Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Πέρα από τη "χρυσαυγολογία". Οι αιτίες της ανόδου της Χρυσής Αυγής

Εξώφυλλου αφιερωματικού τεύχους για τον εξτρεμισμό

Σε αυτήν την ατελείωτη «χρυσαυγολογία» που έχει αναπτυχθεί τις τελευταίες εβδομάδες, ακούσαμε πολλά: ότι η Χρυσή Αυγή είναι «το μακρύ χέρι του συστήματος», μια ναζιστική απειλή που διαβρώνει το δημοκρατικό πολίτευμα, παρότι χρησιμοποιείται από αυτό προκειμένου να περισταλούν λαϊκά δικαιώματα και να ελεγχούν οι κοινωνικοί αγώνες. Ακούσαμε, επίσης, ότι η Χρυσή Αυγή είναι μια περενέργεια που προέρχεται από την Αριστερά, η οποία (τουλάχιστον) ανέχθηκε ανομικά φαινόμενα και, πάντως, δεν εμπόδισε να καλλιεργηθεί -στους νέους προπάντων- η κουλτούρα της βίας.  Διαβάσαμε, ακόμη, ότι η Χρυσή Αυγή είναι η κορύφωση του Παπανδρεϊκού λαϊκισμού, αλλά ίσως και κάτι βαθύτερο, όπως η βαθιά αποστροφή της κοινωνίας για τη Δύση, τον Κοινοβουλευτισμό, τον Φιλελευθερισμό. Το πλέον σύνηθες επιχείρημα σε αυτή τη συζήτηση είναι ότι όποιες κι αν θεωρούνται οι αιτίες της ανόδου της Χρυσής Αυγής, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αν απουσίαζαν τα φαινόμενα της κρίσης και της μετανάστευσης, που οξύνουν τις κοινωνικές αντιθέσεις μετατρέποντας τους «χαμένους» (φτωχούς, ανέργους, κατοίκους του υποβαθμισμένου Αθηναϊκού κεντρου, περιοχές με υψηλό αριθμό μεταναστών) σε ιδανική δεξαμενή από όπου αντλεί υποστηρικτές η συγκεκριμένη οργάνωση.

Η συζήτηση διεξάγεται περισσότερο με όρους μιντιακής πλαισίωσης: η Χρυσή Αυγή υπάρχει κοντά τρεις δεκαετίες, καταγράφοντας παρουσία στο πλευρό του Ρ. Κάρατζιτς στη Βοσνία (βλ. σχ. Χάρης Κουσουμβρής, Γκρεμίζοντας τον μύθο της Χρυσής Αυγής, Έρεβος 2004), στα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία (βλ. ενδ. L. M. Danforth, The Macedonian Conflict, Princeton University Press1995), στις πανευρωπαϊκές κινητοποιήσεις ως συνιστώσα του Ευρωπαϊκού Εθνικού Μετώπου που μαζι με το NPD και τη Forza Nuova μετείχαν στο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης (για πληροφορίες, βλ. εφημ. Tagesspiegel), στις Ευρωεκλογές του 1999, στις οποίες από κοινού με την Πρώτη Γραμμή του δηλωμένου ναζιστή Κ. Πλεύρη έλαβε πανελλαδικά σχεδόν 50 χιλ. ψήφους. Παρέμεινε, ωστόσο, στη σκιά της δημοσιότητας ακόμη και μετά την εκλογή του αρχηγού της ως δημοτικού συμβούλου στο Δήμο Αθηναίων το Νοέμβριο του 2010. Εκδηλώσεις κιτς εθνικισμού στις Θερμοπύλες, τον Μελιγαλά, τα Ίμια, αλλά και την Παραμυθιά Σουλίου ή την Εύβοια διεξάγονται από χρόνια με την συμμετοχή Χρυσαυγιτών, όπως όμως και άλλων αντιπροσώπων (π.χ. της Εκκλησίας, της νεο-ορθοδοξίας, της τοπικής αυτοδιοίκησης, της λαϊκής δεξιάς) αυτού του ιδιότυπου πολυσυλλεκτικού συνονθυλεύματος που συγκροτεί το ρεύμα του ελληνικού εθνικισμού της ύστερης Μεταπολίτευσης.

Με τα παραπάνω θέλω να επισημάνω ότι η Χρυσή Αυγή αποτελεί μια παλιά ιστορία, που τυγχάνει όμως της δημόσιας προσοχής όταν, όπως και για όσο διάστημα τα Μίντια επιλέγουν κάτι τέτοιο να συμβεί. Σιωπούν τα Μίντια, είτε γιατί τοποθετούν τη Χρυσή Αυγή σε καραντίνα όπως λίγο-πολύ συνέβη τις παραμονές των δημοτικών εκλογών του 2010, είτε γιατί αδιαφορούν όπως κατά κανόνα γινόταν στο παρελθόν, τότε ατονεί και η δημόσια προσοχή για τη Χρυσή Αυγή. Αντιθέτως, ανταποκρίνονται τα Μίντια προβάλλοντας (με κριτήρια ιδεολογικά, εμπορικά, δημοσιογραφικά ή όποια άλλα) τη Χρυσή Αυγή, τότε αυξάνεται και η συνολική δημόσια προσοχή για τη συγκεκριμένη οργάνωση.


Με τον ισχυρισμό αυτό δεν υποστηρίζω ότι η Χρυσή Αυγή είναι ένα τηλεοπτικό κατασκεύασμα· μια οργάνωση με έντονο ιδεολογικό φορτίο δεν είναι κατασκευάσιμη από τα ΜΜΕ. Η απήχησή της στο κοινό, ωστόσο, προϋποθέτει τη δημόσια προβολή, ακόμη κι αν μια τέτοια προβολή –είτε γιατί θα ήταν αρνητική και θα τη στιγμάτιζε είτε γιατί θα αποκάλυπτε τον εξτρεμισμό της– θα απέτρεπε πολλούς να την υποστηρίξουν. Η δεξαμενή, παρόλα αυτά, από την οποία θα αντλήσει υποστήριξη μια οργάνωση γνωστή στο μαζικό κοινό είναι μεγαλύτερη από εκείνη που θα αντλήσει η ίδια οργάνωση εάν παραμείνει στο περιθώριο. Σε κάθε περίπτωση θα ήταν χρήσιμο τα εγχώρια ΜΜΕ να διδαχθούν από τον τρόπο που ευρωπαίοι συνάδελφοί τους (στη Βρετανία ή στη Γερμανία) διαχειρίζονται με προσοχή και φειδώ την προβολή κομμάτων του ακραίου δεξιού πόλου. Στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής βλέπουμε μια άσκοπη υπερπροβολή (το ίδιο γινόταν και με τον ΛΑ.Ο.Σ.), καθώς και μια κακώς νοούμενη αναλογικότητα που καθιστά την οργάνωση συνομιλητή πολιτικών και δημοσιογράφων με άλλοθι το εκλογικό ποσοστό της και όχι πρωτίστως τον σεβασμό εκ μέρους της του κανονιστικού πλαισίου της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Μήπως, όμως, εδώ βρίσκεται το κυρίως πρόβλημα; Ένα πολιτικό σύστημα αναποτελεσματικό, με θεσμούς αναξιόπιστους και δρώντες διαπλεκόμενους, τι μαθήματα δημοκρατίας μπορεί να δώσει και σε ποιον; 

Αναρρωτιόμαστε ποιες μπορεί να είναι οι αιτίες που οδήγησαν στη άνοδο της Χρυσής Αυγής· πώς έγινε δυνατόν μια πολιτική σέκτα να φθάσει μέχρι την κεντρική πολιτική σκηνή. Στην αρχή αναφέρθηκα σε μια πλειάδα αιτίων που έχουν επισημανθεί σχετικά. Αν θελήσουμε να τα ταξινομήσουμε, πρόκειται για δύο κατηγορίες: αίτια που αφορούν τις κοινωνικές δομές και κινούνται στο μακροεπίπεδο (κρίση, ανεργία, μετανάστευση, αλλά και παγκοσμιοποίηση, εγκληματικότητα ή λαϊκισμός), όπως και αίτια που ανάγονται σε ατομικές στάσεις και αντιλήψεις και ανήκουν στο μικροεπίπεδο (κουλτούρα της βίας, αλλά και αυταρχικές δομές του χαρακτήρα, έλλειμμα ανοχής απέναντι στον Άλλο, ξενοφοβία, αντισημιτισμός, ρατσισμός). Όλα τα παραπάνω είναι σωστά, αν και όχι απαραιτήτως με τον τρόπο που έχουν πλαισιωθεί στον εγχώριο διάλογο. Για να αναφέρω ένα παράδειγμα: Μια κουλτούρα βίας έχει γίνει ανεκτή στην ύστερη Μεταπολίτευση από την αριστερά μέχρι τη δεξιά· ήταν η τελευταία που έκανε ηθελημένα τα στραβά μάτια στον περίφημο Δεκέμβρη του 2008, ενώ για τους νεκρούς της Marfin σιωπά, αδιακρίτως ιδεολογίας, κοινωνία και κομματικό σύστημα. Το ΚΚΕ επαίρεται ότι είναι κόμμα αντισυστημικό, αλλά ήταν η ΝΔ που θώπευσε συστηματικά το τελευταίο σταλινικό απολίθωμα. Και ένα δεύτερο παράδειγμα: το επιχείρημα ότι η εξτρεμιστική δεξιά είναι η κορύφωση της παραδοσιακής-συντηρητικής δεξιάς είναι απλοϊκό. Η εξτρεμιστική δεξιά ανήκει στα άκρα και όχι αποκλειστικά στον ακραίο δεξιό πόλο. Όπως και η Χρυσή Αυγή, που πληροί μεν τα κριτήρια κατάταξης στο άκρο του δεξιού πόλου (είναι αντιδημοκρατική, εθνικιστική, φυλετική, ξενοφοβική και οπαδός του ισχυρού κράτους), αντλεί όμως ιδεολογικά στοιχεία (λαϊκισμός, αντικαπιταλισμός, ιδέα ενδογενούς ανάπτυξης) και από άλλες περιοχές του ιδεολογικο-πολιτικού άξονα.

Αν επιμείνουμε στο εξηγητικό σχήμα που αποτελεί έναν συνδυασμό αιτιακών παραγόντων του μακρο- και του μικροεπιπέδου, θα πρέπει να δώσουμε πειστική απάντηση στο ερώτημα γιατί το ίδιο μείγμα αιτίων (κρίση/ανεργία + μετανάστευση + παγκοσμιοποίηση, αλλά και αυταρχικές δομές χαρακτήρα + μορφές βίας) δεν δημιουργεί παντού και πάντα δεξιά εξτρεμιστικά φαινόμενα. Γιατί π.χ. η Ισπανία σήμερα δεν έχει τη δική της Χρυσή Αυγή (η falange espanola κινείται στο 0,5%) ή γιατί ο εξτρεμισμός έγινε πρόβλημα στην Ολλανδία της οικονομικής ακμής, αλλά όχι της κρίσης στη δεκαετία του 1980, κλπ.

Υιοθετώντας το θεωρητικό σχήμα των Ε. Σόιχ και Χ. Κλίνγκεμαν για την άνοδο του δεξιού εξτρεμισμού στο μεταπολεμικό δυτικό κόσμο θα επιμείνω στην επισήμανσή τους, ότι οι κοινωνικο-οικονομικές δομές αποτελούν «όρους πλαισίωσης» που, σε συνδυασμό με αυταρχικές ατομικές στάσεις και τις «πολιτικές φιλοσοφίες» οι οποίες τις έχουν παράγει (εθνικισμός, κουλτούρα της βίας, συνωμοσιολογία, κλπ.), δημιουργούν «διαθεσιμότητα» για τον δεξιό εξτρεμισμό. Για τη μετατροπή της διαθεσιμότητας αυτής σε συμπεριφορά, εν προκειμένω σε πολιτική και εκλογική στήριξη δεξιών εξτρεμιστικών κομματικών μορφωμάτων, η παρεμβολή του μεσο-επιπέδου θεωρείται αποφασιστικής σημασίας. Οι πολιτικοί θεσμοί, η πολιτική ηγεσία, οι λειτουργίες του πολιτικού και κομματικού συστήματος συγκροτούν το ενδιάμεσο επίπεδο. Όταν η αποτελεσματικότητά του περιορίζεται, όταν η εμπιστοσύνη προς αυτό αμφισβητείται, όταν τα μέσα άσκησης πολιτικής επιρροής που το πολιτικό σύστημα προσφέρει στους πολίτες (εκλογές, συμμετοχή) χάσουν τη σημασία τους, τότε η διαθεσιμότητα για τον εξτρεμισμό μετουσιώνεται σε πραγματική στήριξη εξτρεμιστικών μορφωμάτων.

Στην Ελλάδα η κρίση της πολιτικής προηγήθηκε της χρηματο-οικονομικής κρίσης. Οι πολιτικοί θεσμοί είχαν απαξιωθεί πλήρως από το 2007, όπως μας έδειχναν οι σχετικές έρευνες περί εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Διεργασίες που έχουν να κάνουν με τις στρατηγικές που εφάρμοσε η Χρυσή Αυγή την ίδια πάνω-κάτω περίοδο (δημιουργία «κάστρων» της σε επιλεγμένες περιοχές που η οργάνωση διέθετε αριθμητικά αξιόλογους πυρήνες ακτιβιστών) δημιούργησαν δομές πολιτικής ευκαιρίας για την έξοδό της από το πολιτικό περιθώριο και στην εγκατάστασή της στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Η Χρυσή Αυγή δεν αποτελεί συνέχεια του ναζισμού ούτε αναβιώνει κάποιο ομοίωμά του, παρά τις εκλεκτικές της συγγένειες με τις «κουλτούρες του φασισμού» (Π. Μιλζά). Είναι περισσότερο φιλο- παρά νεο-ναζιστική οργάνωση. Αυτό που διαμορφώνει την κυρίως ταυτότητά της –το ίδιο όπως και όλων των δεξιών εξτρεμιστικών μορφωμάτων– είναι η πολεμική της στον φιλελευθερισμό και τον πλουραλισμό. Ας μην βιαζόμαστε, πάντως, να κάνουμε προβλέψεις για την πορεία της· είναι κι αυτό άλλο ένα κουσούρι της «χρυσαυγολογίας». Προβλέψεις όπως «ήρθε για να μείνει» είναι πρόωρες και αθεμελίωτες. Αυτό που από τώρα, όμως, γνωρίζουμε, είναι ότι περισσότεροι από τους μισούς που την ψήφισαν (και συνήθως το ίδιο ξέρουμε ότι συμβαίνει σε κόμματα αυτού του χώρου διεθνώς), όχι μόνο δεν ασπάζονται τις απόψεις της, αλλά ούτε καν εμφανίζουν χαλαρές «προδιαθέσεις» ψήφου για την άκρα δεξιά. Όταν θα εκλείψει η εξαιρετικότητα των καταστάσεων που ζούμε σήμερα και ορθοποδήσει το πολιτικό και κομματικό σύστημα, είναι πολύ πιθανό τα σημερινά δεδομένα για τα κομματικά άκρα να αλλάξουν εις βάρος τους άρδην.

Δημοσιεύθηκε στη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ (20.09.2012) http://www.metarithmisi.gr/el/readArchives.asp?catID=2&subCatID=8&textID=12226

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Η "κόκκινη γραμμή" της δημοκρατίας: ένα κείμενο για τον δεξιό εξτρεμισμό και τα άκρα στη Βουλή


Η Ιστορία τείνει να μεταβληθεί σε κακόηχο κρεσέντο: ακτιβιστές της Χρυσής Αυγής, στους οποίους περιλαμβάνονται βουλευτές και ο αρχηγός της, επιδίδονται στη δημόσια έκφραση μιας πολεμικής που παραβιάζει τα στοιχειώδη. Το ζήτημα δεν είναι (απλώς) αισθητικό. Δεν πρόκειται για την εκφορά και μόνο ενός χονδροκομμένου λόγου από ιθύνοντες της Χρυσής Αυγής• η γλωσσική «αγαρμποσύνη» αποτελεί, εξάλλου, συνήθεια της απανταχού Ακροδεξιάς. Επιπλέον, δεν πρόκειται (μόνο) για καταπάτηση τυπικών κανόνων, εάν έτσι εκλάβουμε την παραποίηση αρχών της φιλελεύθερης δημοκρατικής τάξης από εκλεγμένους στη Βουλή αντιπροσώπους της Χρυσής Αυγής.
Για τι ακριβώς πρόκειται όμως; Παρακάτω θα αναφερθώ στα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης οργάνωσης, για να εξετάσω εν συνεχεία τις πιθανές επιπτώσεις στην ποιότητα της δημοκρατίας από την εμφάνιση της Χρυσής Αυγής στην κεντρική πολιτική σκηνή. Αραγε η συμμετοχή της σε αντιπροσωπευτικά Σώματα συμβάλλει στην απομείωση του εξτρεμιστικού δυναμικού της ή μήπως η ανάδυση της Χρυσής Αυγής στην κεντρική πολιτική σκηνή δημιουργεί νέες πολιτικές ευκαιρίες για τους πολέμιους του κοινοβουλευτισμού;
Για το προφίλ της οργάνωσης:
l Η Χρυσή Αυγή δεν είναι μια «τυπική» οργάνωση της Ακρας Δεξιάς. Πρόκειται για τη μόνη από όσες υπάρχουν σήμερα στην κομματική οικογένεια της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς που δεν αποποιείται τον χαρακτηρισμό «ακραία»• μάλιστα, με ποικίλους τρόπους (π.χ. ταυτιζόμενη με τάγματα εφόδου) επιχειρεί να κατοχυρώσει την ακρινή της θέση στην πολιτική σκηνή.
l Η Χρυσή Αυγή είναι περισσότερο ένα κόμμα των άκρων, παρά ένα ακραίο δεξιό κόμμα. Τοποθετούμενη στον άξονα Αριστεράς - Δεξιάς πληροί τα κριτήρια κατάταξης στο άκρο του δεξιού πόλου (σύμφωνα με τον Κ. Μούντε αυτά είναι: η αντιδημοκρατικότητα, ο εθνικισμός, ο φυλετισμός, η ξενοφοβία, το ισχυρό κράτος). Ομως η Χρυσή Αυγή αντλεί ιδεολογικά στοιχεία και από άλλες περιοχές του άξονα: τον εθνικο-λαϊκισμό από το εθνικο-πατριωτικό ΠαΣοΚ, τον αντικαπιταλισμό και την ιδέα της ενδογενούς ανάπτυξης από μια κομμουνιστογενή Αριστερά.
l Η διαθεσιμότητα στη χρήση βίας (στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής την είδαμε να πραγματώνεται σε βάρος γυναικών βουλευτών της Αριστεράς και ανεξαρτήτως φύλου μεταναστών) συνιστά επίδειξη βιταλισμού του εξτρεμιστικού χώρου, που θέλει να καταδείξει την (υποτιθέμενη) ενστικτώδη ορμή, ζωτικότητα και έλλειψη αναστολών, κόντρα στη φθορά του πολιτικού κατεστημένου. Μήπως όμως η χρήση βίας στη μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν έχει γίνει ανεκτή απ' άκρου εις άκρον του ιδεολογικού άξονα, ενώ τα θύματά της (μετανάστες, μειονότητες) δεν έχουν στοχοποιηθεί από περιβάλλοντα της ελληνορθόδοξης Δεξιάς; Η Χρυσή Αυγή είναι μια εξτρεμιστική, φιλοναζιστική οργάνωση. Ομως η «επιβεβαρημένη» (για να χρησιμοποιήσω τον χαρακτηρισμό του Χ. Α. Βίνκλερ για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης) Μεταπολίτευση και οι πολιτικές δυνάμεις της έχουν μερίδιο ευθύνης για την άνοδο της Χρυσής Αυγής στην πολιτική σκηνή.
Ποια μπορεί να είναι η πορεία της Χρυσής Αυγής; Με βάση την ευρωπαϊκή εμπειρία υπάρχουν δύο δρόμοι που πορεύτηκαν κόμματα με (τουλάχιστον αφετηριακές) ομοιότητες με τη Χρυσή Αυγή: ο δρόμος του Τζιανφράνκο Φίνι, ο οποίος μεταμόρφωσε το Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα (MSI) από ένα φιλοφασιστικό κόμμα στη μεταφασιστική Εθνική Συμμαχία (Alleanza Nationale)• αυτή λογίζεται ως ένα αστικό - συντηρητικό κόμμα στη Β' Ιταλική Δημοκρατία. Υπάρχει και ο δρόμος του Εθνικοδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (NPD). Το NPD, με το οποίο διατηρεί δεσμούς η Χρυσή Αυγή, εντάσσεται τόσο στο πολιτικό κατεστημένο όσο για να μπορέσει να μετάσχει στον κομματικό ανταγωνισμό. Αυτό που κυρίως επιδιώκει είναι να ενσωματώσει στις τάξεις του δυνάμεις μιας ακροδεξιάς σκηνής, η δράση της οποίας περιορίζει τη δική του επιρροή.
Ποιον δρόμο θα ακολουθήσει η Χρυσή Αυγή; Εξαρτάται από την ποιότητα των ακτιβιστών της και τις απαιτήσεις του συστήματος εξουσίας. Σύμφωνα με τον Ντ. Αρτ, κόμματα της Ακρας Δεξιάς (όπως η Εθνική Συμμαχία), που διαθέτουν μετριοπαθή στελέχη, με εμπειρία και ικανοποιητικό εκπαιδευτικό επίπεδο, μπορεί να επιτύχουν την κοινοβουλευτικοποίησή τους και παρουσία με διάρκεια στην πολιτική σκηνή. Αντιθέτως, κόμματα (όπως το NPD) με εξτρεμιστική ποιότητα ακτιβιστών, που ανήκουν στους κοινωνικά «χαμένους», πιθανότερο είναι να καθηλωθούν εκλογικά συμπιεζόμενα μεταξύ των απαιτήσεων του συστήματος για προσαρμογή και των πιέσεων των ακτιβιστών τους για ακραία δράση.
Οσον αφορά την ποιότητα των ακτιβιστών της η Χρυσή Αυγή ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Διαφέρει όμως από το NPD όσον αφορά τον τρόπο που την αντιμετωπίζουν οι θεσμοί της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η τελευταία δεν έχει τα χαρακτηριστικά «αμυνόμενης δημοκρατίας», όπως συμβαίνει στη Γερμανία, πράγμα που δεν είναι κατ' ανάγκη αρνητικό. Η απαγόρευση ακραίων σχηματισμών, όταν παραβιάζουν θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατικής τάξης, όπως συμβαίνει στο μοντέλο της «αμυνόμενης δημοκρατίας», δεν σημαίνει εξάλειψη του εξτρεμιστικού δυναμικού. Το ζητούμενο σε μια δημοκρατία είναι η τήρηση των κανόνων. Οποιοι παίζουν με τη δημοκρατία και δεν σέβονται τους κανόνες της, όποιοι καταχρώνται την ανεκτικότητα του δημοκρατικού ήθους, γι' αυτούς η λογική των διαχωριστικών γραμμών - η τοποθέτηση ενός cordon sanitaire - είναι η πλέον ενδεδειγμένη. Εκτός κι αν ορισμένοι νομίζουν ότι συμφέρει ν' αφήνουν τους εξτρεμιστές να παίζουν με τη δημοκρατία...

Εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 2.9.2012 http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=472963

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

Είναι τα πρόσωπα, ανόητε!


Ανέκαθεν οι αναλύσεις που επικεντρώνονταν στη σημασία που διαδραματίζουν τα πρόσωπα -οι εντολοδόχοι, οι ελίτ, οι ηγεσίες- στο πολιτικό γίγνεσθαι, δεν ήταν δημοφιλείς στα περιβάλλοντα της Αριστεράς, αλλά ούτε του φιλελεύθερου Κέντρου και της παραδοσιακής Δεξιάς. Η Αριστερά δίνει έμφαση στη σημασία που έχουν οι δομές στη διαμόρφωση του κοινωνικού σχηματισμού· οι Φιλελεύθεροι τονίζουν το προσδιοριστικό περιεχόμενο των θεσμικών λειτουργιών, ενώ οι Συντηρητικοί προβάλλουν το πολιτισμικό και ηθικό-αξιακό υπόβαθρο  της κοινότητας του λαού και του έθνους.
Σε όλους τους πολιτικούς-ιδεολογικούς χώρους οι συζητήσεις περί προσώπων είναι, κατά κανόνα, ευκαιριακές. Αφορούν είτε κάποια συγκεκριμένη προσωπικότητα με ξεχωριστή θετική ποιότητα, π.χ. έναν «χαρισματικό» ηγέτη, είτε και το αντίθετο: αναφέρονται δηλαδή αρνητικά στα μέλη μιας «πολιτικής τάξης», χαρακτηριστικό γνώρισμα των οποίων είναι ότι ακολουθούν εναρμονισμένες πρακτικές και νοιάζονται πρωτίστως για τον εαυτό τους.
Την ύπαρξη μιας «τάξης διεφθαρμένων πολιτικών» «ανακάλυψε» πρώτα η Ακροδεξιά. Το ότι υπάρχει ένα καρτέλ κομμάτων και πολιτικών από τη Δεξιά έως την Αριστερά, που σφετερίζεται το κράτος, ανήκει στο λεκτικό ιδίωμα της Ακροδεξιάς. Σύμφωνα με τις πλέον λαϊκιστικές εκδοχές της, τα πρόσωπα που εμπλέκονται στο πολιτικό γίγνεσθαι γίνονται αντιληπτά σαν πολτός, ώστε η ενασχόληση με κάποια από αυτά να καθίσταται υπόθεση ανούσια.  Υπόθεση ανούσια είναι και για την Αριστερά η ενασχόληση με πρόσωπα που είτε θετικά είτε αρνητικά ξεχωρίζουν στο πολιτικό γίγνεσθαι: όσα ξεχωρίζουν θετικά, είναι οι κατάλληλες δομές που συνέβαλαν στην ανάδειξή τους, ενώ όσα ξεχωρίζουν αρνητικά, είναι οι ακατάλληλες δομές που ευθύνονται για την παρεκτροπή τους. 
Με τέτοιες αντιλήψεις δεν είναι να απορεί κανείς που τα ίδια πρόσωπα που μας οδήγησαν στην κρίση είναι εκείνα που αναλαμβάνουν να διαχειριστούν την κρίση για να εξέλθουμε από αυτή. Όπως δεν είναι ακατανόητο το γεγονός, ότι νέα στην πολιτική αρένα πρόσωπα (από τον Λ. Παπαδήμο μέχρι τον Γ. Στουρνάρα), με αποδεδειγμένη εμπειρογνωμοσύνη,  αποτελεσματικότητα και κύρος, αντιμετωπίζονται από τους επαγγελματίες πολιτικούς, από τμήμα της δημοσιότητας και από μερίδα των πολιτών ως «ανάλγητοι» και «απολίτικοι» «τεχνοκράτες» που διαταράσσουν τις δομο-λειτουργικές και τις αξιακές προδιαγραφές του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος.
Επιπλέον, με τέτοιες αντιλήψεις δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς γιατί οι θεσμικοί παράγοντες του πολιτικο-κομματικού κατεστημένου (από την Αριστερά μέχρι τη συντηρητική Δεξιά) αντιμετωπίζουν με απάθεια, συχνά με προκλητική ανεκτικότητα, το εμφανές έλλειμμα αποτελεσματικότητας, αλλά και την ιδιοτέλεια μερίδας του πολιτικού προσωπικού, η οποία ακόμη και εν μέσω κρίσης εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το κράτος ως προσωπικό της φέουδο και τους θεσμούς ως πεδίο άσκησης χυδαίων πελατειακών σχέσεων.
Να το πούμε απλά: την ώρα που η χώρα καταβυθίζεται σε μια επικίνδυνη πτώση, ενώ κάποιοι προσπαθούν να της αφαιρέσουν το ευρωπαϊκό δίχτυ ασφαλείας που της έχει απομείνει, άτομα, με πολιτικές, κομματικές, επαγγελματικές ιδιότητες και ονοματεπώνυμα, (εξακολουθούν να) επιδίδονται σε πλιάτσικο εις βάρος της δημόσιας περιουσίας και του μόχθου των εργαζόμενων και έντιμων πολιτών. Είναι εκείνοι που βγάζουν τα νομίμως ή παρανόμως αποκτηθέντα χρήματά τους, με νόμιμα ή παράνομα μέσα, στο εξωτερικό· που αποκρύπτουν φορολογητέα ύλη ενίοτε εκατομμυρίων Ευρώ κερδίζοντας συστηματικά μαύρο χρήμα· που παίρνουν φακελάκια για να κάνουν απλώς το καθήκον τους· που καρπώνονται κοινωνικά επιδόματα και συντάξεις που δεν δικαιούνται· που διορίζουν τα παιδιά τους και τα παιδιά «επιλέκτων» της συντεχνίας τους σε περίοπτες θέσεις του δημοσίου αδιαφορώντας για τους αδιόριστους νέους που είναι π.χ. επιτυχόντες διαγωνισμών του ΑΣΕΠ, κ.λπ.
Αλήθεια, ο για μία (!) ημέρα πρόεδρος της Βουλής, που πρόλαβε να ανανεώσει το ρουσφέτι του εκλογικού επιδόματος στους υπαλλήλους του Κοινοβουλίου και να διορίσει τη θυγατέρα του μετακλητή υπάλληλο, μήπως πρόλαβε να ενημερωθεί και για τους 14 στενογράφους επιτυχόντες μεταξύ 1000 υποψηφίων σε διαγωνισμό του ΑΣΕΠ που ζήτησε η Βουλή και παραμένουν ακόμα αδιόριστοι;  Λόγω κρίσης, είναι η επίσημη αιτιολογία, λόγω έλλειψης πατρώνων να τους στηρίζουν, είναι η ανεπίσημη και πλέον έγκυρη. Ο Λ. Ρακιντζής, Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης, δημοσιοποιεί τη μια έκθεση για περιπτώσεις διαφθοράς και κακοδιοίκησης μετά την άλλη, αλλά το κομματικό και διοικητικό κατεστημένο αδιαφορεί: η Άκρα Αριστερά ασχολείται με «τον καπιταλισμό», η Αριστερά με «το σύστημα», η Κεντροαριστερά με «τα φαινόμενα», η Δεξιά με το «έθνος» και η Άκρα Δεξιά με «τους ξένους».[1] 
Όμως, «το σύστημα», «τα φαινόμενα», «το έθνος» και ό,τι άλλο απρόσωπο, αδιαφοροποίητο, ιδεατό ή πραγματικό, διαθέτει δρώντες, το κράτος έχει λειτουργούς, η αγορά (λίγους πια) εργοδότες και (ολοένα λιγότερους) εργαζόμενους, τα πανεπιστήμια καθηγητές, η Βουλή προέδρους και βουλευτές, η κυβέρνηση υπουργούς, τα συνδικάτα συνδικαλιστές και η χώρα πολίτες. Κάθε ένας και κάθε μία από αυτούς/ές, ανάλογα με τη θέση τους, συν-διαμορφώνουν «το σύστημα», «τα φαινόμενα», «το έθνος» και συμβάλλουν -θετικά ή αρνητικά- στην ποιότητα των συλλογικοτήτων. Εν τέλει έχει μεγάλη σημασία αν υπουργός θα είναι ο Γιάννης Στουρνάρας ή ο Νίκος Νικολόπουλος! 
Τα πρόσωπα κάνουν τη διαφορά σε ό,τι απαιτεί κάποια παραγωγή έργου, πολλώ μάλλον εκεί που παράγεται γνώση και πολιτισμός και, βεβαίως, στην πολιτική και τη διακυβέρνηση. Όσοι πιστεύουν ότι τα πρόσωπα δεν έχουν σημασία καθώς μεγάλα συμφέροντα κινούν τα νήματα, υποτιμούν το λαό, στο όνομα του οποίου υποτίθεται ενεργούν. Όσοι πάλι θεωρούν ότι όσο πιο ανίκανα και ανέντιμα είναι τα πρόσωπα που εμπλέκονται στη διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων, τόσο γρηγορότερα θα καταρρεύσει «το αστικό σύστημα», δίνουν την ευκαιρία σε καπάτσους και ανέντιμους να αξιοποιήσουν για λογαριασμό τους τις δυνατότητες που προσφέρει «το σύστημα» συμβάλλοντας περαιτέρω στην παθογενή λειτουργία του. Όσοι, τέλος, σιωπούν μπροστά σε ανομικά και πελατειακά φαινόμενα, ας συνειδητοποιήσουν ότι η σιωπή τους γίνεται αντιληπτή ως κυνισμός από το έντιμο κομμάτι της κοινωνίας· δεν είναι μόνο οι αντοχές του που εξαντλούνται από τα οικονομικά μέτρα, αλλά διαβρώνεται επικίνδυνα και η αφοσίωσή του στο θεσμικό οικοδόμημα της Μεταπολίτευσης. Και γι’αυτό δεν φταίει καμία Αγγέλα Μέρκελ και κανένας Πόουλ Τόμσεν.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ  (κλικ στο σύνδεσμο http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=11083)


[1] Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές δόθηκε στη δημοσιότητα η πληροφορία ότι ο πρωθυπουργός ζήτησε την άμεση διεκπεραίωση των 5.000 χιλ. (!) πειθαρχικών υποθέσεων που εκκρεμούν σε βάρος δημοσίων λειτουργών. Ας ευχηθούμε να μην ακουστούν επιφυλάξεις από μέλη της κυβέρνησης και, συγκυβερνώντες και μη, πολιτικούς αρχηγούς.

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012



Interview in Der Standard:
Über die Extremrechten in Griechenland und die latende Gewaltbereitschaft in der griechischen Gesellschaft




"Die Bereitschaft zur Gewalt schadet Chrysi Avgi nicht. Zumindest in den vergangenen drei Jahren hat diese Partei ganz offen Gewalt als politisches Mittel angewandt und ist gleichzeitig in den Umfragen konstant gestiegen. Ihre Wähler haben die Gewalt akzeptiert. Zudem hat sich in letzter Zeit in der griechischen Gesellschaft, die ohnehin eine relativ traditionelle, von Männern dominierte Kultur ist, ein Wandel in Richtung Duldung politischer Gewalt zugetragen. Viele akzeptieren dass es auf Demonstrationen zu Gewalt kommt, entweder weil sie selbst gewalttätig werden oder weil sie nichts dagegen haben, wenn andere das tun. Fest steht: es existiert eine latente Gewaltbereitschaft, der Erfolg der Chrysi Avgi ist ein Ausdruck dessen."

http://derstandard.at/1339638565030/In-Griechenland-existiert-eine-latente-Gewaltbereitschaft

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Γιατί έχασε η ΝΔ και εκτινάχθηκε η Χρυσή Αυγή

To εξώφυλλο του βιβλίου των Backes & Jesse (επι.)

Στα ασυνήθιστα των τελευταίων εκλογών ανήκει ο κατακερματισμός του δεξιού πόλου. Η πάλαι ποτέ συνεκτική Καραμανλική παράταξη φυλλοροεί. Δεν είναι μόνο οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Χρυσή Αυγή που μπήκαν στη Βουλή. Είναι και τα δύο κεντροδεξιά κόμματα, Δημοκρατική Συμμαχία και Δράση, που απέσπασαν αξιοπρεπή ποσοστά. Εάν συνυπολογιστεί η δύναμη των πέντε κομμάτων πέριξ της ΝΔ -τα τέσσερα που προαναφέρθηκαν και ο ΛΑΟΣ- η δύναμή τους είναι μεγαλύτερη από το 18,8% της ΝΔ.
Πού οφείλεται η κατακρήμνιση της ΝΔ; Στην πολιτική υπεράσπισης του Μνημονίου, στη ριζοσπαστική και εξτρεμιστική δυναμική σημαντικής μερίδας εκλογέων ή στις λανθασμένες στρατηγικές επιλογές που η ΝΔ ακολουθεί απέναντι στα κόμματα δεξιότερά της στο ιδεολογικό-πολιτικό άξονα;
Υποστηρίζεται ότι η στάση απέναντι στο Μνημόνιο υπήρξε καθοριστική για τα 2/3 των ψηφοφόρων. Κι έτσι να είναι (παρότι δεν είναι σίγουρο αν η πολεμική ή η αποδοχή του Μνημονίου δημιουργεί μια νέα κοινωνική σχάση ή αποτελεί έναν συμβολισμό που επικαιροποιεί προϋπάρχουσες διαιρέσεις), η ΝΔ είχε μια επαμφοτερίζουσα συμπεριφορά στο ζήτημα, γεγονός που την προφυλάσσει από το να υπερεκτεθεί στους εκλογείς.  Όσον αφορά την ύπαρξη ενός ριζοσπαστικού και εξτρεμιστικού δυναμικού, καθώς αυτό είναι κυρίως αριστερόστροφο, σημαντικότερες απώλειες έχει το ΠΑΣΟΚ, ενώ εκείνες της ΝΔ προς τη Χρυσή Αυγή φθάνουν στις δύο ποσοστιαίες μονάδες.
Η άνοδος της Χρυσής Αυγής δεν αποτελεί αποκλειστικά νεοδημοκρατικό δημιούργημα. Πρόκειται για ένα κόμμα του δεξιού εξτρεμισμού. Όμως νέοι και νέοι σε ηλικία ψηφοφόροι που ελκύονται από τον ψευδο-βιταλισμό της οργάνωσης, τη διαθεσιμότητά της στη χρήση βίας και την cult υποκουλτούρα που συμβολικά  παραπέμπει, καθώς και πρώην ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ αποτελούν το μισό της εκλογικής της πελατείας. Ωστόσο, δεν είναι η πρώτη φορά που η Χρυσή Αυγή μετέχει σε εκλογές. Τι άλλαξε και από το 0,2% που έλαβε το 2009 απογειώθηκε στο 7% ;
Η συγκυρία της κρίσης διαδραματίζει σίγουρα κάποιο ρόλο, αλλά η Χρυσή Αυγή υπάρχει από παλιά χωρίς να αποκτήσει σημαντικότητα π.χ. στις αρχές του 1990, όταν το παρακμιακό πολιτικό σύστημα ταρακουνήθηκε συθέμελα. Εικάζεται ότι η συγκυρία της οικονομικής κρίσης συμβάλλει στην ενίσχυση της ριζοσπαστικής και εξτρεμιστικής δεξιάς, αλλά ούτε η θεωρία ούτε η εμπειρική ανάλυση επιβεβαιώνουν ακράδαντα τον ισχυρισμό. Εκτός αυτού, η ταξική προσέγγιση δεν αντέχει στην ανάλυση του εκλογικού σώματος της Χρυσής Αυγής. Οι εκλογείς της είναι κοινωνικο-επαγγελματικά ετερογενείς, γεγονός που αποδυναμώνει μια θετική συνάρτηση οικονομικής κρίσης και εξτρεμιστικής στροφής.
Μετά την εκλογή του Α. Σαμαρά  στην ηγεσία της, η ΝΔ εγκατέλειψε τις δοκιμασμένες στρατηγικές απέναντι στα ακροδεξιά κόμματα. Τέτοια κόμματα (Εθνική Παράταξη) ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τα είχε απορροφήσει στη ΝΔ τηρώντας αποστάσεις από την ατζέντα τους. Ο Κώστας Καραμανλής έκανε κάτι διαφορετικό στο πλαίσιο της ίδιας λογικής: έδιωξε τους ακροδεξιούς από τη ΝΔ, αλλά υπερασπίστηκε κάποια σημαντικά διακυβεύματά τους (π.χ. βέτο για ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ).
Οι δύο αυτές στρατηγικές, της «συμπεριληπτικής οριοθέτησης» και της «επιλεκτικής διαφοροποίησης», δημιουργούσαν αναχώματα της κεντροδεξιάς απέναντι στην ακροδεξιά. Όμως,  μετά τις εκλογές του 2009, η ΝΔ είναι διάτρητη: και ενέταξε στο εσωτερικό της συνιστώσες της ακραίας δεξιάς (Δίκτυο 21) και οικειοποιήθηκε τη θεματολογία τους. Μια τέτοια στάση έκανε τη ΝΔ ευάλωτη προς κάθε κατεύθυνση:  προς το Κέντρο αλλά και τον ακροδεξιό χώρο που τον αποδαιμονοποίησε μετατρέποντας την εκλογική επιλογή του σε μια κανονική επιλογή. Αυτός είναι ο βασικός λόγος της δραματικής ήττας της στις 6 Μαϊου με αμφίδρομες απώλειες προς κεντροδεξιά και ακροδεξιά κατεύθυνση.
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο ένθετο Forum της εφημ Έθνος , βλ. σχ. όλο το αφιέρωμα
http://www.ethnos.gr/entheta.asp?catid=25861&subid=2&pubid=63659103 

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Les partis d’extrême-droite en Grèce

Le Petit Journal

Lepetitjournal.com : Qui sont les partis d’extrême-droite en Grèce ?
Georgiadou: Chryssi Avgi est un parti d’extrême-droite. Sur la scène politique d’extrême droite en Grèce, il y a également des petits partis (par exemple Proti Grammi (First Line)) qui sont eux aussi des partis extrémistes mais qui ne sont pas importants dans le système des partis grecs. Bien que le terme « extrême-droite » soit très souvent utilisé dans les médias et dans les discours politiques, il faut distinguer les partis d’extrême-droite de ceux de la droite radicale.
Les premiers sont souvent violents et n’hésitent pas à utiliser la force contre leur adversaires politiques, les immigrés ou les groupes minoritaires (ethnies, groupes sociaux…). Ils soutiennent des idées racistes et ne reconnaissent pas les frontières nationales. Ils ont des ambitions irrédentistes afin d’élargir l’Etat nation. En résumé, ils sont nationalistes, populistes et autoritaires et préfèrent une politique de l’ordre public. De plus, ils s’opposent à une société multiculturelle.
Les partis de la droite radicale ne sont pas anti-démocratiques et ils acceptent, du moins formellement, les principes de la démocratie libérale. L’aube dorée (Chrissi Avgi) est un parti d’extrême droite typique tandis que le Laos est un parti radical de droite.

Lequel est le plus dangereux d’après vous ?
Chryssi Avgi est une organisation réellement dangereuse. L’usage de la violence, leur style agressif envers les étrangers, les politiciens et les citoyens qui sont en désaccord avec leurs méthodes et leurs objectifs prouvent qu'elle n’accepte pas les bases du régime démocratique.

Comment expliquez-vous l’entrée de ce parti au Parlement ?
Lors des élections, Chrysi Avgi a été avantagée par la crise économique, le fort taux de chômage, la peur et des perspectives d’avenir incertaines, l’immigration, le grand nombre de migrants en situation irrégulière en Grèce, l’effondrement du système de partis  et la stratégie opportuniste du Laos.
De plus, le parti s’est efforcé de répondre au plus près aux attentes des électeurs et a développé une présence systématique et organisée dans de nombreuses villes grecques, y compris le centre d’Athènes. Le parti a développé une double stratégie qui consiste à utiliser la violence contre les "Autres" (émigrés, ect...) tout en essayant de protéger ces populations ethniques des « criminels », des politiciens corrompus et du manque d’assistance de l’Etat-Providence. Je pense que cette stratégie a joué un rôle crucial dans leur entrée au Parlement.

Quelles sont leurs revendications?
Leurs revendications se résument à : « Nettoyer » la Grèce des immigrants en situation irrégulière. « Nettoyer » la Grèce des politiciens corrompus. Ils sont contre la mondialisation, contre les banques, les riches,  les Turcs, les musulmans et ceux qui ont trahi la Nation.

Pourquoi qualifie t-on ce parti de néonazi ?
Je ne suis pas d’accord avec les étiquettes « néo-nazis », « néo fascistes » parce qu’elles n’aident pas à l’analyse de ce phénomène. D’un autre coté, la Chryssi Avgi  soutient les idées racistes. D’après eux, la nation grecque est supérieure aux autres nations.

Pensez-vous qu’il y a eu un réel sentiment national ces dernières années en Grèce qui justifierait ce vote  ou croyez-vous que c’est un moyen de contester la crise et les grands partis au pouvoir ?

Il s’agit d’un vote anti-immigration. Mais c’est vote qui a pour vocation de punir l’ensemble du système politique. La Chrysi Avgi était le seul qui était totalement en dehors du système politique et du système des partis.

Que pensez-vous de la montée de l’extrême droite en Europe en ce moment ?
En Europe, il y beaucoup de partis radicaux de droite qui remportent des élections avec succès. Les partis d’extrême droite, quant à eux, restent en marge du système des partis et n'ont, normalement, aucune influence sur la vie politique.
Propos recueillis par Elsa Breau (www.lepetitjournal.com/athenes.html) Jeudi 17 mai 2012
 http://www.lepetitjournal.com/societe-athenes/107428-actu-lextreme-droite-a-lordre-du-jour.html

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Άκρα Δεξιά και Εξτρεμιστική Δεξιά: προϋποθέσεις της εκλογικής μετακίνησης από τον ΛΑΟΣ στη Χρυσή Αυγή


Τη στρατηγική της ‘συμπεριληπτικής οριοθέτησης’ απέναντι στα νεοφασιστικά μορφώματα του ακροδεξιού χώρου ακολουθεί ο ΛΑΟΣ κατά την πρώτη φάση της κομματικής του ζωής. Στην προσπάθειά του να εδραιωθεί στην πολιτική σκηνή ως ο κύριος εκπρόσωπος του πολιτικο-ιδεολογικού χώρου δεξιότερα της NΔ, χτίζει συμμαχίες με το κόμμα Πρώτη Γραμμή του Κ. Πλεύρη και το Κόμμα Ελληνισμού του Σ. Σοφιανόπουλου, ενώ στις νομαρχιακές εκλογές του 2002 εντάσσει στα ψηφοδέλτιά του ενεργά στελέχη της Χρυσής Αυγής. Τα δύο πρώτα κόμματα απορροφώνται (εν μέρει) από τον ΛΑΟΣ, στον οποίο προσχώρησαν το 2005 και στελέχη του φίλα προσκείμενου προς το Γαλλικό FN Ελληνικού Μετώπου, αφού προηγουμένως ανεστάλη η “πολιτική λειτουργία” του συγκεκριμένου κόμματος (Ψαρράς 2010: 144).
 

Μετά την είσοδό του στην Ευρωβουλή το 2004, αλλά και το σχετικά μέτριο αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του ίδιου έτους (έλαβε 2,2% των ψήφων ενώ χρειαζόταν 3 ποσοστιαίες μονάδες για να μπει στο Εθνικό Κοινοβούλιο), ο ΛΑΟΣ συνειδητοποιεί ότι η δικτύωσή του με τον ακροδεξιό χώρο δεν επαρκεί για την μετατόπισή του από το περιθώριο στον πυρήνα της πολιτικο-κομματικής σκηνής. Ότι μια τέτοια μετατόπιση είναι αναγκαία για την επιβίωσή του γίνεται αντιληπτή από τον αρχηγό του κόμματος, ο οποίος με προσωπικό τρόπο διαπιστώνει ότι όταν τα πολιτικά διακυβεύματα γίνονται σοβαρά, πράγμα που συνήθως συμβαίνει σε εκλογές πρώτης τάξης (first order elections), ένα κόμμα της άκρας δεξιάς στο πλαίσιο του ελληνικού κομματικού συστήματος έχει να διαδραματίσει έναν πολιτικά ασήμαντο ρόλο: υπό αυτό το πρίσμα μπορεί να κατανοηθεί η προσγείωση του ΛΑΟΣ στο 2,2% στις βουλευτικές εκλογές του 2004, όταν δυο χρόνια πριν, στο εκλογικό του ντεμπούτο στις περιφερειακές εκλογές για τη νομαρχία Αθηνών, ο Γ. Καρατζαφέρης ως υποψήφιος του ΛΑΟΣ είχε λάβει το 14% των ψήφων. Μια προσεκτικότερη τήρηση αποστάσεων από τις ακραίες (αντισημιτικές, φιλοχουντικές, κ.ά.) θέσεις των συμμάχων του είναι το πρώτο βήμα του LAOS προς την κατεύθυνση χάραξης μιας “νέας πολιτικής”· έτσι αποκλήθηκε στην 6η Σύνοδο της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος (Οκτώβριος 2005) το νέο μίγμα πολιτικής (και πολιτικής συμπεριφοράς) που εισηγήθηκε ο αρχηγός στα στελέχη του ΛΑΟΣ: “Ο πολιτικός μας λόγος πρέπει να είναι ιδιαίτερα περίτεχνος. Από τη μια μεριά καταγγελτικός γι’αυτά που κάνει η ND και από την άλλη πλευρά συνάμα να ρίχνει γέφυρες… Ένας πολύ δύσκολος συνδυασμός επιθετικότητας και διαλακτικότητας… Στρογγυλοποιούμε ορισμένα πράγματα, λέμε με άλλα λόγια αυτά που πάντα εμφορούν την ψυχή μας. Αυτή είναι η νέα πολιτική” (αναφέρεται σε Ψαρράς 2010: 144).
 

Η “νέα πολιτική”, με την οποία ολοκληρώνεται η στρατηγική της ‘συμπεριληπτικής οριοθέτησης’ εκ μέρους του ΛΑΟΣ, του αποφέρει εκλογικούς καρπούς: επιχειρώντας να καμουφλάρει το ακροδεξιό του υπόβαθρο, χωρίς να το απαρνείται, το 2007 ο LAOS εισέρχεται εν τέλει στο Εθνικό Κοινοβούλιο και το 2009 αυξάνει σημαντικά τη δύναμή του τόσο στις βουλευτικές εκλογές που είχαν γίνει πρόωρα, όσο και στις ευρωπαϊκές εκλογές (Πίνακας 1). Όμως, η αύξηση της εκλογικής του απήχησης, σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση της NΔ μετά το 2007 (μέχρι το 2009 οι Συντηρητικοί είχαν καταγράψει εκλογικές απώλειες 8,5 ποσοστιαίων μονάδων) οδήγησε το κόμμα του Γ. Καρατζαφέρη στην περαιτέρω επικαιροποίηση της “νέας πολιτικής”: όχι οι σχέσεις του με τον ακροδεξιό χώρο αλλά η διείσδυσή του στο περιβάλλον της κατεστημένης συντηρητικής δεξιάς ανήκει πλέον στις βασικές στοχεύσεις του ΛΑΟΣ. Η συζήτηση περί της “γαλάζιας πολυκατοικίας” που ως ενοίκους της έχει τη NΔ και τον ΛΑΟΔ, σύμφωνα με μια γνωστή διατύπωση του Γ. Καρατζαφέρη, συμβολίζει την αλλαγή στρατηγικής στο χώρο της κοινοβουλευτικής άκρας δεξιάς.
Όπως με την επιλογή του “μεσαίου χώρου” η NΔ μετακινήθηκε προς το ιδεολογικο-πολιτικό κέντρο και κατάκτησε την κυβέρνηση, αφήνοντας ωστόσο ακάλυπτα τα νώτα της προς τα δεξιά, τηρουμένων των αναλογιών κάτι αντίστοιχο συνέβη με την επιλογή της “γαλάζιας πολυκατοικίας” από το ΛΑΟΣ: σε επίπεδο πολιτικής και στοχεύσεων μετακινήθηκε προς λιγότερο ακραίες θέσεις διεκδικώντας πολιτικό ρόλο στην κεντρική πολιτική σκηνή, βρέθηκε όμως εκτεθειμένος απέναντι στην ακροδεξιά σκηνή. Όσο ο ΛΑΟΣ εκπονούσε σχέδια συνεργασίας του με την κυβέρνηση της NΔ αρχικώς, αλλά και μη αποκλείοντας τη συμμετοχή του σε μια κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στη συνέχεια, η ακροδεξιά σκηνή -κυρίως η Χρυσή Αυγή- δημιουργούσε το πλαίσιο της δικής της εγκατάστασης στην κομματική σκηνή. Οι συνθήκες γι’αυτό ήταν σαφώς περισσότερο ευνοϊκές από ό,τι στο παρελθόν: στη δεκαετία του 2000 το διακύβευμα της μετανάστευσης είχε πια ενσωματωθεί στην κεντρική πολιτική ατζέντα και οι αρνητικές γνώμες για τη μετανάστευση είχαν διαχυθεί στο κοινωνικό σώμα. Προς τα τέλη της δεκαετίας, η απήχηση τέτοιων αντιλήψεων εμφάνιζε αυξητικές τάσεις και είχε εμποτίσει ένα σαφώς μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού σώματος από ό,τι αυτό συνέβαινε στην αρχή της.

Χωρίς να εμβαθύνουμε στους λόγους για τους οποίους πολλαπλασιάστηκαν οι αρνητικές γνώμες για τη μετανάστευση και τους μετανάστες μέσα σε μια 10ετία, γεγονός είναι ότι -στο πλαίσιο της κομματικής αγοράς και με δεδομένη τη μεταστροφή του ΛΑΟΣ προς λιγότερο ακραίες θέσεις- η ζήτηση αντιμεταναστευτικών πολιτικών και θέσεων ήταν πλέον μεγαλύτερη από την υπάρχουσα κομματική προσφορά. Τη ζήτηση αυτή επιδίωξε να καλύψει η Χρυσή Αυγή, μια πολιτικά περιθωριακή, ακραία δεξιά (νεοφασιστική) οργάνωση, τα εκλογικά ποσοστά της οποίας, οσάκις στο παρελθόν είχε συμμετάσχει σε εκλογές (1994, 1996, 2009), υπήρξαν χαμηλότερα της μισής ποσοστιαίας μονάδας. Στις πρόσφατες δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές (Νοέμβριος 2010), ωστόσο, εντύπωση προκάλεσε το διόλου ασήμαντο εκλογικό ποσοστό του 5,3% που συγκέντρωσε ο συνδυασμός της Χρυσής Αυγής στο Δήμο της Αθήνας και η υψηλή απήχηση που βρήκε σε υποβαθμισμένες συνοικίες του κέντρου, καθώς και σε συνοικίες βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά του κέντρου της πρωτεύσουσας.  Πρόκειται για περιοχές, σε αρκετές από τις οποίες παρατηρείται μεγάλη συγκέντρωση μεταναστών – σε ορισμένες από αυτές, στις οποίες το εκλογικό ποσοστό της Χρυσής Αυγής είναι διψήφιο (10+), οι αλλοδαποί αποτελούν το 1/3 και πλέον των κατοίκων τους. Συγχρόνως πρόκειται για περιοχές που έχουν τα χαρακτηριστικά “εκλογικού κάστρου” του ΛΑΟΣ: έτσι χαρακτηρίζουμε εκλογικά διαμερίσματα της Αθήνας, στα οποία το ποσοστό ψήφων που είχε συγκεντρώσει ο ΛΑΟΣ και στις τρεις βουλευτικές εκλογές που προηγήθηκαν, ήταν υψηλότερο του μέσου εκλογικού ποσοστού του στο Δήμο της Αθήνας. Με δεδομένο το γεγονός ότι ο ΛΑΟΣ δεν μετέσχε στις εκλογές του Νοεμβρίου 2010 με δικό του υποψήφιο, αλλά στήριξε τον υποψήφιο δήμαρχο της NΔ, η μετακίνηση ψηφοφόρων του ΛΑΟΣ προς τη Χρυσή Αυγή διευκολύνθηκε σημαντικά τόσο από την απουσία υποψηφίου από το χώρο της κοινοβουλευτικής άκρας δεξιάς, όσο και από την υπάρχουσα δυσαρέσκεια για τις πολιτικές και ιδεολογικές ακροβασίες του ΛΑΟΣ. 

ΛΑΟΣ και Χρυσή Αυγή λειτούργησαν ως συγκοινωνούντα δοχεία στην εκλογική αναμέτρηση του Νοεμβρίου 2010, στις περιοχές με υψηλά ποσοστά αλλοδαπών ή/και με έντονη παρουσία της Χρυσής Αυγής στην τοπική κοινωνία. Η ψήφος στη Χρυσή Αυγή προέκυψε από τη σύμπτωση αυτών ακριβώς των παραγόντων: i) υψηλά ποσοστά μεταναστών σε υποβαθμισμένες περιοχές της πόλης, ii) τάση στο εκλογικό σώμα υπέρ της υποστήριξης ενός κόμματος του ακραίου δεξιού χώρου και iii) παρουσία της Χρυσής Αυγής στην τοπική κοινωνία. Μάλιστα, ο τελευταίος παράγοντας υπήρξε καθοριστικός, καθώς με την παρουσία της στην τοπική κοινωνία η Χρυσή Αυγή επιδίωξε τη μεγιστοποίηση του φόβου από τη μετανάστευση, ακόμη και εκεί όπου αριθμητικά οι μετανάστες δεν ήταν περισσότεροι από ό,τι στην υπόλοιπη Αθήνα. Πάντως, ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας σύμπτωσης παραγόντων, ο εκλογικός συνδυασμός της Χρυσής Αυγής στη ζώνη βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά του κέντρου της Αθήνας συγκέντρωσε διπλάσιο ποσοστό (8,1%) σε σχέση με τη δύναμη του συνδυασμού (4%) στις υπόλοιπες περιοχές της πόλης, στις οποίες δεν συνέτρεξαν οι προαναφερθέντες παράγοντες.