Κυριακή 29 Απριλίου 2012

H Δεξιά πέραν της Κεντροδεξιάς. Από τον λαϊκιστικό ριζοσπαστισμό μέχρι τον εξτρεμισμό

 
 Επί δύο δεκαετίες ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο συνοδεύει τις μετεκλογικές αναλύσεις. Τόσο σε ενδιάμεσες όσο και σε γενικές εκλογές, τα κόμματα δεξιότερα της Κεντροδεξιάς βγαίνουν συχνά κερδισμένα από την εκλογική μάχη: ποιοι παράγοντες ευνοούν την ενίσχυση του δεξιού κομματικού άκρου και η παρουσία του συνιστά άραγε απειλή για τη φιλελεύθερη δημοκρατική τάξη;
Να επισημάνουμε ότι τα άκρα εμφανίζονται διαφοροποιημένα στο εσωτερικό τους. Οσον αφορά το δεξιό άκρο του κομματικού-ιδεολογικού φάσματος, διακρίνονται τρεις τάσεις: του λαϊκιστικού ριζοσπαστισμού, του «σκληρού» ευρωσκεπτικισμού και του εξτρεμισμού. Τα λαϊκιστικά ριζοσπαστικά κόμματα, που αποτελούν πλειοψηφία στην κομματική υποπεριοχή της Ακροδεξιάς (Νορβηγικό Κόμμα Προόδου, Βελγικό Συμφέρον, Λαϊκό Κόμμα Δανίας, Γερμανική Λαϊκή Ενωση, ΛΑΟΣ, κ.ά.) διατυπώνουν έναν απλουστευτικό και εναντιωματικό λόγο. Πρόκειται για κόμματα που είναι διαρκώς «κατά» και διαθέσιμα να προσφέρουν διαιρετικά εξηγητικά σχήματα υποδεικνύοντας «εχθρούς» και «φταίχτες» σε όσους ανήμποροι να προσαρμοστούν στις αλλαγές αναζητούν εκείνους που «ευθύνονται» για τις συνέπειες από τις αλλαγές αυτές: κόμματα, αγορές, μετανάστες, μουσουλμάνοι θεωρούνται υπεύθυνοι για τα δεινά της εποχής - την κρίση, την ανεργία, την εγκληματικότητα, την πολυπολιτισμικότητα.
Τα λαϊκιστικά ριζοσπαστικά κόμματα διακρίνονται από ευρωσκεπτικισμό, όμως δεν είναι όλα ούτε είναι στον ίδιο βαθμό ευρωσκεπτικιστικά: αρχικά το Κόμμα της Ελευθερίας στην Αυστρία ήταν υπέρ της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η Εθνική Συμμαχία του Φίνι διακρίνεται από «ήπιο» ευρωσκεπτικισμό, ενώ το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν ή το Βρετανικό Κόμμα της Ανεξαρτησίας ανήκουν στους «σκληρούς», που ζητούν έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Στην ατζέντα κατά της ΕΕ η άκρα Δεξιά συμπίπτει με την άκρα Αριστερά, από την οποία διαφέρει στην αντιμεταναστευτική στάση της, στην έμφαση σε πολιτικές «νόμου και τάξης», στην κυνική τοποθέτησή της στα προαπαιτούμενα της δημοκρατικής πολιτείας (ισότητα, δικαιώματα).
Τη δημοκρατία ως σύστημα αξιών και διακυβέρνησης βάζουν στο στόχαστρο κόμματα της εξτρεμιστικής Δεξιάς: από το Εθνικό-Δημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας ως τη Χρυσή Αυγή έχουμε να κάνουμε με οργανώσεις που χρησιμοποιούν βία ως μέσο πολιτικής δράσης και υπονομεύουν τη δημοκρατία. Επιπλέον, εκθειάζουν την εθνοφυλετικά «καθαρή» κοινωνία και μια αυταρχική πολιτεία οργανωμένη κατά τα ιδεολογικά, πολιτικά και αισθητικά πρότυπα των ολοκληρωτικών καθεστώτων της δεκαετίας του 1930.
Τι κοινό έχουν μεταξύ τους οι τάσεις της Ακροδεξιάς; Εξεταζόμενες από τη σκοπιά της ζήτησης, δηλαδή των εκλογέων που ελκύονται από την ιδεολογία και τα κόμματα του χώρου, παρατηρείται μια λειτουργία συγκοινωνούντων δοχείων στον πυρήνα των υποστηρικτών τους. Ετσι, αν ακροδεξιά κόμματα εξέλθουν του ιδεολογικού τους πεδίου διεκδικώντας ψήφους από την κατεστημένη Δεξιά, ενδεχομένως να τις κερδίσουν, θα προκαλέσουν όμως μια αντίστροφη μετατόπιση σταθερών εκλογέων τους, που απογοητευμένοι μετακινούνται προς αυθεντικότερους εκπροσώπους του χώρου. Μια θετική απάντηση στο δίλημμα συνεργασία ή όχι με κόμματα της Ακροδεξιάς, που ενίοτε τίθεται σε παράγοντες της πλειοψηφίας, βοηθά στον συστημικό αναπροσανατολισμό της Ακροδεξιάς, δεν περιορίζει όμως το εξτρεμιστικό δυναμικό που υπάρχει. Εδώ γεννάται το ερώτημα τι είναι αυτό που προκαλεί και τι μπορεί να τιθασεύσει αυτό το δυναμικό.
Για να απαντήσουμε στο ερώτημα μεταθέτουμε το ενδιαφέρον μας στην πλευρά της προσφοράς: στις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν όταν ενδυναμώνεται η Ακροδεξιά και στις στρατηγικές επιλογές των υπόλοιπων κομμάτων. Πολλοί πιστεύουν ότι η οικονομική κρίση δημιουργεί εύφορο έδαφος για την ενίσχυση της άκρας Δεξιάς. Ωστόσο, αν μελετήσουμε τις συγκυρίες που την ανέδειξαν, θα διαπιστώσουμε ότι όταν αρχές του 1970 η καχεκτική Ακροδεξιά γνώρισε την πρώτη εκλογική απογείωση (Κόμμα Προόδου σε Δανία και Νορβηγία) επικρατούσαν ακόμη συνθήκες οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας στην Κεντρική Ευρώπη. Επίσης, οι παρίες δεν είναι εκ προοιμίου πιο ευάλωτοι στον ακροδεξιό λόγο από ό,τι ο περισσότερο δαήμων πληθυσμός. Εξάλλου η Ακροδεξιά διαθέτει πια πολυσυλλεκτική δυναμική, που πιστοποιεί μια σχεδόν ισόρροπη διείσδυσή της στα κοινωνικο-δημογραφικά περιβάλλοντα.
Αν συνιστώσες της άκρας Δεξιάς ενισχύονται σε συνθήκες ευημερίας αλλά και κρίσης, μήπως περισσότερο σημαντικά από τα μακροκοινωνικά δεδομένα είναι τα διαδραματιζόμενα στο μικροκομματικό πεδίο; Η στάση των άλλων κομμάτων απέναντι στην άκρα Δεξιά έχει αποδειχθεί ουσιαστικός παράγοντας για την ενδυνάμωση ή την αποδυνάμωσή της. Παρ' ότι άλλα κόμματα πιστεύουν ότι υιοθετώντας την ατζέντα της τής αφαιρούν ψήφους, συχνά συμβαίνει το αντίθετο: όταν τα διακυβεύματα της Ακροδεξιάς γίνονται αποδεκτά από άλλους κομματικούς δρώντες (κάτι τέτοιο συμβαίνει στο «αντιμνημονιακό στρατόπεδο» στην Ελλάδα της κρίσης με αποκορύφωμα το «φλερτ» Τσίπρα - Καμμένου), η ίδια αποδαιμονοποιείται και γίνεται πιο αποδεκτή στους εκλογείς.
Τούτο δεν σημαίνει πως αν η Ακροδεξιά τεθεί σε καραντίνα, η κομματική σκηνή απαλλάσσεται από την επιρροή της. Στρατηγικές απορρόφησης της άκρας Δεξιάς από άλλα κόμματα μπορεί να περιορίσουν την παρουσία της, ενώ στρατηγικές διάκρισής τους από αυτήν μπορεί να τη διευρύνουν. Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα δοκιμάστηκαν και οι δύο στρατηγικές: ο Κωνσταντίνος Καραμανλής την απορρόφησε (Εθνική Παράταξη) περιορίζοντας τη δυναμική του ακροδεξιού χώρου, ενώ ο Κώστας Καραμανλής δημιούργησε συνθήκες διάκρισης (ΛΑΟΣ) αυξάνοντας την πολυσυλλεκτικότητα στο κόμμα του. Παραμένει ζητούμενο αν η σημερινή ΝΔ, λιγότερο το ΠαΣοΚ, που δοκιμάζουν την υιοθέτηση διακυβευμάτων της Ακροδεξιάς (μεταναστευτικό), θα σταματήσουν τις δεξιόστροφες διαρροές ψηφοφόρων τους ή, αντιθέτως, θα τους απενοχοποιήσουν να στραφούν σε κόμματα που είναι «αρμοδιότερα» στη διαχείριση τέτοιων διακυβευμάτων.

Στην εφημ. Το Βήμα, 
http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=455254#.T5zykvwHkyM.facebook 

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ


Τα πολιτικά κόμματα σε μετάβαση;
Κόμματα και κομματική δημοκρατία σε συνθήκες κρίσης

Peter Mair in memoriam

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
Αθήνα, 30-31 Μαϊου 2012

Πρόσκληση

Εδώ και αρκετές δεκαετίες τα πολιτικά κόμματα στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της Ευρώπης βιώνουν τις συνέπειες μιας βαθιάς κρίσης: οι ψηφοφόροι απομακρύνονται από τις κομματικές οργανώσεις, αμφισβητούν την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα των κομματικών και πολιτικών θεσμών, μεταβάλλουν τις εκλογικές προτιμήσεις τους και χαλαρώνουν τους παραδοσιακούς δεσμούς τους με τα κόμματα. Επιπλέον, τα ίδια τα πολιτικά κόμματα έχουν εισέλθει σε μια διαδικασία ραγδαίας μεταβολής: υποχωρούν σε σημασία έχοντας να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη επιρροή των ΜΜΕ, αλλά και τη σύνθετη πραγματικότητα της παγκοσμιοποιημένης εποχής και του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Σε συνθήκες «μεταδημοκρατίας», όπως συχνά περιγράφεται η πολιτική πραγματικότητα στην ύστερη νεωτερικότητα, τα κόμματα έχουν μεταβληθεί σε επαγγελματοποιημένες οργανώσεις που αναπτύσσουν στενούς δεσμούς με το κράτος· έχοντας συστήσει ένα άτυπο καρτέλ στο εσωτερικό των κομματικών δημοκρατιών επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στην εκλογική τους επιβίωση παρά στη διαμεσολάβηση στο κράτος και στην ικανοποίηση των συμφερόντων της κοινωνίας πολιτών.

Ο Peter Mair έχει αναλύσει με μεγάλη διεισδυτικότητα τις μεταβολές αυτές. Οι παρατηρήσεις του ρίχνουν φως σε σημαντικές πτυχές της σχέσης κομμάτων-κράτους-κοινωνίας πολιτών που είναι ιδιαιτέρως χρήσιμες προπάντων σήμερα, σε μια συγκυρία γενικευμένης κρίσης. Ο πρόωρος θάνατός του δημιουργεί θλίψη και γίνεται αφορμή να διερευνήσουμε πτυχές της πολιτικής κατάστασης δίνοντας έμφαση σε σύγχρονες προσεγγίσεις του πολιτικού-κομματικού φαινομένου.

Λαμβάνοντας υπόψη τη διεθνή πολιτική συγκυρία, όπως και την εγχώρια, στόχος της διοργάνωσης είναι να διερευνηθεί ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων και οι λειτουργίες που επιτελούν στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες σήμερα. Ειδικά για την Ελλάδα, έχοντας πλέον διανύσει αρκετές δεκαετίες κοινοβουλευτικής εμπειρίας στο πλαίσιο της Μεταπολίτευσης, έχει σημασία να αποτυπωθούν οι μεταβολές στο ρόλο που τα κόμματα διαδραματίζουν στην πολιτική σκηνή, να εξηγηθεί ο περιοριζόμενος βαθμός κοινωνικής τους αποδοχής, καθώς και οι προϋποθέσεις όπως και οι συνέπειες των παρατηρούμενων μεταβολών στο περιεχόμενο όχι απλώς του κομματικού φαινομένου αλλά και της κομματικής δημοκρατίας ευρύτερα.

Θεματικοί άξονες:

•Ο μεταβαλλόμενος ρόλος των πολιτικών κομμάτων σήμερα.
•Σχέσεις κομμάτων – κοινωνίας πολιτών: ποιος (δεν) ψηφίζει, τι και γιατί.
•Κόμματα και κομματικό σύστημα σε συνθήκες κρίσης: κατακερματισμός, ενίσχυση των άκρων, αντισυστημικότητα, μαζική κινητοποίηση.
•Κόμματα και κράτος: σχέσεις αμοιβαιότητας ή αντιπαλότητας; Το «κόμμα καρτέλ».
•Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα της κρίσης.
•Κύκλοι της Μεταπολίτευσης, κόμματα και κομματικό σύστημα.
•Η εκλογική κοινωνιολογία της κρίσης: αποχή, διευρυνόμενος κομματικός πλουραλισμός και η δύναμη των κομμάτων.
•Κόμματα και πολιτικό προσωπικό: προοπτικές ανανέωσης των ελίτ.
•Παλιά και νέα κόμματα: η δύναμη των παλιών και οι δυνατότητες των καινούργιων. Μια αποτίμηση.

Λεπτομέρειες για την προθεσμία και τον τρόπο υποβολής προτάσεων συμμετοχής από άτομα που εργάζονται ερευνητικά πάνω στο συγκεκριμένο αντικείμενο, βλ. http://www.hpsa.gr

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ


Αντισυστημικότητα και Εξτρεμιστικά Φαινόμενα στην Ελλάδα της Κρίσης: 
κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική δυναμική 
Πανεπιστήμιο Μακεδονίας 
7-8 Ιουνίου 2012 
Διοργάνωση: 
Πανεπιστήμιο Μακεδονίας - Εργαστήριο Διεθνών Σχέσεων και Ευρωπαϊκής Ενοποίησης 
Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης 


Πρόσκληση υποβολής εργασιών 
Για πέμπτη συνεχή χρονιά, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας –με τη στήριξη της Ελληνικής Εταιρείας Πολι-τικής Επιστήμης από το 2011– σάς προσκαλεί να συμμετάσχετε στις εργασίες διημερίδας με αντικείμε-νο τη μελέτη φαινομένων που επηρεάζουν ή και καθορίζουν την πολιτική και την εκλογική συμπερι-φορά και τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα. Ως σημείο εστίασης της φετινής συνάντησης επιλέχτηκε η διερεύνηση της προοπτικής της αντισυστημικότητας στον ελληνικό χώρο σε μια περίοδο που οι φο-ρείς λειτουργίας αλλά ακόμη και οι δομές του πολιτικού συστήματος της Μεταπολίτευσης τίθενται στο στόχαστρο έντονης κοινωνικής κριτικής, αμφισβήτησης ή και καθολικής τους απόρριψης. 
Η ενίσχυση των κοινωνικών ανισοτήτων και η απώλεια της εμπιστοσύνης στην πολιτική ελίτ έχουν παραδοσιακά συνδεθεί με την εμφάνιση φαινομένων λαϊκισμού, την έξαρση του εθνικισμού αλλά και την πολιτική κινητοποίηση, συχνά μάλιστα σε μορφές μη συμβατικής πολιτικής συμμετοχής. Σε περι-πτώσεις που οι διαθέσεις αυτές ικανοποιούνται εντός του κομματικού συστήματος, τα κόμματα των άκρων είναι οι συχνότεροι αποδέκτες, ωστόσο συχνά η αμφιβολία για το βαθμό αντισυστημικότητας αυτών των κομμάτων οδηγεί τμήματα της κοινωνίας στην υιοθέτηση εξτρεμιστικών συμπεριφορών που προσεγγίζουν ακόμα και την πολιτική βία. Tο κεντρικό ερώτημα της φετινής συνάντησης σχετίζε-ται με το εάν η τρέχουσα συγκυρία, η οποία πληροί και τις δύο παραπάνω συνθήκες, ευνοεί ακραίες πολιτικές, κοινωνικές και πολιτιστικές συμπεριφορές και πρωτοβουλίες δράσης στον ελληνικό και στον ευρωπαϊκό, χώρο. Επιπλέον, τη συνάντηση θα απασχολήσει ο εντοπισμός των παραγόντων εκείνων (π.χ. πολιτική ευκαιρία, δομικοί μετασχηματισμοί της κοινωνίας, οργανωτική ετοιμότητα, προγραμμα-τική ιδιαιτερότητα ή καθαρότητα, λαϊκισμός) που ερμηνεύουν την απήχηση τέτοιων ακραίων μορφών δράσης. 
H διημερίδα θα οργανωθεί γύρω από τους παρακάτω θεματικούς άξονες: 


• Μέτρηση του εξτρεμισμού και της αντισυστημικότητας 

• Όρια αντισυστημικότητας των κομμάτων των άκρων 

• Ζήτηση για τα άκρα στην Ελλάδα: ζητήματα και κοινωνικές διαιρέσεις 

• Πολιτικές ευκαιρίες για τα κόμματα των άκρων στην Ελλάδα: απαξίωση θεσμών, κρίση νομιμοποίη-σης και ένταση συναισθημάτων 

• Σημασία των ζητημάτων στον πολιτικό λόγο των άκρων στην Ελλάδα: μετανάστευση, δικαιώματα, ιστορία και εξωτερική πολιτική 

• Λαϊκισμός και άκρα στην Ελλάδα και στην Ευρώπη 

• Σχέσεις μεταξύ κομμάτων των άκρων, παραδοσιακών κομμάτων και εξτρεμιστικών κινημάτων στην Ελλάδα 

• Συγκριτική αξιολόγηση της σημασίας της ιδεολογίας, της ηγεσίας και της οργάνωσης των κομμάτων των άκρων στην Ελλάδα και στην Ευρώπη 

• Ένταση και πλαίσιο προβολής των κομμάτων των άκρων και του εξτρεμισμού από τα ελληνικά ΜΜΕ 

• Ζητήματα ορισμών: άκρα, εξτρεμισμός, ριζοσπαστισμός, λαϊκισμός. Περιεχόμενο των εννοιών, συ-γκλίσεις και αποκλίσεις κοινωνικό-πολιτικών φαινομένων 

Η διημερίδα θα φιλοξενηθεί στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και θα είναι ανοικτή στο κοινό. 
Οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να υποβάλουν προτεινόμενο τίτλο και περίληψη εισήγησης έκτασης πε-ρίπου εκατόν πένήντα λέξεων όχι αργότερα από την 5η Απριλίου 2012 ηλεκτρονικά στη διεύθυνση greekparties@uom.gr 
Οι προτάσεις θα αξιολογηθούν ανώνυμα από συναδέλφους των σχετικών αντικειμένων με ευθύνη της Οργανωτικής Επιτροπής. 
Η Οργανωτική Επιτροπή 
Χριστόφορος Βερναρδάκης, Μέλος ΔΣ ΕΕΠΕ 
Βασιλική Γεωργιάδου, Μέλος ΔΣ ΕΕΠΕ 
Γιάννης Κωνσταντινίδης, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας 
Νίκος Μαραντζίδης, 

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

25 Μαρτίου: the day after

Max Weber
Το νέο εθνικό όραμα και τα παλιά εθνικά παραμύθια

Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων την οποία απασχολούν έντονα τα εξής ερωτήματα: ποια είναι τα εθνικά χαρακτηριστικά μας, απειλούνται και από ποιους, πώς θα μπορέσουμε να τα συντηρήσουμε μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο που μας περιβάλλει; Ενώ πρόκειται για ερωτήματα που εκ πρώτης όψεως δείχνουν να αφορούν ζητήματα εθνικού αυτοπροσδιορισμού, να αναφέρονται δηλαδή σε υπαρξιακά ζητήματα για το «ποιοι είμαστε ‘Εμείς’», στην πραγματικότητα ο πυρήνας των ερωτημάτων αυτών αφορά την ανάγκη αποστασιοποίησης από κάποιους «Άλλους». Να το διατυπώσω διαφορετικά: για να μας πουν κάποιοι ποιοι είναι αυτοί, πρέπει να διακριθούν –άλλοτε κατά τρόπο εχθρικό και επιθετικό και άλλοτε κατά τρόπο (έστω) απαξιωτικό– από κάποιους άλλους. Μια εξωτερική ομάδα αναφοράς είναι, λοιπόν, εκείνη που προσδίδει ταυτότητα σε μια «κλειστή» και «αμυντική» εθνική κοινότητα. Η τελευταία, επικαλούμενη συνήθως κάποια «ανώτερα» και «αναλλοίωτα» χαρακτηριστικά μιας δήθεν αμετάβλητης δικής της εθνικής υπόστασης, διεκδικεί πάντοτε προτεραιότητα έναντι κάποιων άλλων.

Ο εξωτερικός προσδιορισμός της εθνικής ταυτότητας είχε λειτουργικό αποτέλεσμα καθώς δημιουργούσε εσωτερική συνοχή σε μια εποχή που η εθνική κοινότητα (το έθνος και το έθνος-κράτος) περιβαλλόταν από εχθρούς: τότε που τα κρατικά σύνορα ήταν ρευστά και διάτρητα, η εθνική ολοκλήρωση βρισκόταν εν εξελίξει, ενώ αλυτρωτισμός και εθνοκάθαρση όχι σπάνια αποτελούσαν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Σήμερα, όλα είναι πολύ διαφορετικά: Τα εθνικά κράτη υπάρχουν σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο με διαπερατά σύνορα· οι εθνικές μειονότητες προστατεύονται περισσότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν, αλλά άνθρωποι που μεταναστεύουν μαζικά βρίσκονται εκτεθειμένοι σε διαρκείς κινδύνους· ο εθνικός αυτοπροσδιορισμός συνιστά μια ελεύθερη επιλογή τουλάχιστον μέσα στον δυτικό κόσμο, στον οποίο ωστόσο άλλες επιλογές (της εργασίας ή της εκπαίδευσης) γίνονται όλο και δυσκολότερο να εκπληρωθούν. Σε έναν τέτοιο κόσμο, στον οποίο δεν παραμονεύουν οι εθνικές συγκρούσεις, αλλά κίνδυνοι ατομικής εκπτώχευσης, όπως και συλλογικής (εθνικής) οικονομικής καταστροφής, αναρωτιέται κανείς τι δίνει περιεχόμενο στην εθνική ταυτότητα.

Ζώντας μέσα σε ένα τέτοιο κόσμο –στον αβέβαιο κόσμο της ελληνικής κρίσης χρέους και της οικονομικής κατάρρευσης– αν επιμείνουμε να ορίζουμε την εθνική μας ταυτότητα κατ’αντιδιαστολή προς μια εξωτερική ομάδα αναφοράς, αυτήν την τελευταία μην ψάχνουμε να τη βρούμε σε εκτός των εθνικών μας συνόρων περιβάλλοντα. Όχι ότι τέτοιες εξωτερικές απειλές δεν υπάρχουν, αλλά οι εντός συνόρων απειλές της εθνικής μας υπόστασης είναι σήμερα ασύγκριτα μεγαλύτερες. Ας μην πάει ο νους μας σε φτωχούς μετανάστες, απόκληρους της ζωής που βρίσκονται μεταξύ μας χωρίς χαρτιά και λεφτά. Παρά τις κραυγές της εθνικιστικής ακροδεξιάς δεν είναι κάποιοι ξένοι που απειλούν την εθνική ταυτότητα μιας χώρας που καταρρέει οικονομικά. Ο «εχθρός» δεν είναι ο εθνικο-πολιτισμικά διαφορετικός, δεν διαθέτει καν κάποια διακριτά χαρακτηριστικά από το εθνικό σύνολο· αντιθέτως, μιλάει την ίδια γλώσσα, έχει την ίδια θρησκεία, σκέφτεται όπως οι πολλοί, είναι κάποιοι από εμάς. «Εχθροί» της χώρας, αυτού του έθνους-κράτους, γίναμε όλοι εμείς που αναγάγαμε τον κρατισμό σε ύψιστο κανόνα ζωής και αποδεχτήκαμε το πελατειακό σύστημα ως δικαιωματικό μέσο για την κατοχύρωση ατομικών και συντεχνιακών προνομίων, που ξεχάσαμε ότι τα κόμματα είναι διαμεσολαβητές της δικής μας θέλησης και όχι διεκπεραιωτές θελημάτων μας, που αμελήσαμε εγκληματικά τον ελεγκτικό μας ρόλο απέναντι στους πολιτικούς θεσμούς και τους λειτουργούς της δημοκρατίας, που κλείσαμε τα μάτια στην συντελούμενη –δίπλα μας, κατά κυριολεξία– εθνική λεηλασία προβάλλοντας το γνωστό άλλοθι «έλα μωρέ τώρα, όλοι αυτό κάνουν».

Στην Ελλάδα της κρίσης εθνική συνείδηση διαθέτει κατά πρώτον όποιος είναι υπεύθυνος· όποιος δεν κλείνει τα μάτια του στην πραγματικότητα και δεν ρίχνει τις ευθύνες της οικονομικής κατάρρευσης σε κάποιους «εχθρικούς Άλλους» (τις τράπεζες, τους ευρωπαίους, τους μετανάστες …). Υπεύθυνος είναι όποιος έχει όραμα καταρχάς προσωπικό για το μέλλον και την ανάκαμψη αυτής της χώρας· όποιος δεν κρύβεται πίσω από ένα «όχι σε όλα» επενδύοντας στην αποτυχία του εγχειρήματος της ανάκαμψης κοινωνίας και οικονομίας, αλλά στηρίζει την επανεκκίνηση της χώρας, συμβάλλοντας θετικά με τις δικές του δυνάμεις. Αυτό είναι το περιεχόμενο της εθνικής ιδέας σήμερα· ένα τέτοιο οραματικό πρόταγμα έχει ανάγκη η χώρα, όλα τα υπόλοιπα –για το ένδοξο παρελθόν που Άλλοι το επιβουλεύονται– είναι εθνικά παραμύθια.

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Στον αστερισμό του ριζοσπαστισμού των άκρων

Tο εξώφυλλο του Revue des Sciences Sociales
Ο μεταπολεμικός κόσμος δοκιμάστηκε συχνά από οικονομικές κρίσεις. Καμία από αυτές ωστόσο, από την πρώτη πετρελαϊκή κρίση του 1973 ως την κρίση στην αγορά ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου που απετέλεσε την αφετηρία της σημερινής παγκόσμιας ύφεσης, δεν οδήγησε σε ακυβερνησία και κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος. Τα πολιτικά συστήματα των δυτικών χωρών έδειξαν ικανά να απορροφούν τους κοινωνικούς κραδασμούς και να μην επιτρέπουν στις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές κρίσεις να εξελιχθούν σε κρίσεις συστημικές.
Ας αναφέρουμε κάποια παραδείγματα που πλαισιώνουν τα παραπάνω: Το οικολογικό κίνημα και τα πράσινα κόμματα στη δεκαετία του 1970 στη Γερμανία και στις σκανδιναβικές χώρες θεωρήθηκαν αποτέλεσμα του μεταβιομηχανισμού και των ατομοκεντρικών αξιών που αναδείχθηκαν στον μεταπολεμικό κόσμο. Συγχρόνως, ήταν συνέπεια της συρρίκνωσης της πολιτικής εμπιστοσύνης προς τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που εν μέσω κρίσης εξορθολόγιζαν τις κοινωνικές δαπάνες και αύξαιναν τη φορολογία. Παρ' ότι διέθεταν αντισυστημικό προφίλ και πολιορκούσαν από τα αριστερά τη Σοσιαλδημοκρατία, οι Πράσινοι εμπλούτισαν τη δημοκρατία και εξελίχθηκαν σε φερέγγυους παράγοντες της διακυβέρνησης.
Δεν συνέβη το ίδιο με την κομματική οικογένεια της λαϊκιστικής άκρας Δεξιάς, αρκετά νεότευκτα κόμματα της οποίας εκείνη την εποχή (π.χ. τα κόμματα της Προόδου σε Δανία και Νορβηγία), εξάπτοντας τις διαθέσεις διαμαρτυρίας της κοινωνίας απέναντι στους θεσμούς, στους πολιτικούς και στις αρχές της συναινετικής διακυβέρνησης, περιόριζαν κι άλλο την ήδη δοκιμαζόμενη εμπιστοσύνη και υποστήριξη προς το πολιτικό σύστημα.
Παρ' ότι υποστηρίζεται το αντίθετο, οι οικονομικές κρίσεις δεν μετατρέπονται αυτομάτως σε συστημικές κρίσεις. Συγκυρίες οικονομικής κρίσης δεν είναι οι πλέον κατάλληλες για την ενδυνάμωση της λαϊκιστικής άκρας Δεξιάς, η οποία βλέπει τη δύναμή της να μεγαλώνει όταν υπάρχει δυσφορία με το πολιτικό σύστημα παρά σε συνθήκες αναπτυξιακής υστέρησης της οικονομίας. Ωστόσο, υποσκάπτοντας η λαϊκιστική άκρα Δεξιά την υποστήριξη προς το κομματικό και πολιτικό σύστημα και απελευθερώνοντας μορφές εχθρότητας που ελλοχεύουν στην κοινωνία, συμβάλλει στην ενεργοποίηση και διάχυση απ' άκρου εις άκρον του κομματικού φάσματος ενός εξτρεμιστικού δυναμικού που παρέμενε αδρανές. Συμβαίνει κάτι τέτοιο στην Ελλάδα της κρίσης σήμερα;
Ο κεντρομόλος κομματικός ανταγωνισμός και τα πολυσυλλεκτικά χαρακτηριστικά των κυβερνητικών κομμάτων δημιούργησαν ένα συνεκτικό κομματικό σύστημα στη Μεταπολίτευση. Επί χρόνια ΠαΣοΚ και ΝΔ απορροφούσαν ό,τι βρισκόταν ανάμεσά τους (το Κέντρο), αλλά και ό,τι ανήκε στην ευρύτερη περιοχή και στις παρυφές του ιδεολογικού πεδίου τους. Ως τη δεκαετία του 1990 στον χώρο από την Κεντροδεξιά ως άκρα Δεξιά διαφέντευε η ΝΔ και από την Κεντροαριστερά ως την κομμουνιστική Αριστερά ήταν κυρίαρχο το ΠαΣοΚ. Τέλος στην παραταξιακή κυριαρχία ΝΔ και ΠαΣοΚ έβαλε η δημιουργία του ΛΑΟΣ και του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ τα δύο κυβερνητικά κόμματα αντιμετωπίζουν την απώλεια της ηγεμονικής θέσης τους στο εσωτερικό της παράταξης όπου ανήκουν.
Στην Ελλάδα της βαθιάς οικονομικής και πιστωτικής κρίσης εκδηλώνεται ένας πρωτόγνωρος ριζοσπαστισμός και κινητοποίηση στα άκρα. Με τη διαφορά ότι άκρα δεν είναι μόνον ό,τι βρίσκεται στο τέλος των δύο πόλων του κομματικού συστήματος, αλλά άκρα υπάρχουν και μέσα στα κόμματα διακυβέρνησης, και στα άκρα ανήκουν πολλοί που αποχωρούν ή διαγράφονται από τα κόμματα αυτά. Στο ΠαΣοΚ έχει απομείνει ένας φιλοευρωπαϊκός εκσυγχρονιστικός πυρήνας, γεγονός που αποτελεί ευκαιρία σταδιακά να αποστασιοποιηθεί από το λαϊκιστικό παρελθόν του και να εξελιχθεί σε ένα προσαρμοσμένο στα ελληνικά προαπαιτούμενα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Παρά τις εμμονές του κ. Σαμαρά και του περιβάλλοντός του σε ακραίες λαϊκιστικές και εθνικοπατριωτικές εγκλήσεις, ένα τμήμα της άκρας Δεξιάς εγκαταλείπει τη ΝΔ δημιουργώντας στα δεξιά της έναν πρωτόγνωρο συνωστισμό από κομματίδια-πομφόλυγες. Από αυτά κανένα ενδεχομένως να μην μπει στην επόμενη Βουλή, όλα μαζί όμως δημιουργούν εκβιαστική πίεση στην παράταξη από την οποία προέρχονται και κυρίως στο κομματικό σύστημα.
Από ένα τυπικό σύστημα που συνέκλινε στο Κέντρο, το ελληνικό κομματικό σύστημα τείνει να εξελιχθεί σε ένα δίτροπο σύστημα με ενισχυμένα τα άκρα του. Ενα τέτοιο σύστημα αποτελεί κλασική περίπτωση μη μετριοπαθούς κομματικού συστήματος, τα ισχυρά άκρα του οποίου θα αποτρέπουν τη σύγκλιση των συναινετικών δυνάμεων. Αν θέλαμε να δούμε πώς φθάσαμε εδώ, θα ήταν μυωπικό να ρίχναμε όλο το βάρος στην οικονομική κρίση και στους μόνιμους ενοίκους των άκρων. Αν πράγματι θέλουμε να ξεφύγουμε από τα αδιέξοδα στα οποία έχουμε εμπλακεί, είναι ανεύθυνο, σε μια συγκυρία που ευνοεί την υπερπροσφορά των προϊόντων του εξτρεμισμού, να εξασφαλίσουμε πολιτική ζήτηση γι' αυτά. Με άλλα λόγια, το πολιτικό σύστημα, τα υπεύθυνα κόμματα και η ελληνική κοινωνία μόνο να χάσουν έχουν από τη βεβιασμένη προσφυγή στις κάλπες, που θα αποτελέσει τη σκηνή για μια άνευ προηγουμένου παράσταση των διαλυτικών για την κοινοβουλευτική δημοκρατία διαθέσεων των άκρων.
 

Διαθέσιμο στην εφημ. Το Βήμα, http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=449100

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Μια κοινωνία σε πόλωση.
Τα ακροδεξιά αντανακλαστικά της Ευρώπης
(Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών - απόσπασμα ομιλίας)

Τι καθιστά ελκυστική στους εκλογείς (αλλά και στα media!) τη μεταβιομηχανική Α.Δ.;
 
•Η στάση της πολιτικής διαμαρτυρίας που καλλιεργεί: η Α.Δ. είναι και συλλέκτης και πολλαπλασιαστής της πολιτικής διαμαρτυρίας. Πρόκειται για κλασική περίπτωση ενός πολιτικού-κομματικού ‘χώρου της ζήτησης’: προσαρμόζεται εύκολα στην πολιτική συγκυρία, στις μεταβαλλόμενες διαθέσεις και τα αιτήματα των εκλογέων, καθώς δεν δεσμεύεται από ιδεολογικά φορτία ούτε από οργανωμένες ομάδες και σταθερούς εκλογείς.
•Η εναντίωσή της στο κατεστημένο, οικονομικό & πολιτικό, ο αντιελιτισμός της: συνδεδεμένη με τις παραδόσεις του λαϊκισμού, που διαπερνούν εγκάρσια πολιτικά περιβάλλοντα από την άκρα δεξιά ως την άκρα αριστερά, η Α.Δ. γίνεται δυνητικά επιλέξιμη από ένα ετερογενές σύνολο εκλογέων που ελκύεται από αυτές τις παραδόσεις.
•Η αντιπολιτική-αντισυστημική στάση της: στρέφεται κατά των αντιπροσωπευτικών θεσμών (των πολιτικών κομμάτων προπάντων, που θεωρεί πως διαιρούν τη θέληση του λαού) και κατά του κοινοβουλευτισμού προκρίνοντας ιδιότυπες μορφές καισαριστικής-δημοψηφισματικής διακυβέρνησης· δηλ. άμεση έκφραση της θέλησης του λαού, αλλά και αρχηγική δομή κράτους για τη λήψη αποφάσεων με βάση την κρίση του αρχηγού.
Η Ά.Δ. θεωρείται ο ιδανικός πολιτικός αντίπαλος: καταλογίζοντάς της νεο-φασιστική ποιότητα, είναι εύκολο να διακριθείς από αυτήν. Είναι;
Η Α.Δ. δεν αποτελεί πια ένα outsider στην πολιτική σκηνή· έχει διεμβολίσει τα κόμματα εξουσίας αλλά και τα μικρότερα κόμματα διεκδικώντας εκλογείς από ολόκληρο το ιδεολογικο-πολιτικό φάσμα. Ταυτοχρόνως παρατηρούνται ιδεολογικές εκλεκτικές συγγένειες μεταξύ της Α.Δ. και άλλων πολιτικών-κομματικών χώρων που, επίσης, εμφανίζουν αντισυστημικά χαρακτηριστικά: εξάλλου ούτε ο λαϊκισμός ούτε ο αντικοινοβουλευτισμός αποτελούν επινόηση της άκρας δεξιάς – και ένα κομμάτι της συντηρητικής Δεξιάς και ένα κομμάτι της Αριστεράς έχουν υποκύψει στη γοητεία του λαϊκισμού και του αντικοινοβουλευτισμού. Θολά ιδεολογικά όρια διευκολύνουν, όμως, τις μετακινήσεις ψηφοφόρων· έτσι, όσα κόμματα “ψαρεύουν” στα ίδια νερά με την Α.Δ. βλέπουν πλέον τους ψηφοφόρους τους να μην έχουν μεγάλους ενδοιασμούς στο ενδεχόμενο μιας ακραίας δεξιάς εκλογικής επιλογής. Πώς τα κόμματα εξουσίας, τα παραδοσιακά και παλιά κόμματα εν γένει, μπορούν να ανακόψουν την εκλογική απογείωση της Α.Δ. και να ξαναπάρουν πίσω τους “δικούς τους” εκλογείς;
Μια απάντηση προσπάθησε να δώσει ο Oscar Lafontaine τις παραμονές των εκλογών του 2005, συν-επικεφαλής τότε του κόμματος Die Linke στη Γερμανία: βλέποντας το νεο-φασιστικό NPD να κερδίζει έδαφος μεταξύ των εργατών σε περιοχές της Αν. Γερμανίας με υψηλή ανεργία, είχε διατυπώσει την (κυνική) άποψη ότι Η Αριστερά είχε καθήκον “να αποσπάσει από το NPD τους αποπροσανατολισμένους ψηφοφόρους”, ακόμη κι αν χρειαστεί να χρησιμοποιήσει το χαρτί της ξενοφοβίας και της αντιμετανάστευσης για να πετύχει κάτι τέτοιο.
Η κατακραυγή ήταν μεγάλη και το σχέδιο επανάκτησης “αποπροσανατολισμένων ψηφοφόρων” της Αριστεράς που πήγαν στην Α.Δ. δεν είχε συνέχεια στη Linke της Γερμανίας. Το “χαρτί” αυτό χρησιμοποίησαν Συντηρητικοί και Σοσιαλδημοκράτες στη Δανία, οι οποίοι προκειμένου να ανακόψουν την άνοδο του ακροδεξιού Λαϊκού Κόμματος υιοθέτησαν την ατζέντα του και μιμήθηκαν τον αντιμεταναστευτικό και ξενοφοβικό λόγο του στη διάρκεια των εκλογών του 2001, με αποτέλεσμα οι μεν Συντηρητικοί να κερδίσουν τις εκλογές χωρίς να περιορίσουν τη δύναμη της Α.Δ., οι δε Σοσιαλδημοκράτες να χάσουν τις εκλογές και να παραμείνουν για δέκα χρόνια εκτός κυβέρνησης.
Εν κατακλείδι:
Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι μόνο η Α.Δ., αλλά το γεγονός ότι το δικό της μείγμα πολιτικής είναι υποστηρίξιμο από ένα ευρύτερο φάσμα – η εναντίωση στη μετανάστευση, η απόρριψη της πολιτικής και των πολιτικών, η ανοχή στη χρήση βίας, η απαξίωση του κοινοβουλίου, δεν είναι στάσεις και συμπεριφορές που προέρχονται μόνο από την Α.Δ. Υπάρχει μια ευρύτερη –εγκάρσια– αποδοχή για όλα αυτά στην πολιτική σκηνή πολλών ευρωπαϊκών χωρών. Ιδιαίτερα μάλιστα, σε συνθήκες κρίσης, όπου η αναζήτηση των υπαιτίων της γίνεται πιο έντονη και επιτακτική από ποτέ, τέτοιου είδους στάσεις και συμπεριφορές βρίσκουν αν όχι την αποδοχή, τουλάχιστον την ανοχή σε περιβάλλοντα εκλογέων πολύ ευρύτερα από εκείνα που επηρεάζει η Α.Δ.
Η Α.Δ., στα 60 χρόνια που υπάρχει στο μεταπολεμικό κόσμο, εμφανίζεται με αρκετά πρόσωπα. Κάθε φορά που δείχνει να περιθωριοποιείται και να εξαφανίζεται, κατορθώνει να μετασχηματίζεται, να αναβιώνει και να ενδυναμώνεται – ξέρουμε π.χ. ότι σε κάθε κύμα της η Α.Δ. είναι πιο ισχυρή από ό,τι ήταν πιο πριν. Το ζήτημα, όμως, σήμερα δεν είναι (μόνο) η παρουσία μιας ενδυναμωμένης Α.Δ. και οι όποιες δυνατότητες αυτή έχει να επηρεάζει την πολιτική σκηνή· το πρόβλημα είναι ότι η Α.Δ. (είτε η ίδια είτε οι ιδέες της και ό,τι υποστηρίζει) βρίσκεται λίγο-πολύ διάχυτα παντού – ακόμη και εκεί που την απορρίπτουν. Τη βλέπουμε σε περίοπτη θέση στα μίντια, στα social media, στα mainstream κόμματα, δεξιά και αριστερά, στις πλατείες και στους “αγανακτισμένους”, στους προπηλακισμούς των πολιτικών…. Μια διάχυτη Α.Δ. είναι το πρόβλημα σήμερα…. Δεν αρκεί να τοποθετηθεί cordon sanitaire –να μπει σε καραντίνα– η Α.Δ., αλλά το ζητούμενο είναι να μπορούσε να μπει cordon sanitaire στις ιδέες που “καθηλώνουν” τη “φιλελεύθερη νεωτερικότητα” στο “ανορθολογικό” της αντίγραφο!