύο πολιτικοί επιστήμονες θέλησαν να επισημάνουν το πόσο ευάλωτες σε φαινόμενα ριζοσπαστισμού είναι οι νεωτερικές κοινωνίες.

Σε αυτές, τόσο η σύγκρουση παλιών και νέων αξιών, καθώς και του παραδοσιακού με τον σύγχρονο τρόπο ζωής, όσο και η διεύρυνση των προσδοκιών, με την οποία συνοδεύεται κάθε φορά η νέα κοινωνική πραγματικότητα, αλλά και η συχνή διάψευση των προσδοκιών αυτών, αποτελούν τις αιτίες για τη δημιουργία συναισθημάτων αβεβαιότητας και απογοήτευσης των κοινωνικών υποκειμένων. Για να υπερβούν τα κανονιστικά ρήγματα, την αβεβαιότητα και τις απογοητεύσεις τους, εκείνοι που δεν εμφανίζουν ικανοποιητικές επιδόσεις στη νέα κοινωνική πραγματικότητα καταφεύγουν στη “γνωστική ακαμψία”: υιοθετούν ένα κλειστό και άκαμπτο σύστημα αξιών, σκέψης και προσανατολισμού, δια μέσου του οποίου αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα.

Ως “ριζοσπαστισμός” περιγράφεται αυτό ακριβώς το φαινόμενο της καταφυγής στη γνωστική ακαμψία ως μέσου πρόσληψης και αντιμετώπισης της κοινωνικής πραγματικότητας: πρόκειται για μια πραγματικότητα που είναι σύνθετη ως προς τα στοιχεία που τη συγκροτούν, πολύπλοκη ως προς τις λειτουργίες της, πολλές φορές με δυσβάστακτα αποτελέσματα για μεμονωμένα άτομα και κοινωνικές ομάδες. Η γνωστική ακαμψία και τα κλειστά συστήματα σκέψης και προσανατολισμού, με άλλα λόγια η υιοθέτηση “κλειστών κοσμοεικόνων”, οδηγούν στον εκδογματισμό των πεποιθήσεων και καθιστούν τους φορείς των πεποιθήσεων αυτών επιρρεπείς στη συνωμοσιολογία, στις προκαταλήψεις, στην εχθρότητα απέναντι στον Άλλο, στην εθνικιστική ιδεολογία, στον αντιπλουραλισμό και τον αντιφιλελευθερισμό.


Η εικόνα από το εξώφυλλο του βιβλίου των Th. Adorno κ.ά., The Authoritarian Personality, 1964

Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

Πολιτική Εμπιστοσύνη



Κατακρήμνιση εμπιστοσύνης και εμμονές*


Όπως κι αν διαβαστεί η έρευνα της Public Issue, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: Και όσον αφορά την κατάταξη των θεσμών βάσει της εμπιστοσύνης των πολιτών και όσον αφορά τη διακύμανση της εμπιστοσύνης, ο δείκτης εμπιστοσύνης στους κεντρικούς θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, της ανταγωνιστικής οικονομίας, της οργανωμένης κοινωνίας πολιτών και της μαζικής επικοινωνίας εμφανίζεται χαμηλός και πτωτικός.

Ας ξαναδιαβάσουμε τα στοιχεία της έρευνας διαφορετικά: Ολοι οι «διαιρετικοί θεσμοί», εκείνοι που εκπροσωπούν διακριτά και ανταγωνιστικά πολιτικά και κομματικά, οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα, γνωρίζουν την έλλειψη της εμπιστοσύνης των πολιτών. Από τα πολιτικά κόμματα μέχρι τα συνδικάτα, από τις τράπεζες και το χρηματιστήριο μέχρι τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα και τον ΣΕΒ, κεντρικοί θεσμοί της νεωτερικής κοινωνίας και πολιτικής βρίσκονται σε μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης. Αλλά και οι «θεσμοί συναίνεσης», που προωθούν την εκπλήρωση στόχων αποδεκτών αδιακρίτως από τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές ομάδες, βρίσκονται στο στόχαστρο της κοινωνικής αμφισβήτησης. Από τους δικαστές μέχρι τα σχολεία και την Εκκλησία, από την τηλεόραση και τις εφημερίδες μέχρι τον ΑΣΕΠ, θεσμοί που προωθούν την εκπλήρωση διακυβευμάτων γενικής αποδοχής –Παιδεία, Δικαιοσύνη, ενημέρωση– βιώνουν μιαν άνευ προηγουμένου κρίση εμπιστοσύνης.

Το ότι η εμπιστοσύνη στους θεσμούς βρίσκεται στο ναδίρ, είναι αποτέλεσμα της εξακολουθητικής διάψευσης προσδοκιών και υποσχέσεων που βιώνει η κοινωνία. Η εμπιστοσύνη είναι, όμως, πάντοτε συνυφασμένη με τον βαθμό διακινδύνευσης και την αβεβαιότητα που υπάρχει σε ένα κοινωνικό πλαίσιο. Εν μέσω παγκόσμιας ύφεσης είμαστε ενώπιον ενός τέτοιου πλαισίου. Δεν είναι τυχαίο ότι από αυτήν την κατακρήμνιση εμπιστοσύνης, σχεδόν οι μόνοι θεσμοί που διασώζονται με ικανοποιητικό ή και υψηλό δείκτη εμπιστοσύνης είναι οι δημόσιοι θεσμοί: Πυροσβεστική, ΟΤΕ, Ολυμπιακή(!), πανεπιστήμια, Συνήγορος του Πολίτη συγκροτούν μέρη ενός δημόσιου χώρου που γίνεται καταφύγιο του φόβου των πολιτών από τον κίνδυνο της ανεργίας, της κοινωνικής ανασφάλειας και της αυθαιρεσίας της γραφειοκρατίας.

Η αξιολόγηση των θεσμών φανερώνει κοινωνικά αδιέξοδα. Ενώπιον μιας ρευστής κοινωνικο–οικονομικής πραγματικότητας, οι πολίτες επιστρέφουν σε ιδεολογικές επιλογές μιας παρελθούσας κοινωνικής πραγματικότητας. Αυτές προσδίδουν ψυχολογική ασφάλεια αλλά, δυστυχώς, δεν θεραπεύουν τις αιτίες της ανασφάλειας και του φόβου.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημ. Καθημερινή και αφορά ανάλυση στοιχείων από την έρευνα της Public Issue για την Πολιτική Εμπιστοσύνη.

Βλ. σχ. στη διεύθυνση http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_1_28/12/2008_297513 - όπου και τα στοιχεία της έρευνας και επιπλέον σχολιασμός τους.

Το γράφημα από κείμενο των R. Dalton και St. Weldon και έρευνα της CSES, βλ. http://www.umich.edu/~cses/resources/results/POP_May2005.htm

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

Τέλος της Μεταπολίτευσης;




Ελλείμματα δημοκρατικής ποιότητας και κρίση πολιτικής

Από την αποκατάστασή του μετά την πτώση της δικτατορίας, το δημοκρατικό μας πολίτευμα διακρίθηκε από σταθερότητα και ικανότητα διαχείρισης των δυσκολιών της δημοκρατικής μετάβασης. Οι θεσμικές συνιστώσες του κατέστησαν την ελληνική δημοκρατία ολοκληρωμένη και πλήρως αποκομμένη από το μοντέλο της «αυταρχικής» και «καχεκτικής δημοκρατίας» της προδικτατορικής περιόδου. Μπορεί διαδικαστικά και λειτουργικά η μεταπολιτευτική δημοκρατία να είναι ώριμη και ολοκληρωμένη, όμως εμφανίζει ελλείμματα ποιότητας. Η εξακολουθητική διαπλοκή στις σχέσεις κράτους-εκκλησίας και η αμετακίνητη συνταγματική αναγνώριση της θέσης της «επικρατούσας θρησκείας» στην Ορθοδοξία ανήκει στα ελλείμματα της δημοκρατίας. Στα ελλείμματα αυτά συγκαταλέγεται η συχνή πλειοδοσία στην ιδεολογία του εθνικισμού και η στήριξη κλειστών κοσμοαντιλήψεων στην οποία επιδίδεται ένα άτυπο «καρτέλ των ελίτ» αποτελούμενο από εκείνους που παρακολουθούν με αμυντικά αντανακλαστικά την προσαρμογή της μεταπολιτευτικής Ελλάδας στα προαπαιτούμενα του μεταδιπολικού κόσμου.


Έλλειμμα ποιότητας της δημοκρατίας αποτελεί η αυξανόμενη αναντιστοιχία μεταξύ του ιδεολογικο-πολιτικού προσανατολισμού των πολιτών και των επιλογών των κομματικών παραγόντων. Στα γνωρίσματα της ελληνικής πολιτικής πριν τη δικτατορία ανήκει ο πολωτικός χαρακτήρας της. Στα επιτεύγματα της μεταπολιτευτικής πολιτικής ανήκει η γεφύρωση των κοινωνικών σχάσεων και η αποκλιμάκωση του ριζοσπαστικού δυναμικού των κοινωνικών συγκρούσεων. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 παρατηρήθηκε μια τάση συγκέντρωσης του εκλογικού σώματος σε κεντρώες θέσεις του άξονα Αριστεράς-Δεξιάς και προτίμηση εκ μέρους της πλειοψηφίας του συναινετικών μεθόδων διακυβέρνησης. Ενώ, όμως, το εκλογικό σώμα κινείται συναινετικά, τα κόμματα και οι πολιτικές ηγεσίες επιλέγουν την πόλωση στον μεταξύ τους ανταγωνισμό. Οι πολίτες αμφισβητούν τα κόμματα επειδή δεν είναι αποτελεσματικά στην επίλυση προβλημάτων, αλλά και επειδή νοιώθουν ότι έχουν εγκαταληφθεί από αυτά.


Κομβικό ζήτημα για την ποιότητα μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είναι η σχέση των κομμάτων με το κράτος και τους παράγοντες οικονομικής και επικοινωνιακής δύναμης. Κατά την τελευταία δεκαετία οι πολίτες με έκπληξη και δυσθυμία παρακολουθούν έναν μετωπικό εκλογικό αγώνα των κομμάτων, μια αγαστή συνεργασία όμως των κομμάτων της διακυβέρνησης και εναρμονισμένες διακομματικές πρακτικές όσον αφορά τη διείσδυσή τους στο κράτος για τη ρύθμιση ζητημάτων όπως είναι η χρηματοδότησή τους, η ποινική ευθύνη πολιτικών προσώπων, οι προνομίες των μέσων ενημέρωσης, κ.λπ. Ακόμη, με έκπληξη και δυσθυμία οι πολίτες παρακολουθούν τη μετατροπή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας σε μια δημοκρατία δημοσκοπική: η πολιτική διαδικασία συρρικνώνεται σε ένα εγχείρημα απλής μετατροπής της «γνώμης του λαού» σε πολιτική πράξη.


Πολλοί στις ημέρες μας κάνουν λόγο για κρίση του διπολισμού και του συστήματος της ανταγωνιστικής διακυβέρνησης. Εάν, ωστόσο, μελετήσει κανείς προσεκτικότερα τη συμπεριφορά των πολιτών, διαπιστώνει ότι ένα κλίμα αμφισβήτησης απλώνεται στο κομματικό σύστημα: έλλειμμα εμπιστοσύνης στις ηγεσίες των κομμάτων και περιορισμένες προσδοκίες από κάθε δυνατό συνδυασμό κυβερνητικής πρότασης αποτελούν μερικές ενδείξεις ότι η κρίση δεν αφορά μόνο το διπολικό σύστημα διακυβέρνησης αλλά το κομματικό σύστημα συνολικά. Όταν σε ένα κομματικό σύστημα κεντρώας τάσης όσον αφορά τον ιδεολογικο-πολιτικό προσανατολισμό των πολιτών, οι τελευταίοι κάνουν επιλογές κομμάτων που βρίσκονται ένθεν και ένθεν των κομμάτων κεντρώας τάσης, τότε αυτό που διακρίνει ένα τέτοιο σύστημα είναι το δυναμικό διαμαρτυρίας που έχει σωρρευτεί στο εσωτερικό του. Αν κάτι χαρακτηρίζει την 36χρονη δημοκρατία της μεταπολίτευσης σήμερα είναι το ισχυρό δυναμικό διαμαρτυρίας που την πολιορκεί. Ζητούμενο για το κομματικό σύστημα είναι τα κόμματα να στοιχηθούν όχι στο θυμικό της διαμαρτυρίας αλλά να αναδείξουν ό,τι το δυναμικό της διαμαρτυρίας θέλει να πει.


Η φωτογραφία από το εξώφυλλο του βιβλίου του Robert Dahl, On Democracy (Yale University Press).

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

Ευρωσκεπτικισμός & Πολιτική Διαμαρτυρία


Η Ακροδεξιά δεν είναι μόνο προϊόν της κρίσης

"Στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, υψηλά ποσοστά συγκέντρωσαν τα κόμματα που ανήκουν στον ευρύτερο χώρο της πολιτικής διαμαρτυρίας. Έτσι θα χαρακτηρίσουμε το πολιτικό φάσμα, στο οποίο συγκεντρώνονται κομματικές δυνάμεις που λειτουργούν ως συλλέκτες ή και ως πολλαπλασιαστές της πολιτικής δυσαρέσκειας και διαμαρτυρίας των πολιτών.
Μιλώντας γενικά, η δυσαρέσκεια και η διαμαρτυρία αυτή είναι στοχευμένη άλλοτε εναντίον της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και άλλοτε εναντίον της εθνικής πολιτικής σκηνής των επιμέρους κρατών-μελών της Ε.Ε. Οι κομματικές δυνάμεις που εκφράζουν τα κάθε είδους αντιευρωπαϊκά συναισθήματα συγκροτούν το ρεύμα του ευρωσκεπτικισμού, ενώ ο αντικομματισμός, η έλλειψη εμπιστοσύνης στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και το πολιτικό προσωπικό, αλλά και η εναντίωση στον διαρκώς διευρυνόμενο πολιτισμικό πλουραλισμό των ευρωπαϊκών κοινωνιών αποτελούν πολιτικές στάσεις, τις οποίες καλλιεργεί η άκρα δεξιά.

Ευρωσκεπτικιστικά κόμματα, όπως το Κόμμα της Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (έλαβε 17,4%), η Λίστα του Χανς-Πέτερ Μάρτιν στην Αυστρία (17,7%), το κόμμα του Νόμου και της Δικαιοσύνης των αδελφών Κατσίνσκι στην Πολωνία (27,4%), το Λαϊκό Κίνημα κατά της Ευρώπης στη Δανία (7%), ανήκουν στους κερδισμένους των Ευρωεκλογών.
Στους κερδισμένους συγκαταλέγονται και αρκετά κόμματα από την ευρωπαϊκή άκρα δεξιά, όπως το Κόμμα της Ελευθερίας στην Αυστρία, το οποίο διπλασίασε το εκλογικό ποσοστό του σε σχέση με το 2004 (12,7% από 6,3%), το ίδιο όπως και το Λαϊκό Κόμμα της Δανίας (14,8% από 6,8%).
Πάντως, μεταξύ των κομμάτων της ευρωπαϊκής άκρας δεξιάς, την εντυπωσιακότερη άνοδο σημείωσε το Κόμμα της Ελευθερίας στην Ολλανδία: Πρόκειται για ένα νέο κόμμα, το οποίο με τις εθνικο-λαϊκιστικές και τις αντι-ισλαμικές θέσεις τού ιδρυτή του Γκέερτ Βίλντερς απογειώθηκε εκλογικά στο 17% σημειώνοντας το δεύτερο καλύτερο αποτέλεσμα μεταξύ των ολλανδικών κομμάτων, τερματίζοντας πίσω από τους Χριστιανοδημοκράτες του κυβερνώντος CDA, αλλά αρκετά μπροστά σπό τους Εργατικούς του PvdA.
.."

Η συνέχεια στο περιοδικό Μεταρρύθμιση, http://www.metarithmisi.gr/el/readArchives.asp?catID=4&subCatID=9&textID=882

Για τις Ευρωπαϊκές Πολιτικές Ομάδες, βλ. σχ. http://www.europarl.europa.eu/parliament/public/staticDisplay.do?id=45&pageRank=4&language=EL

Ανάλυση των Ευρωεκλογών 2009, βλ. σχ. http://www.europarl.europa.eu/parliament/public/staticDisplay.do?language=EL&id=40