Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Το επίσημο καταστατικό της Χρυσής Αυγής: συνέχεια με το παρελθόν




Κατά τις διπλές εκλογές του Μαΐου/Ιουνίου 2012, η Χρυσή Αυγή δεν είχε ακόμα καταθέσει κάποιο κείμενο καταστατικού στον Άρειο Πάγο ούτε είχε αναρτήσει στον ιστότοπό της ή είχε επισήμως δημοσιοποιήσει ένα τέτοιο κείμενο. Η έλλειψη αυτή, σε συνδυασμό με τις βίαιες πρακτικές της, εγείρει ερωτηματικά όσον αφορά τη νομιμότητα της συμμετοχής ενός φιλοναζιστικού κόμματος στις εκλογές για το οποίο επιπλέον αγνοούνταν οι κανόνες εσωτερικής διάρθρωσης και λειτουργίας του.

Βέβαια, δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς ότι ένα κόμμα, που από υπάρξεώς του λειτουργεί όπως ένας ιδιωτικός στρατός (militia), δεν διαθέτει κανόνες που να ρυθμίζουν τον τρόπο λειτουργίας του: το πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις, πώς γίνεται κανείς μέλος, ποια είναι η θέση του επικεφαλής της οργάνωσης, αν αυτός εκλέγεται και πώς, ποια όργανα υπάρχουν και πώς προκύπτει η σύνθεσή τους, κ.λπ. Γι’αυτό και δεν αποτέλεσε έκπληξη όταν αποκαλύφθηκε η ύπαρξη ενός άγνωστου κειμένου καταστατικού (Εφημερίδα των Συντακτών, 29.9.2013) που όλα δείχνουν ότι ήταν σε ισχύ από τα πρώτα χρόνια ίδρυσης της οργάνωσης. Το ότι κρατήθηκε κρυφό το καταστατικό που υπήρχε είναι ένα ζήτημα εύκολα εξηγήσιμο, μια και επρόκειτο για ένα κείμενο στο οποίο περιγράφονταν –χωρίς αναστολές– τα εθνικοσοσιαλιστικά πιστεύω και οι ολοκληρωτικές-ναζιστικές αρχές με βάση τις οποίες ήταν δομημένη και λειτουργούσε η συγκεκριμένη οργάνωση (ολόκληρο το σχετικό κείμενο εδώ http://www.efsyn.gr/?p=123425). Από την «αρχή του Αρχηγού» (Führerprinzip) μέχρι την βάσει φυλετικών κριτηρίων επιλογή των μελών της, τα οποία υπάγονται καθ’ολοκληρίαν στην οργάνωση που τους επιβάλει όχι μόνο πώς να ενεργούν ως μέλη της αλλά και τον εθνικοσοσιαλισμό ως συνολικό τρόπο ζωής, ήταν ζητήματα που με σαφήνεια προσδιορίζονταν στο μη δημοσιοποιημένο καταστατικό της Χρυσής Αυγής.

Η Χρυσή Αυγή έχει αμφισβητήσει την εγκυρότητα του συγκεκριμένου κειμένου, παρότι στα αρχεία προφυλακισμένου στελέχους της βρέθηκε γραπτό υλικό που ταιριάζει στο δημοσιοποιημένο καταστατικό. Επιπλέον, η Χρυσή Αυγή επιχειρεί να υπερβεί το όλο ζήτημα δημοσιοποιώντας ένα νέο –το πρώτο επίσημο– καταστατικό της που κατέθεσε προ εικοσαμήνου στον Άρειο Πάγο, αφού προηγουμένως “εγκρίθηκε ομόφωνα από το Πολιτικό Συμβούλιο του κόμματος”, ένα 5μελές επιτελικό όργανο υπό τον Γενικό Γραμματέα της οργάνωσης.

Πόσο νέο είναι το νέο καταστατικό; Παρότι εκ πρώτης όψεως φαίνεται αρκετά διαφορετικό από το προηγούμενο και προσαρμοσμένο τεχνικά στο στιλ που διαθέτουν τέτοιου είδους κείμενα, στα ουσιώδη η απόσταση από το παλιό καταστατικό της Χρυσής Αυγής είναι οριακή. Παρακάτω θα αναφερθούμε στα σημεία (1 και 2) που καθιστούν φανερή τη σύγκλιση των δύο καταστατικών κειμένων της Χρυσής Αυγής και συζητούν (σημείο 3) τη νομιμοποίηση του εν ισχύ καταστατικού.
1. Ο επικεφαλής της οργάνωσης μπορεί μεν πια να μην αναφέρεται στο τωρινό Καταστατικό ως αρχηγός, στην πραγματικότητα όμως το Führerprinzip παραμένει σε ισχύ, εφόσον καταρχάς ο γενικός γραμματέας της οργάνωσης δεν εκλέγεται, η δε θητεία του είναι ισόβια και «ανανεώνεται αυτομάτως», εκτός κι αν εγγράφως η απόλυτη πλειοψηφία των συνέδρων του κόμματος ζητήσει να γίνει εκλογή (§ 1 και 2 άρθρου 16 του Καταστατικού). Επιπλέον, ο γενικός γραμματέας-αρχηγός έχει τον απόλυτο ιδεολογικό και πολιτικό έλεγχο του κόμματος, καθώς «χαράσσει τις ιδεολογικές, πολιτικές και προγραμματικές θέσεις», χωρίς να οφείλει να εφαρμόζει επακριβώς τις αποφάσεις του συνεδρίου, εφόσον αρκεί οι ιδεολογικο-πολιτικές κατευθύνσεις πολιτικής του αρχηγού να βρίσκονται –κατά την κρίση του– «σε αρμονία» με τις αποφάσεις του τακτικού συνεδρίου (έτσι η σχετική διατύπωση στο άρθρο 17, σημ. Β του Καταστατικού). Επιπλέον, ο γενικός γραμματέας-αρχηγός έχει τον απόλυτο έλεγχο των οργάνων του κόμματος, από τη σύνθεση του Πολιτικού Συμβουλίου μέχρι την επιλογή των υποψηφίων βουλευτών, όπως και των μελών της «Επιτροπής αξιολόγησης υποψηφίων νέων μελών».
2.  Για τα μέλη εξακολουθεί να ισχύει ο ολοκληρωτικός κανόνας του εκ των άνω ενδελεχούς ελέγχου της συμπεριφοράς τους και της καθολικής δέσμευσής τους (όχι μόνο της ένταξής τους) στην οργάνωση. Ανταποδοτικά αναγνωρίζεται σε αυτά η απόλυτη υποστήριξη της οργάνωσης με την παροχή «κάθε είδους κάλυψης» «για την πάσης φύσεως δράση που αναπτύσσει (το μέλος) στα πλαίσια της προάσπισης και ενίσχυσης των ιδεολογικών και πολιτικών θέσεων και αρχών του κόμματος» (άρθρο 6, σημ. 4 του Καταστατικού). Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στη Χρυσή Αυγή τηρείται σχολαστικά από την λεγόμενη Επιτροπή αξιολόγησης ένα επίσημο μητρώο μελών (άρθρο 5, σημείο 5 και 6 του Καταστατικού), ο μηχανισμός γνωρίζει επακριβώς τι κάνει κάθε μέλος, ενώ αυτό έχει την υποχρέωση να λογοδοτεί στους ανωτέρους του για τη συμπεριφορά και τις δράσεις του. Μόνο υπ’αυτό το πλαίσιο της εκ των άνω αυστηρά ελεγχόμενης δράσης των μελών γίνεται αντιληπτή η καταστατική δέσμευση περί «κάθε είδους κάλυψης» των μελών από την οργάνωση για την εντεταλμένη δράση που αυτά αναπτύσσουν.
3. To κείμενο που κατατέθηκε ως το εν ισχύ καταστατικό του κόμματος δεν έχει τη νομιμοποίηση των μελών του. Δεν προέκυψε από συνεδριακές διαδικασίες ούτε ήταν το αποτέλεσμα εισήγησης της Κεντρικής Επιτροπής, στην οποία ανήκουν οι αρμοδιότητες τροποποίησης του καταστατικού, άρα και του παρόντος, που ήρθε να αντικαταστήσει ένα οποιοδήποτε προηγούμενο που ίσχυε μέχρι τότε. Στο ακροτελεύτιο άρθρο του καταστατικού, που η Χρυσή Αυγή δημοσιοποίησε τον Αύγουστο του 2012, αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι αυτό «εγκρίθηκε ομόφωνα από το Πολιτικό Συμβούλιο»· ωστόσο, το όργανο αυτό δεν διαθέτει καταστατικώς την αρμοδιότητα κατάρτισης και κύρωσης ενός τέτοιου κειμένου-πλαισίου αρχών του κόμματος, εκτός του ότι πρόκειται για ένα όργανο διορισμένο από τον γραμματέα-αρχηγό.

Οι μελετητές της Χρυσής Αυγής συγκλίνουν στην άποψη ότι η οργάνωση όσον αφορά την ιδεολογία, την πρακτική και τη δομή της δεν άλλαξε στα 30 και πλέον χρόνια που υπάρχει. Κινήθηκε εξ αρχής εκτός του δημοκρατικού πλαισίου και εξακολουθεί να κινείται εκτός αυτού. Το κείμενο του εν ισχύ Καταστατικού της, ένα ψευδοδημοκρατικό ένδυμα της οργάνωσης, επιβεβαιώνει και ενισχύει τον ισχυρισμό αυτό.

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Συνέντευξη στη LIFO περί Ευρωπαϊκής ακροδεξιάς και Χρυσής Αυγής

LIFO.GR


Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: στο βιβλίο σας μιλάτε για στάδια, για κύματα της άκρας δεξιάς. Μιλήστε μας λίγο γι’ αυτό το θέμα.

Εμείς, οι μελετητές του φαινομένου της άκρας δεξιάς, θέτουμε ένα γενέθλιο έτος. Αυτό, φυσικά, είναι μια σύμβαση, αλλά λέμε ότι μελετάμε το φαινόμενο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, δηλαδή μια περίοδο κατά την οποία η Δημοκρατία γίνεται μια πραγματικότητα μέσα στον δυτικό κόσμο. Βέβαια, υπήρχαν πιο πριν οι ολοκληρωτισμοί, ο ιστορικός φασισμός και ο ναζισμός, η όλη αντίδραση στο νέο καθεστώς το οποίο δημιουργείται με τη Γαλλική Επανάσταση – μιλάμε για τους υπερασπιστές του ancien régime, που είναι και αυτοί υπερασπιστές της συγκεκριμένης κουλτούρας. Και μπορούμε να το ζητήσουμε αυτό ακόμα πιο πίσω, στο ρεύμα του αντιδιαφωτισμού. Είναι σαν μια συνέχεια. Αλλά το τέλος του πολέμου βάζει μια τομή και έτσι, μέσα σε έναν δημοκρατικό κόσμο, υπάρχει ένας αντιδημοκρατικός θύλακας ή ένα οριακό περιθώριο. Από το 1946 και μετά, οπότε έχουμε το πρώτο μόρφωμα της ακροδεξιάς στην Ιταλία, το ιταλικό κοινωνικό κίνημα, μέχρι και σήμερα βλέπουμε πολλές φάσεις αυτού του φαινομένου. Είναι εύλογο το ότι η Χρυσή Αυγή είναι μια ιδιαίτερη εκδοχή της ή ο δεξιός τομέας στην Ουκρανία, λόγου χάρη. Είναι κάτι διαφορετικό από την Εθνική Συμμαχία που υπάρχει στην Ιταλία ή από το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν ή το κόμμα της Ελευθερίας στην Αυστρία. Η έννοια «άκρα δεξιά» είναι μια ομπρέλα. Οι Αγγλοσάξωνες την ονομάζουν «farright» και μέσα εκεί θέλουμε να δούμε τις διαφοροποιήσεις που υπάρχουν. Μιλάμε για διαφοροποιήσεις που γίνονταν και στο πέρασμα του χρόνου, γιατί η άκρα δεξιά στην ουσία έχει κύματα. Είναι διαφορετική τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, που ήταν τα απόνερα του φασισμού, όπου βλέπαμε απροκάλυπτα φασιστικές και ναζιστικές ομάδες οι οποίες προσπαθούσαν να επιβιώσουν. Μετά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 έχουμε μια διαφορετικής εκδοχής ακροδεξιά που προσπαθεί να ενσωματώσει μια κοινωνικοπολιτική διαμαρτυρία κι εμφανίζεται στην πολιτική σκηνή με ατζέντα νεοφιλελεύθερη σε ό,τι αφορά θέματα οικονομικής πολιτικής. Γίνεται τότε ένας ακραίος υπερασπιστής της ελεύθερης αγοράς. Από το 1990 και πέρα έχουμε μια άλλη φάση, το τρίτο κύμα της ακροδεξιάς. Εκεί έχουμε ένα νεολαϊκίστικο φαινόμενο, κατά το οποίο οι μετανάστες βρίσκονται στο επίκεντρο. Αυτό είναι το κυρίαρχο στοιχείο της ατζέντας. Αφήνει πίσω της τα νεοφιλελεύθερα στοιχεία και γίνεται πιο κοινωνική, με θέσεις συγκεκριμένες που απευθύνονται προς ένα πολύ ιδιαίτερο ακροατήριο το οποίο απαρτίζεται μόνο από γηγενείς πολίτες και όχι ξένους, ακόμα κι αν είναι νόμιμα εγκατεστημένοι και πολιτογραφημένοι. Στην πορεία αυτής της εξέλιξης, μετά το 1990 και καθώς μπαίνουμε στον 21ο αιώνα, η άκρα δεξιά θεωρεί πια ότι το μεταναστευτικό στην ολότητά του δεν είναι ένα θέμα που μπορεί να κινητοποιήσει πάρα πολύ. Σε γενικές γραμμές, ο μετανάστης δεν αποτελεί ένα καθαυτό διακύβευμα. Τα κράτη ως ένα σημείο ρυθμίζουν τις σχέσεις τους με τους μετανάστες. Και έτσι στρέφεται η προσοχή στον μουσουλμάνο. Και βοηθάει και η 11η Σεπτέμβρη σε αυτό, καθώς και όλη αυτή η ταύτιση του Ισλάμ με την τρομοκρατία. Άρα, έτσι εξελίσσει η ακροδεξιά αυτό το διακύβευμά της, μέσα από ένα αφήγημα που παραμένει αντικαθεστωτικό και αντισυστημικό. Είναι κατά του πολιτικού κατεστημένου με στοιχεία διαμαρτυρίας, όπου και αν μπορεί αυτή η διαμαρτυρία κάθε φορά να κατευθυνθεί. Σε όλο αυτό το διάστημα, από το 1946 μέχρι σήμερα, έχουμε μορφώματα που ξεφεύγουν από τα γενικά χαρακτηριστικά των κυμάτων που προανέφερα. Ακόμα και την πρώτη περίοδο, ας πούμε, που κυριαρχούσαν τα φασιστικά και ναζιστικά κόμματα, προέκυψαν μορφώματα μιας ακροδεξιάς πιο ήπιας, η οποία ζητούσε μια προσαρμογή στο πολιτικό καθεστώς. Όπως και σήμερα, που έχουμε μια ακροδεξιά που θέλει να παίξει κάποιον ρόλο στην κεντρική πολιτική σκηνή – κάνει μια δικτύωση, όπως στις περιπτώσεις της Αυστρίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας με τη Λέγκα. Θέλουν να εμφανιστούν ως μια νέα δύναμη σε επίπεδο Ευρώπης – μια λίγο πιο mainstream κατάσταση σε σχέση με το παρελθόν, μια κανονικοποίηση μιας παλιότερης ακροδεξιάς. Αλλά και πάλι, σε αυτήν τη φάση εμφανίζονται καταστάσεις όπως η Χρυσή Αυγή. Κόμματα που είναι ακραία, ασκούν βία και μας πάνε πίσω στη δεκαετία του 1950, τότε που πραγματικά η ακροδεξιά έκανε τρομοκρατικές δράσεις (βλέπε Ιταλία μέχρι το 1970). Ακολουθούσε μια στρατηγική έντασης, μια μιλίτσια. Η Χρυσή Αυγή το κάνει και σήμερα αυτό. Εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην Ουκρανία, βλέπουμε αντίστοιχα πράγματα. Και στην Ουγγαρία. Η ακροδεξιά εκεί μοιάζει με τη Χρυσή Αυγή γιατί έχει έναν στρατηγικό τομέα. Είναι ένα ισχυρό κόμμα. Και, βέβαια, στη Γερμανία υπάρχει το NPD, το εθνικό δημοκρατικό κόμμα. Η Χρυσή Αυγή έχει πολλές σχέσεις με αυτό. Είναι ένα κόμμα καθαρά φιλοναζιστικό, βγήκε μέσα από τη μήτρα του γερμανικού ναζισμού με μια αλληλουχία κομματογενέσεων. Υπάρχει από τις αρχές του 1960. Προσπάθησαν να το απαγορεύσουν δύο φορές, αλλά τα στοιχεία δεν ήταν επαρκή ώστε οι θεσμού να το απαγορεύσουν.


Ολόκληρη η συνέντευξη (στους M. HULOT ΚΑΙ ΚΩΣΤΗ ΠΙΕΡΙΔΗ) εδώ:

http://www.lifo.gr/mag/features/4249

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Η Ευρωπαϊκή Άκρα Δεξιά

Από συνέντευξή μου στο περιοδικό re-public:
(ολόκληρη η συνέντευξη στο σύνδεσμο http://www.re-public.gr/?p=4475 - in english http://www.re-public.gr/en/?p=5028)

Η έρευνα και η επιστημονική βιβλιογραφία υποστηρίζει πως η άκρα δεξιά είναι ένα μεταπολεμικό δημιούργημα. Ακόμη κι αν θεωρήσουμε (και όντως πρέπει να το κάνουμε αυτό) πως κάποιες εκδοχές της είναι νεοφασιστικές, τα ακροδεξιά μορφώματα –οργανώσεις και κόμματα- δημιουργούνται μέσα στην μεταπολεμική πραγματικότητα. Θα ήμασταν, ωστόσο, τυφλοί αν δεν διακρίναμε τις υπάρχουσες εκλεκτικές συγγένειες με τις λεγόμενες «κουλτούρες του αντι-διαφωτισμού» (βλ. επ’αυτού το έργο του Pierre Milza και του Zeev Sternhell): η ακροδεξιά είναι εθνικιστική, αντι-πλουραλιστική, αντι-οικουμενική, αντι-φιλελεύθερη. Όλες αυτές είναι αρχές εναντιωματικές στα προτάγματα του διαφωτισμού και είναι αυτές που συγκροτούν τον ιδεολογικό κορμό της ακροδεξιάς. Κι αν στο πρώτο κύμα της άκρας δεξιάς οι εκλεκτικές συγγένειες με τις κουλτούρες αυτές είναι προφανείς, με το δεύτερο κύμα δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αυτό δείχνει καταρχάς ότι συνιστά ένα παντελώς καινούργιο μόρφωμα. Δείτε το παράδειγμα του Κόμματος της Προόδου (Fremskridtspartiet) στην Δανία. Ωστόσο, ενώ αρχικά η ίδρυση αυτού του κόμματος είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας πανετελώς νέας πραγματικότητας, στη συνέχεια αναδείχθηκαν οι εκλεκτικές συγγένειές του με το παρελθόν (υιοθέτησε μια ακραία αντι-μεταναστευτική ρητορική και πολιτική, από αντι-κρατικό εξελίχθηκε σε θειασώτη του κοινωνικού κράτους, αν και μόνο για τους γηγενείς Δανούς, θέτοντας στο στόχαστρο την αρχή της ισότητας, κοκ). Με τις παρατηρήσεις μου αυτές θέλω να πω ότι η άκρα δεξιά έχει μια κυματοειδή ανάπτυξη και τα κύματα παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους, όμως υπάρχουν και συγκλίσεις, συνέχειες από το ένα κύμα στο άλλο, εκλεκτικές συγγένειες.

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Πολυπρόσωπη Ακροδεξιά



Βρισκόμαστε μερικές εβδομάδες πριν τις Ευρωεκλογές και σχεδόν σε όλα τα «σενάρια» που βλέπουν το φως της δημοσιότητας προβλέπεται άνοδος της ακροδεξιάς. Την ίδια ώρα οι συζητήσεις και τα δημοσιεύματα πάνω στο θέμα αυξάνονται. Σε πρόσφατο συνέδριο του Ομοσπονδιακού Κέντρου για την Πολιτειακή Παιδεία (BpB) που οργανώθηκε στην Κολωνία, ειδικοί στο ζήτημα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς ανέλυσαν την πολυμορφία του φαινομένου. Η πολιτική γεωγραφία της περιοχής δεξιότερα της κατεστημένης δεξιάς περιλαμβάνει ευρωσκεπτικιστές, υπερεθνικιστές, εθνικολαϊκιστές, αντιισλαμιστές, εξτρεμιστές, παραστρατιωτικές μιλίτσιες που κινούμενοι στην ίδια πολιτική αρένα διεκδικούν την υποστήριξη του ευρωπαίου ψηφοφόρου.

Την πολυμορφία στο δεξιό άκρο του κομματικού φάσματος επιχειρεί να αποτυπώσει μια έκδοση (Νοέμβριος 21013) ενός τόμου με τίτλο Τα μεταβαλλόμενα πρόσωπα του λαϊκισμού του Ιδρύματος για τις Ευρωπαϊκές Προοδευτικές Σπουδές (FEPS). Πρόκειται για ένα βιβλίο που συνδυάζει τη ματιά επαγγελματιών της πολιτικής και ειδικών της πολιτικής επιστήμης στην ανάλυση του νεολαϊκιστικού φαινομένου. Στην εισαγωγή του στο βιβλίο ο Μάσσιμο Ντ’Αλέμα αναφέρεται σε μια συστημική κρίση που είναι σε εξέλιξη τροφοδοτώντας την άνοδο της πληθυντικής ακροδεξιάς: ο εκφυλισμός των μαζικών κομμάτων (και όχι μόνο των εργατικών και σοσιαλδημοκρατικών) αφενός και η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και της αγοράς εργασίας αφέτου δημιουργούν ευκαιρίες για την ακροδεξιά.

Μέχρι πού θα φθάσει το κοντέρ στην κούρσα της πολυπρόσωπης ακροδεξιάς; Η Λεπέν και ο Βίλντερς πατούν γκάζι δυνατά· επιχειρούν να δικτυώσουν το χώρο συστεγάζοντάς τον σε μια νέα ευρωομάδα. Θα χρειαστούν εφτά κομματικούς εταίρους από ισάριθμες χώρες και 25 βουλευτές προκειμένου να πετύχουν το στόχο. Παρά την εντυπωσιακή παρουσία του Εθνικού Μετώπου στην πολιτική σκηνή της Γαλλίας και του Κόμματος για την Ελευθερία στην αντίστοιχη της Ολλανδίας, τα πράγματα δεν είναι απλά. Τα προσωποκεντρικά μορφώματα του ακραίου δεξιού πόλου πάσχουν από χρόνιες αντιπαλότητες κορυφής. Εκτός από τα πρόσωπα είναι και οι πολιτικές τοποθετήσεις που προκαλούν δυσκολίες στη συμπόρευση: παρότι στην κύρια ατζέντα τους συμπίπτουν, διαφορετικές θεματικές συνθέσεις δημιουργούν μια ποικιλία ιδεολογικο-πολιτικών μορφωμάτων στην πολιτική σκηνή.

Σήμερα δύο ρεύματα είναι παρόντα στην υποπεριοχή δεξιότερα της κατεστημένης δεξιάς: εκείνο που επιθυμεί τη συντήρηση της πολυμορφίας στην εν τη ευρεία εννοία ακροδεξιά (far right) και ένα άλλο που επιδιώκει τη συμπόρευση του χώρου. Παρότι τα διεθνή Μίντια προδικάζουν την επικράτηση του δεύτερου, κάτι τέτοιο δεν είναι διόλου σίγουρο ότι θα συμβεί με ορίζοντα την 25η Μαΐου.

Δημοσιεύτηκε στους Βιβλιοστάτες (Εφημερίδα των Συντακτών), 20.04.2014 http://www.efsyn.gr/?p=191148

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Ανάρμοστες Σχέσεις Στοργής Δεξιάς και Ακροδεξιάς

Στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, οι σχέσεις δεξιάς και ακροδεξιάς (όποια σημασία κι αν προσλαμβάνουν οι όροι) παρέμειναν διακριτές, παρότι δεν έλειψαν και οι συνέργειες. Η ακροδεξιά γινόταν αντιληπτή σαν ένα κακόφημο περιθώριο που σε χώρες όπως η Ιταλία, η Γερμανία και η Αυστρία έβγαινε απευθείας από τη μήτρα του φασισμού και του ναζισμού. Παρότι μια τέτοια ακροδεξιά εφάρμοζε τη διπλή τακτική της πρόκλησης εντάσεων κατά του δημοκρατικού καθεστώτος και της προσπάθειας εργαλειακής ενσωμάτωσής της σε αυτό, οι δυνάμεις της παραδοσιακής δεξιάς παρέμεναν από διστακτικτές έως αρνητικές στο φλερτ των χωρικά όμορων γειτόνων τους.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 το τοπίο στο δεξιό υποπεδίο ξεκαθαρίζει περισσότερο, με την κατεστημένη δεξιά να κινείται στο ευρύτερο κέντρο του ιδεολογικο-πολιτικού άξονα. Η πολυσυλλεκτική δυναμική της αφήνει μικρά περιθώρια στην ακροδεξιά να κατακτήσει μια θέση πιο διακριτή από εκείνη ενός φθίνοντος περιθωρίου. Η στάση μιας σαφούς διάκρισης δεξιάς και ακροδεξιάς ανατρέπεται στη δεκαετία του 1980, όταν κόμματα της κατεστημένης δεξιάς ανοίγονται στα ακροδεξιά μορφώματα και  τα χρησιμοποιούν ως δεξαμενές άντλησης ψηφοφόρων στην αναμέτρησή τους με την Αριστερά. Αλλά και δυνάμεις της τελευταίας θα επιχειρήσουν να βελτιώσουν τις συνθήκες πολιτικών ευκαιριών της ακροδεξιάς (όπως έκανε ο Μιτεράν στη Γαλλία με την αλλαγή του εκλογικού νόμου το 1986) προκειμένου να περιορίσουν τις δυνάμεις της κεντροδεξιάς δυσκολεύοντας την επάνοδό της στην εξουσία.

Όσον αφορά την εγχώρια δεξιά μετά το 1974, η Νέα Δημοκρατία (ΝΔ) επινόησε μια υβριδική πατέντα στις σχέσεις της με τον ακροδεξιό θύλακο επιδιώκοντας να διασφαλίσει και την ενότητα της δεξιάς παράταξης και τη διακριτότητα των μετριοπαθών δεξιών από τους ακραίους. Στις εκλογές του 1981, τοποθετήθηκαν μεν δυνάμεις μιας παλιάς ακροδεξιάς που προέρχονταν από τους κόλπους της Εθνικής Παράταξης στα ψηφοδέλτια της ΝΔ, αγνοήθηκε όμως το υπερεθνικιστικό, αντικομμουνιστικό και φιλομοναρχικό αφήγημα τους από την ατζέντα της έως τότε κυβερνώσας παράταξης. Η ένταξη των ακροδεξιών στη ΝΔ ήταν αποτέλεσμα μιας τακτικής που συνδύαζε την εκλογική απορρόφηση της ακροδεξιάς από την κατεστημένη δεξιά, συγχρόνως με τη διάκριση της τελευταίας από τα ιδεολογικά φορτία της πρώτης.

Στη ΝΔ δεν βρήκαν καταφύγιο μόνο δυνάμεις της Εθνικής Παράταξης αλλά και περιβάλλοντα «εθνικοφρόνων» (αντικομμουνιστές, βασιλόφρονες, φιλοχουντικοί), που σ’όλη τη μετεμφυλιακή εποχή προτιμούσαν την ομπρέλα μιας ενιαίας δεξιάς παράταξης. Το σχήμα αυτό της συστέγασης δεξιάς και ακροδεξιάς ήταν λειτουργικό για όσο διάστημα πολωτικές διαιρέσεις καθόριζαν τον κομματικό ανταγωνισμό. Η ΝΔ, ως ηγεμονικό κόμμα της όλης δεξιάς, φάνηκε δυσκίνητο ενώπιον των απαιτήσεων ενός κεντρομόλου κομματικού ανταγωνισμού, με το ΠΑΣΟΚ να έχει πλασαριστεί καλύτερα στις κεντρώες θέσεις. Μετά την οριακή ήττα του στις εκλογές του 2000, ο Κώστας Καραμανλής υιοθέτησε ως όχημα της μετακίνησης της παράταξης στο «μεσαίο χώρο» ένα νέο υβρίδιο πολιτικής απέναντι στην ακροδεξιά συνιστώσα: ενσωμάτωσε μεν στην κομματική ατζέντα θέσεις της λαϊκιστικής ακροδεξιάς (άσκηση βέτο για ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ, αμφίσημη στάση στο θέμα της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες, καταγγελία νομιμοποιήσεων μεταναστών), διαγράφοντας από τη ΝΔ τον πρωτεργάτη της εθνικολαϊκιστικής δεξιάς Γ. Καρατζαφέρη. Η νέα στρατηγική ενίσχυε τη ΝΔ έναντι του ΠΑΣΟΚ, ενώ διεύρυνε τα όρια της δεξιάς παράταξης.

Η θέση της ακροδεξιάς ως «οριακού περιθωρίου» εντός της δεξιάς παράταξης ανατρέπεται μετά την ανάληψη της ηγεσίας της ΝΔ από τον Αντώνη Σαμαρά. Η ακροδεξιά αισθάνεται ότι ήρθε η ώρα να πάρει ρεβάνς από τη (νεο)φιλελεύθερη συνιστώσα. Παρωχημένες υπερεθνικιστικές αντιλήψεις μιας ακροδεξιάς υποκουλτούρας (από το Δίκτυο 21 έως το περιοδικό Patria) βρίσκουν –τυπικά ή άτυπα– θέση στη ΝΔ. Το κόμμα μετακινείται συνειδητά από τη διεκδίκηση του μεσαίου χώρου στο στόχο της επανακατάκτησης της ενότητας της κατακερματισμένης εθνικο-ριζοσπαστικής δεξιάς. Πριν τις εκλογές του 2012 η ΝΔ είχε αυτοβούλως εγκαταλείψει τον κεντρώο χώρο, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις της να φυλλορρούν εξαιτίας των τεκτονικών μετατοπίσεων ψηφοφόρων που σημειώθηκαν τον Μάιο του 2012. Παρά το ξεκάθαρο δεξιό προφίλ που καλλιεργήθηκε στη ΝΔ μετά την εκλογή του Α. Σαμαρά στην ηγεσία της, οι απώλειές της ήταν μεγάλες προς μορφώματα που τοποθετούνται στα δεξιά της (ΑΝΕΛΛ, ΛΑΟΣ, Χρυσή Αυγή), προς τα οποία διέρρευσε το 25% με 30% της εκλογικής της δύναμης του 2009.


Η ύπαρξη ενότητας στη ΝΔ, η οποία εκτείνεται από το κέντρο μέχρι τα άκρα του δεξιού πόλου, δημιουργεί συνοχή στην κεντροδεξιά παράταξη. Όταν όμως το κέντρο της αποσαθρώνεται, αποσυντίθεται το κεντροδεξιό οικοδόμημα συνολικά. Η άνοδος της Χρυσής Αυγής ευνοήθηκε από τη δεξιά στροφή της ΝΔ, αν και η εκλογική άνοδος του φιλοναζιστικού μορφώματος δεν αποτελεί μόνο ευθύνη της δεξιάς. Η εναντιωματική πολιτική ατζέντα («αντι-μνημόνιο»), ο σκληρός αντιευρωπαϊσμός, το έξαλλο στυλ πολιτικής διαμαρτυρίας, αντικομματικών και αντικοινοβουλευτικών τοποθετήσεων, η διαθεσιμότητα για τη βία ή η ανοχή της καλλιέργησαν ένα ευνοϊκό έδαφος για την άνοδο στην πολιτική σκηνή ενός κόμματος-υπερπολλαπλασιαστή όλων των παραπάνω. Η εκκένωση του κέντρου από κόμματα, πολιτικές και ψηφοφόρους συντηρεί εκλογικά τη Χρυσή Αυγή και είναι τουλάχιστον αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι αυτή θα εξαφανιστεί με τρικ και εισοδισμό πολιτικών παραγόντων.

Δημοσιεύτηκε στην εφημ. Το ΒΗΜΑ (6.4.2014) http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=584161#.U0JYq9gwgd8.facebook

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Ξεμπερδέψαμε με τη Χρυσή Αυγή;

Κατά την επίσκεψη μελών της Επιτροπής Δεοντολογίας της Βουλής στις φυλακές Κορυδαλλού προκειμένου να εξετάσουν τους προφυλακισμένους βουλευτές της Χρυσής Αυγής σχετικά με το ανακριτικό αίτημα για άρση της ασυλίας τους, ο Ν. Μιχαλολιάκος αφού λοιδόρησε τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους δήλωσε πως «δεν υπάρχει εγκληματική οργάνωση αλλά ένα πολιτικό κόμμα που διεξάγει νόμιμο πολιτικό αγώνα». Σε ποια έκταση έχει εξαπλωθεί μια «εγκληματική οργάνωση» στο εσωτερικό της Χρυσής Αυγής είναι ένα ζήτημα που διερευνάται δικαστικώς. Εμείς μπορούμε, ωστόσο, να εξετάσουμε εάν υφίσταται κατά κυριολεξία το «πολιτικό κόμμα» Χρυσή Αυγή και να εκτιμήσουμε τις πιθανές προοπτικές του στην πολιτική σκηνή.


Εξετάζοντας καταρχάς τη συγκεκριμένη οργάνωση από τα μέσα, με βάση τον αυτοπροσδιορισμό της όσον αφορά την ταυτότητά της, να σημειώσουμε ότι επί δεκαετίες απέφευγε να ορίζεται ως κόμμα. Ενδιαφέρουσα ιστορική λεπτομέρεια συνιστά το γεγονός ότι παρότι ο χώρος γύρω από τον Ν. Μιχαλολιάκο μετεξελίχθηκε σε «πολιτική κίνηση» το 1983, οι αρχές το αναγνώρισαν ως «πολιτικό κόμμα» υπερερμηνεύοντας τη δήλωση του «αρχηγού» για το είδος της οργάνωσης που ηγείτο.

Η συγκεκριμένη οργάνωση πρωτοχρησιμοποίησε για τον εαυτό της την έννοια «κόμμα» στις Ευρωεκλογές του 2009, χωρίς ούτε τότε αλλά ούτε στις βουλευτικές εκλογές του 2012 να προσκομίσει υλικό (διακηρυκτικές αρχές, καταστατικό), από το οποίο να συνάγεται ότι το περιεχόμενο και τα μέσα του «πολιτικού αγώνα» που διεξάγει ανταποκρίνονται στη συνταγματική επιταγή περί εξυπηρέτησης της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Επρόκειτο για ηθελημένη παραπλάνηση, καθώς οι ιθύνοντες της Χρυσής Αυγής επιδίωκαν να αποκρύψουν το γεγονός ότι καλλιεργούσαν ιδέες και χρησιμοποιούσαν πρακτικές που εκ των πραγμάτων τοποθετούσαν την οργάνωσή τους εκτός δημοκρατικής πλαισίωσης.

Το πολιτικό καμουφλάζ στο οποίο άρχισε να επιδίδεται συστηματικότερα η οργάνωση στο διάστημα 2010-2012 έδινε άλλοθι στη φιλελεύθερη δημοκρατική τάξη να επιτρέπει στους –μέχρι τότε– εκλογικά ασήμαντους εχθρούς της να επιβιώνουν στο περιθώριό της. Τα πράγματα αλλάζουν όταν αυξάνεται η εκλογική απήχηση της Χρυσής Αυγής· όταν, με άλλα λόγια, οι εξτρεμιστικές πρακτικές ενός ακροδεξιού γκρουπούσκουλου, οργανωμένου κατά τα παραστρατιωτικά πρότυπα των ομάδων κρούσης (μιλίτσια), μεταφέρθηκαν στην κεντρική πολιτική σκηνή και στην ίδια τη Βουλή.

Ποιες προοπτικές επιβίωσης στην πολιτική σκηνή διαθέτει ένα τέτοιο μόρφωμα; Μετά τις εκλογές του 2012 και την αποτύπωση της δύναμής του με ένα όχι ασήμαντο εκλογικό ποσοστό, δεν έλειψαν οι φωνές που υποστήριξαν ότι η Χρυσή Αυγή “ήρθε για να μείνει”. Εκτός απο τους ευσεβείς πόθους παραγόντων του φιλοναζιστικού χώρου, ο προβλεπτικός ισχυρισμός περί μακροημέρευσής της αποτύπωνε την εκτίμηση και ενός τμήματος της Αριστεράς, ότι η ύπαρξη μιας ακραίας δεξιάς απορροφά δυνάμεις από τον όμορο συντηρητικό χώρο προσδίδοντας πολωτικά χαρακτηριστικά στον κομματικό ανταγωνισμό.

Ο ισχυρισμός δεν είναι σωστός καθ’ολοκληρίαν. Η Χρυσή Αυγή, όπως και άλλα συγγενή μορφώματα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, διαθέτει ένα ανομοιογενές εκλογικό κοινό, το οποίο κατά ένα σημαντικό μέρος προέρχεται από ψηφοφόρους της παραδοσιακής και της νεο-λαϊκιστικής δεξιάς, αλλά κατά ένα μέρος και από χώρους με αριστερόστροφες τοποθετήσεις. Η έλλειψη ιδεολογικής ομοιογένειας των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής αντικατοπτρίζει την πολλαπλότητα των εκλογικών κινήτρων τους αλλά και τη δυνητικότητα της εκλογικής μεταστροφής εκείνων που δεν διακατέχονται από πίστη στις απόψεις της ούτε από συμφωνία με τις πρακτικές της. Πώς όμως μια δυνητικότητα εκλογικής μεταστροφής μπορεί να μετατραπεί σε απτή πραγματικότητα;

Η έναρξη της δικαστικής διερεύνησης όσον αφορά τις βίαιες πρακτικές της οργάνωσης και η αποκάλυψη του ακαμουφλάριστου προφίλ της δημιούργησαν προϋποθέσεις σταδιακής μεταστροφής εκλογέων που είχαν ψηφίσει τη Χρυσή Αυγή διακατεχόμενοι από αισθήματα γενικότερης διαμαρτυρίας για την πολιτική και αρνητισμό για τα πολιτικά κόμματα. Η Χρυσή Αυγή συμμετείχε στις εκλογές του 2012 προβάλλοντας το στυλ μιας από τα κάτω αντισυστημικής κινητοποίησης. Ο εκθειασμός της δύναμης, η σωματοποίηση της βίας, η στρατιωτικοποίηση της συμπεριφοράς των ομάδων κρούσης αύξαναν τη διείσδυσή της σε ακροατήρια που ελκύονται από μια αισθητική της δράσης. Η τάση αυτή όμως δείχνει να αναστρέφεται αφής στιγμής η Χρυσή Αυγή περιορίστηκε οργανωτικά εξαιτίας της δικαστικής διερεύνησης των πεπραγμένων της. Επιπλέον η θεσμική αναχαίτισή της αποκάλυψε ότι ο «βιταλισμός» και ο «αντικονφορμισμός» της δεν ήταν παρά ψευτοπαλικαρισμός που μετατράπηκε σε έναν υποκριτικό φρονηματισμό χάριν της ελάφρυνσης της θέσης των μελών της ενώπιον των δικαστικών κατηγοριών.


 Η Χρυσή Αυγή δεν εισήλθε μετεωρικά στην πολιτική αρένα (είχε προηγηθεί η δημιουργία μιας δομής πολιτικών ευκαιριών από το 2008), ούτε πρόκειται να εξαφανιστεί σαν αστροβολίδα. Η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης περιορίζει την επιρροή της, όμως δεν αρκεί. Θα χρειαστεί ένας θεσμικός συντονισμός στην προοπτική σύστασης ενός δικτύου αναχωμάτων για την απόκρουση του πολιτικού εξτρεμισμού. Επιπλέον καίριο ζήτημα είναι η ξεκάθαρη αποστασιοποίηση κομμάτων και κομματικών ιθυνόντων από τη θεματική ατζέντα του εξτρεμισμού. Όχι η απορρόφηση στοιχείων ενός ακραίου ρεύματος αλλά η πλήρης διάκριση από αυτό αποτελεί την προϋπόθεση για την αδρανοποίηση της εκλογικής του επιρροής.

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. Το Βήμα (23.3.2014) http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=579658#.Uy5_sFcXABg.facebook 
Αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μεταρρύθμιση (24.3.2014) http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=28775&mra=yes

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Παρουσίαση περιοδικού ΅ΕΠΙΣΤΗΜΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ"



Η Συντακτική Επιτροπή του Περιοδικού "Επιστήμη και Κοινωνία" και οι "Εκδόσεις Gutenberg" σας προσκαλούν στην εκδήλωση που διοργανώνεται με αφορμή την κυκλοφορία του 30ού και του 31ου τεύχους του Περιοδικού με θεματικά αφιερώματα:

"Πολυπολιτισμικότητα" (τεύχος 30) και "Αιτίες της Κρίσης" (τεύχος 31).

Η παρουσίαση θα λάβει χώρα την Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014, ώρα 7:00 μ.μ. στην αίθουσα "Open Space", Impact Hub Athens Καραϊσκάκη 28, Ψυρρή (Σταθμός ΗΣΑΠ Μοναστηράκι)

Στην εκδήλωση θα μιλήσουν:
ΗΛΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ, Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας
ΘΑΛΕΙΑ ΔΡΑΓΩΝΑ, Καθηγήτρια, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο ΑΘηνών
ΜΑΝΟΣ ΜΑΤΣΑΓΓΑΝΗΣ, Αναπληρωτής καθηγητής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο ΑΘηνών
ΗΛΙΑΣ ΚΙΚΙΛΙΑΣ, Διευθυντής Ερευνών, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών

Εκ μέρους της Συντακτικής Επιστροπής, την εκδήλωση θα συντονίσει ο:
ΝΙΚΟΣ ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ, Καθηγητής, Πρόεδρος Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών.