Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015

H ήττα των νικητών και η νίκη των ηττημένων


Μετά το 61% που συγκέντρωσε το ‘Οχι στο δημοψήφισμα, πολλοί έκαναν λόγο για νίκη-θρίαμβο του Αλέξη Τσίπρα: συσπείρωσε το αντιμνημονιακό στρατόπεδο, το οποίο διαπερνά εγκάρσια όλο το φάσμα του άξονα Αριστερά-Δεξιά, καθώς το Όχι υποστήριξαν ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ από τη μια μεριά, αλλά και οι ΑΝΕΛ με τη Χρυσή Αυγή από την άλλη. Το 61% του Όχι υπήρξε έκπληξη· οι δημοσκοπήσεις έδιναν τις διαφορές των δύο στρατοπέδων μικρότερες, γεγονός που έκανε την τελική νίκη του Όχι να φαίνεται ακόμη μεγαλύτερη, αλλά και τα ποσοστά του Ναι να αξιολογούνται ως λιγότερο σημαντικά από ό,τι αυτά είναι στην πραγματικότητα. Ας επιχειρήσουμε να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά διακρίνοντες τις κρυφές περιοχές του Όχι και του Ναι.

Το 61% Όχι στο δημοψήφισμα δεν αποτελεί ακριβώς έναν θρίαμβο του Α. Τσίπρα, αλλά πάνω απ’όλα πρόκειται για μια νίκη-αυτοπαγίδευση. Με το 61% στις τσέπες του επιβεβαίωσε ο πρωθυπουργός ότι έχει βρει τον τρόπο να περνάει τις θέσεις του σε μεγάλη μερίδα πρόθυμων-να-πειστούν-από-υποσχέσεις-ψηφοφόρων. Όμως, εκτός του ότι δεν χρειαζόταν ένα δημοψήφισμα για να δείξει κάτι τέτοιο (η λαϊκή εντολή της 25ης Ιανουαρίου ήταν νωπή), το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας της προηγούμενης Κυριακής «έδεσε» τον Α. Τσίπρα σε μια έκφραση της λαϊκής ετυμηγορίας που ως προς το περιεχόμενό της περιορίζει την εντολή που είχε λάβει από τις βουλευτικές εκλογές.

Με βάση το αποτέλεσμα της 25ης Ιανουαρίου, ο πρωθυπουργός είχε άνετη ευχέρεια κινήσεων, καθώς ήταν μόνο αυτός που διερμήνευε τη λαϊκή ετυμηγορία, πράγμα για το οποίο θα κρινόταν στις επόμενες βουλευτικές εκλογές. Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, όμως, του δίνει μια χρονικά νεότερη, θεματικά εξειδικευμένη και αυστηρή ως προς το περιεχόμενό της εντολή, η οποία του λέει ρητά να απορρίψει το σχέδιο της συμφωνίας των δανειστών. Ακόμη κι αν κάποιος ισχυριστεί ότι το σχέδιο εκείνο δεν ισχύει πια και γι’αυτό ο πρωθυπουργός δεν δεσμεύεται να απορρίψει ένα επόμενο σχέδιο συμφωνίας που ίσως του επαναπροταθεί, όλοι γνωρίζουμε ότι κάθε επόμενο σχέδιο στην καλύτερη περίπτωση δεν θα διαφέρει παρά ελάχιστα από το προηγούμενο. Αν ο κ. Τσίπρας έκανε δημοψήφισμα για να έχει άλλοθι προκειμένου να μη συμφωνήσει σε κανένα πρόγραμμα, τότε όντως πέτυχε το στόχο του. Αν όμως δεν ήταν κάτι τέτοιο στις προθέσεις του και αν το δημοψήφισμα σχεδιάστηκε σαν μια μανούβρα στην ιδιότυπη διαπραγμάτευση που διεξαγόταν, τότε με το δημοψήφισμα ο πρωθυπουργός αλλά κυρίως η χώρα αυτοπαγιδεύτηκαν σε ένα Όχι από το οποίο θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξεμπλέξουν.

Δεν είναι μόνο το 61% των ψηφοφορων του Όχι που δεσμεύει στο εσωτερικό της χώρας τον κ. Τσίπρα σε μια στάση με περιορισμένα περιθώρια ελιγμών, αλλά είναι και το μήνυμα αυτού του υπερπλειοψηφικού Όχι στο εξωτερικό: από τους ευρωπαίους ηγέτες μέχρι τους ευρωπαϊκούς λαούς, μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και εκείνο το τμήμα της ευρωπαϊκής κοινωνίας και κοινής γνώμης που έχει έναν ιδεολογικά φίλα προσκείμενο προσανατολισμό προς τον ΣΥΡΙΖΑ, όλοι διερμηνεύουν το Όχι κατά τον ίδιο τρόπο: δηλαδή ως μια άρνηση αποδοχής και προσαρμογής της Ελλάδας στα προγράμματα δημοσιονομικής πειθαρχίας και μεταρρυθμίσεων. Μπορεί ο κ. Τσίπρας με το 61% Όχι στα χέρια του να ήθελε να δείξει στους Ευρωπαίους ότι σύσσωμος ο ελληνικός λαός, από την άκρα αριστερά έως τον άκρα δεξιά, τον στηρίζει στις μέχρι τώρα επιλογές του· μπορεί ακόμα ο Έλληνας ψηφοφόρος του Όχι κάθε ιδεολογικής απόχρωσης να θεωρεί ότι με την ψήφο του στηρίζει τη διαπραγματευτική δύναμη του πρωθυπουργού και της χώρας του. Οι ερμηνείες είναι σχετικές. Σημασία ωστόσο επίσης έχει τι αντιλαμβάνονται οι Ευρωπαίοι με το 61% Όχι στις προτάσεις τους. Και αυτοί καταλαβαίνουν ότι η επιλογή της πλειοψηφίας των Ελλήνων ψηφοφόρων δεν αφήνει περιθώρια για μια συμφωνία στο πλαίσιο που οι ίδιοι αντιλαμβάνονται.
Επιπλέον, η σύμπλευση ακροδεξιάς (της ναζιστικής περιλαμβανομένης) στην απόφαση της Βουλής για τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, καθώς και στην επίτευξη του συγκεκριμένου αποτελέσματος (>70% των ψηφοφόρων των ΑΝΕΛ και της Χρυσής Αυγής και >80% εκείνων που δηλώνουν πρόθεση ψήφου για τα δύο κόμματα ψήφισε υπέρ του Όχι, βλ. ενδεικτικά Public Issue) εκλαμβάνεται ως μια πρόκληση απέναντι στην ΕΕ που καθιστά ακόμη δυσκολότερους τους συμβιβασμούς και την επίτευξη συμφωνίας.

Επιστρέφοντας ο κ. Τσίπρας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων θα πρέπει να πείσει τους εταίρους ότι στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος υπάρχει πάραυτα ένα Ναι των Ελλήνων στο Ευρώ και στην ΕΕ, αλλά και τη βούλησή τους να αποδεχθούν ένα πρόγραμμα συμφωνίας, όπως εκείνο που απορρίφθηκε με το δημοψήφισμα. Ωστόσο, αν δεν θέλει ο πρωθυπουργός να περάσει σε μια περιοχή αφελούς και αλχημικού πολιτικού λόγου, θα πρέπει να δώσει όλο το βάρος της επιχειρηματολογίας του όχι στο 61% του  Όχι, αλλά στο 39% του Ναι αναδεικνύοντας ο ίδιος τη σημασία της ψήφου των αντιπάλων του.
Αντίθετα από ηττοπαθείς ερμηνείες όσον αφορά το μέγεθος του Ναι και της αποτυχίας του να επικρατήσει στο δημοψήφισμα, το ποσοστό που στοιχήθηκε πίσω από την καταφατική απάντηση στο ασαφές διλημματικό ερώτημα είναι πολύ ικανοποιητικό. Επίσης, ιδιαιτέρως ικανοποιητικό είναι το γεγονός της κινητοποίησης σημαντικής μερίδας της κοινωνίας πολιτών που στρατεύθηκε πολιτικά υπέρ του Ναι προκειμένου να μη τεθεί σε κίνδυνο η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Ο κ. Τσίπρας θα έπρεπε κανονικά να μιλήσει στους εταίρους για τα δικά του λάθη τονίζοντας ότι παρόλα αυτά ένα σημαντικό κομμάτι πολιτών τάχθηκε υπέρ του Ναι, ότι το μερίδιό τους διαθέτει δυναμική και υπό άλλες (κανονικές) συνθήκες θα ήταν πολύ (ή ακόμη και το) ισχυρότερο.

Με άλλα λόγια, μόνο αν αναδείξει τα λάθη των δικών του χειρισμών, ο κ. Τσίπρας θα έχει πιθανότητες να εισακουστεί από τους εταίρους μας στην Ευρώπη.  Φοβούμαι ότι δεν θα το κάνει, παρότι θα ήμουν χαρούμενη να μπορέσω να διαψευστώ.