Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Εκλογική ανοχή ή στάση αναμονής απέναντι στη Χρυσή Αυγή;

Τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρείται μια υπερπαραγωγή δημοσκοπικών ερευνών λόγω
των εξελίξεων στην υπόθεση της Χρυσής Αυγής (ΧΑ). Κρύβεται άραγε κάποια διάθεση απλοποίησης πίσω από την ερμηνεία των δημοσκοπικών δεδομένων, ότι δηλαδή ένα κομμάτι της κοινωνίας επιδεικνύει αδικαιολόγητη ανοχή απέναντι στη ΧΑ; Ή μήπως η ανάλυση αυτή αποτυπώνει τις διαθέσεις μερίδας του εκλογικού σώματος, η οποία έχει αποξενωθεί από τους δημοκρατικούς θεσμούς παραμένοντας ασυγκίνητη από τις σοκαριστικές αποκαλύψεις για τη δράση της ΧΑ; Παρακάτω θα αναπτύξουμε ορισμένες αναλυτικές κατευθύνσεις που βοηθούν να σκεφθούμε νηφάλια απαντήσεις στην ερώτηση.

1. Η ΧΑ αποτελεί κλασική περίπτωση κόμματος-πολιτοφυλακής: διαθέτει αυταρχική δομή και επικεφαλής έναν «οδηγητή» (Führer) στον οποίο υπακούουν οι παραστρατιωτικά οργανωμένοι ακόλουθοι. Αυτή η δεσποτική δομή ενός καισαριστικού μηχανισμού δημιούργησε κοινωνικές διασυνδέσεις. Η συμμετοχή σε πράξεις βίαιου ακτιβισμού και η εκπαίδευση στην ιδεολογία και στις πρακτικές του είναι ο ενδότερος δεσμός που έχει συναφθεί μεταξύ της οργάνωσης και των μελών/ενεργών υποστηρικτών της. Η ΧΑ είδε τα ποσοστά της να αυξάνονται τριάντα χρόνια μετά την ίδρυσή της, όμως τα χαρακτηριστικά της δεν παραπέμπουν στον τύπο του «κόμματος-πυγολαμπίδας» (flash party), ώστε να αναμένουμε η τωρινή κρίση του μηχανισμού να οδηγήσει άμεσα στο τέλος του.

Υπάρχουν μορφώματα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς που ξαφνικά κατέλαβαν μια θέση στην κομματική αρένα, για να εξαφανιστούν απρόσμενα μετά από μικρής διάρκειας παρουσία στην πολιτική σκηνή: το Κόμμα του Ronald Schill στο Αμβούργο και η Λίστα του Pim Fortuyn στην Ολλανδία αποτελούν παραδείγματα «κομμάτων» που απογειώθηκαν και εξαφανίστηκαν απότομα. Η ΧΑ δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία· δεν είναι τυπικό προσωποκεντρικό μόρφωμα που δραστηριοποιείται στο πεδίο της μεταπολιτικής διεκδικώντας ηγεμονία σε ηθικο-πολιτισμικά διακυβεύματα. Αντιθέτως, πρόκειται για οργάνωση που με βίαιο ακτιβισμό και κυνικές πρακτικές έχει υπόγεια απλωθεί στην κοινωνία. Ποιοι μπλέχθηκαν στα πλοκάμια της και πώς θα ξεμπλέξουν;

2. Ο σκληρός πυρήνας του κόμματος-πολιτοφυλακής πλαισιώνεται από εκλογείς που είτε ψήφισαν ΧΑ είτε δηλώνουν τέτοια πρόθεση στις δημοσκοπήσεις. Οι πραγματικοί και δυνητικοί ψηφοφόροι της δεν αποτελούν ένα ομοιογενές σύνολο. Μεταξύ τους εντοπίζονται τρεις υποκατηγορίες διαφοροποιούμενες αναλόγως του βαθμού εγγύτητας στην οργάνωση: πρόκειται για εκείνους που ταυτίζονται με τις θέσεις της και είναι σχεδόν οι μισοί από τους ψηφοφόρους της τού 2012, τους απόμακρους από τα πιστεύω της που φθάνουν οριακά στο 20% των εκλογέων της και τους ουδέτερους που αποτελούν το 1/3 των ψηφοφόρων της και οι οποίοι χωρίς να συμφωνούν δεν διαφωνούν κιόλας με ό,τι η οργάνωση πρεσβεύει πολιτικά.

Ο βαθμός εγγύτητας των ψηφοφόρων με τη ΧΑ προϊδεάζει για τη στάση τους μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Τα δημοσκοπικά δεδομένα (βλ. σχετική επεξεργασία στο metapolls.net) φανερώνουν ότι το διάστημα από το τέλος Αυγούστου 2013 ως τη δολοφονία του 34χρονου ράπερ η ΧΑ απώλεσε το 35% της δημοσκοπικής δύναμής της, ποσοστό ψήφων που στο μεγαλύτερο μέρος του μετατοπίστηκε προς την αδιευκρίνιστη και λευκή ψήφο. Ωστόσο μετά τη σύλληψη και προφυλάκιση του αρχηγικού πυρήνα δεν παρατηρήθηκαν μεταβολές στα ποσοστά της. Πώς εξηγείται η ακινησία μετά την πρώτη τάση φυγής στο σώμα των ψηφοφόρων της;

3. Η ψήφος είναι μια ατομική απόφαση που δομείται από θεσμικούς κανόνες. Ο εκλογέας επιλέγει τι θα ψηφίσει ως αποτέλεσμα συναισθηματικών ταυτίσεων, κοινωνικών επιρροών ή ορθολογικών υπολογισμών. Τα κίνητρα της ψήφου τον ωθούν να οριστικοποιήσει τη στάση του εφόσον δεν βρίσκεται εν μέσω «διασταυρούμενων πιέσεων», δηλαδή αντιφατικών επιρροών που τον καθιστούν ανήμπορο να αποφασίσει. Η ευθύνη της επιλογής βαραίνει προσωπικά κάθε ψηφοφόρο, όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι η σημερινή κατάσταση σε σχέση με το διπλό status της ΧΑ συνιστά μια περίπτωση άσκησης «διασταυρούμενης πίεσης»: η ΧΑ (εξακολουθεί να) αναγνωρίζεται ως «κοινοβουλευτικό κόμμα» που μετέχει στη λειτουργία της Βουλής, παρ' ότι αποτελεί μια οργάνωση υπό κατηγορία, ότι στο εσωτερικό της λειτουργεί μια «δομημένη ομάδα» που «επιδιώκει τη διάπραξη κακουργημάτων» και παρ' ότι επίσης ουδέποτε πληρούσε τα τυπικά χαρακτηριστικά πολιτικού κόμματος όπως τα ορίζει η δημοκρατική-συνταγματική τάξη. Ενδεχομένως η οργάνωση παρ' όλα αυτά να γνωρίζει ανοχή ή αποδοχή σε ένα κομμάτι εκλογέων, όμως ένα άλλο τμήμα τους παρεμποδίζεται να αναπροσδιορίσει τη στάση του απέναντί της εξαιτίας της «σχιζοειδούς» διττής παρουσίας της οργάνωσης. Σε μια δημοκρατία οι πολίτες είναι ελεύθεροι να αποφασίσουν ποιοι θα τους εκπροσωπήσουν, όμως η Πολιτεία έχει την τελική ευθύνη πιστοποίησης των επιλογών αυτών· σε σχέση με τη Χρυσή Αυγή η Πολιτεία δεν έχει ακόμη αναλάβει αυτή την ευθύνη.

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Συνέντευξη: «Βρισκόμαστε ακόμα μακριά από το ξήλωμα της Χρυσής Αυγής»

Ολόκληρο το κείμενο της συνέντευξης εδώ:
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=390341

- Η χρονική συγκυρία διαμορφώνεται από το δραματικό συμβάν της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, που ήταν η θρυαλλίδα για να πυροδοτηθούν οι εξελίξεις. Ηταν σίγουρο για όσους από εμάς παρακολουθούσαμε τις δράσεις του δεξιού εξτρεμιστικού χώρου ότι η εμπλοκή των θεσμών θα ερχόταν, δυστυχώς, μόνο έπειτα από ένα δραματικό συμβάν. Ούτε η κρίση από μόνη της, που θεωρητικά μπορεί να ανοίξει κεφάλαια ερμητικά κλειστά στην πολιτική σκηνή, ούτε οι πιέσεις των Ευρωπαίων εταίρων μας για την αντιμετώπιση του εξτρεμισμού μέσω π.χ. της ψήφισης ενός νέου αντιρατσιστικού νόμου, διαμόρφωναν ευκαιρίες για το θεσμικό έλεγχο της Χρυσής Αυγής. Ξέρω ότι κάποιοι τούτη την ώρα σκέφτονται με κατηγορίες θεωριών συνωμοσίας· όμως, προσωπικά είμαι σίγουρη ότι αν δεν χυνόταν το αίμα του Φύσσα, δεν θα είχε ανοίξει για τις Αρχές το θέμα «Χρυσή Αυγή». Το τίμημα είναι πολύ ακριβό, γι' αυτό και όλοι οι εμπλεκόμενοι πρέπει να φερθούν με απόλυτη σοβαρότητα και σεβασμό.

Λαϊκισμός και εξτρεμισμός

* Τα αναδεικνύατε στα άρθρα σας και τα βιβλία σας εδώ και μερικά χρόνια...

- Ασχολούμαι με την ευρωπαϊκή Ακροδεξιά εδώ και μία δεκαετία. Η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά, παρά τις μεταβολές της μετά το 1945, αλλά και εξαιτίας της ικανότητάς της να προσαρμόζεται στα δεδομένα των καιρών, κατορθώνει να επιβιώνει, φυσικά με καμπές και με εξάρσεις, όσον αφορά την κοινωνική και πολιτική της επιρροή. Η Ακροδεξιά στην Ευρώπη διακρίνεται από δύο κύρια ρεύματα: το εθνικο-λαϊκιστικό και το εξτρεμιστικό. Τα δύο αυτά ρεύματα διαφέρουν, αλλά συγχρόνως αλληλοσυμπληρώνονται.

* Στην Ελλάδα;

- Στην εγχώρια συζήτηση, κάποιοι αυθαίρετα τοποθετούν μια απόλυτη τομή μεταξύ των δύο αυτών ρευμάτων. Τα πράγματα δεν είναι όμως έτσι· για να το πω με δύο παραδείγματα, ο Χάιντερ στην Αυστρία υμνούσε ανοικτά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί και οι εκλογικές καμπάνιες των Νορβηγών εθνικολαϊκιστών δεν διαφέρουν από εκείνες της Χρυσής Αυγής όσον αφορά τις θέσεις τους για τη μετανάστευση. Ας είμαστε πιο προσεκτικοί στο τι λέμε, γιατί στόχος δεν είναι να αποδυναμωθεί η Χρυσή Αυγή υπέρ ενός (δήθεν) «light» ακροδεξιού-αντιμεταναστευτικού κόμματος.

* Ηταν κόμμα-πολιτοφυλακή με παραστρατιωτική δομή;

- Είναι σημαντικό να εξετάσουμε τα οργανωτικά χαρακτηριστικά της Χρυσής Αυγής. Πρόκειται για μια πολυεπίπεδη οργάνωση, με αυστηρή ιεραρχία, με ομάδες κρούσης και «ιδιωτικό στρατό» ακολούθων, με παραστρατιωτική δομή, με εκπαιδευμένα μέλη. Αρκετά από όλα αυτά μας τα λέει και ο αρχηγός της σε συνεντεύξεις και σε ομιλίες του. Δεν πρωτοτυπεί, βέβαια, η Χρυσή Αυγή στο σημείο αυτό, καθώς γνωρίζουμε ότι η πολιτοφυλακή είναι το οργανωτικό πρότυπο της εξτρεμιστικής Δεξιάς στην Ευρώπη. Πρωτοτυπεί, ωστόσο, η ελληνική Πολιτεία που επιτρέπει σε μια τέτοια οργάνωση να δρα ελεύθερα και, επίσης, να συμμετέχει ανενόχλητη στον κομματικό ανταγωνισμό. Η Χρυσή Αυγή αναγνωρίζεται ως πολιτικό κόμμα από το 1983 και μετέχει σε εκλογές από το 1994. Το διάστημα της εμπλοκής της στην πολιτική είναι μακρύ, ενώ η πολύ χαμηλή εκλογική της απήχηση δεν δικαιολογεί την επί δεκαετίες αδιαφορία των θεσμών για τις επικίνδυνες πρακτικές μιας, έστω περιθωριακής, οργάνωσης.

Η ευθύνη των θεσμών

* Πώς συμμετείχε στις εκλογές όταν στο καταστατικό της απέρριπτε τη δημοκρατία και εξήρε την εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία;

- Δεν είμαι νομικός, αλλά θεωρώ ότι το φιλελεύθερο πλαίσιο που ισχύει για την αδειοδότηση των κομμάτων ευνόησε στο να παραμείνουν αθέατες ελλείψεις και πτυχές που κατονομάσατε. Και σωστά ο νομοθέτης δεν ζητεί «δηλώσεις και εγγυήσεις νομιμοφροσύνης» από τους δρώντες που θέλουν να λάβουν μέρος στον κομματικό ανταγωνισμό. Από την άλλη, βέβαια, το Σύνταγμα στο άρθρο 29§1 θέτει ένα πλαίσιο, που συστηματικά παραβιάστηκε στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής. Επίσης, υπάρχει και σχετική νομολογία: ένα κόμμα δεν χρειάζεται μεν να κάνει δηλώσεις νομιμοφροσύνης, αλλά πρέπει από το καταστατικό του, ή από τον επικεφαλής του, ή από τα στελέχη του, ή από την όλη δράση του, να τεκμαίρεται η πίστη του στο δημοκρατικό καθεστώς. Στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής δεν τηρήθηκε τίποτε από όσα σας προανέφερα. Και εδώ υπάρχει ευθύνη των αρμόδιων θεσμών και λειτουργών.

* Θα επιδιώξουν όφελος κάποιοι από τα δεξιά;

- Δεν ξέρω αν θα υπάρξει εν τέλει ορατό όφελος για τη Δεξιά, αλλά αν αυτό γινόταν μέσω της άσκησης εκλογικής επιρροής στους εκλογείς που εγκατέλειψαν π.χ. τη Ν.Δ. και ψήφισαν τη Χρυσή Αυγή στις εκλογές του 2012, τότε γιατί όχι; Τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2012 έγινε μια μαζική μετακίνηση εκλογέων προς πάσα κατεύθυνση. Η Χρυσή Αυγή ψηφίστηκε προπάντων από πρώην ψηφοφόρους της Ν.Δ., του ΛΑΟΣ και του ΠΑΣΟΚ και είναι εύλογο τα κόμματα αυτά να επιδιώξουν τον «επαναπατρισμό» των ψηφοφόρων τους. Βέβαια, η εκλογική ρευστότητα αναδιατάσσει την κομματική σκηνή και οι ροές θα είναι πιο σύνθετες, εικάζω.

* Ξεμπερδέψαμε με το φασισμό... τον ευρύτερο; Θα υπάρξει τέτοια ανάλογη ευαισθησία και για αντιδημοκρατικές πρακτικές του νόμιμου κράτους;

- Οχι, δεν ξεμπερδέψαμε με τίποτα αλλά κάναμε μια μικρή αρχή. Δεν είναι λίγο αλλά δεν αρκεί.

* Η απάντησή σας στο τέρας του ναζισμού;

- Πολλή δουλειά στα σχολεία, οι εκπαιδευτικοί έχουμε ευθύνη τεράστια -ιδίως όσοι υπηρετούν στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση έχουν βαρύ φορτίο. Ας τους στηρίξει η Πολιτεία στο έργο τους αυτό και τα πανεπιστήμια επίσης. Επίσης τα Μέσα Ενημέρωσης έχουν καίριο ρόλο. Η εμβίωση της δημοκρατίας ας γίνει ένα νέο ζητούμενο.

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Κόμμα προκάλυμμα ιδιωτικής πολιτοφυλακής



Παρά τη θρυλούμενη κρίση τους, τα κόμματα εξακολουθούν να αποτελούν κεντρικό πυλώνα στις σύγχρονες δημοκρατίες: μαζικά ή παραγοντικά, ταξικά ή πολυσυλλεκτικά, κεντρώας τάσης ή κεντρώας απόκλισης, τα κόμματα παραμένουν ο κύριος νόμιμος διαμεσολαβητής της θέλησης του λαού, προς όφελος των συμφερόντων του οποίου επιχειρούν να κατακτήσουν την εξουσία. Όσο μέγεθος δυσθυμίας κι αν έχει παρεισφρήσει στις σχέσεις των πολιτών με τα κόμματα, η σημαντικότητα του ρόλου τους θέτει επί τάπητος το ζήτημα της δημοκρατικής ποιότητας ως προς τον τρόπο εσωτερικής οργάνωσής τους.
Τα κόμματα δεν είναι οργανωμένα με τον ίδιο τρόπο· άλλα επικεντρώνονται στη συγκέντρωση ψήφων, άλλα είναι προσανατολισμένα στη στρατολόγηση ατόμων σε κλαδική βάση και άλλα ενδιαφέρονται για τον ιδεολογικό εγκιβωτισμό μελών σε «πυρήνες» με ταξικά-επαγγελματικά κριτήρια. Η ταξινόμηση αυτή, την οποία οφείλουμε στον Γάλλο πολιτικό επιστήμονα Maurice Duverger, περιγράφει τη βασική οργανωτική λογική που διέπει αντιστοίχως φιλελεύθερα, σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά κόμματα.
Ο Duverger επεξεργάστηκε, επίσης, τον τύπο οργάνωσης των φασιστικών κομμάτων, τα οποία κατέταξε στην κατηγορία της “μιλίτσιας”. Ένα «κόμμα-μιλίτσια» («κόμμα-πολιτοφυλακή»), διαθέτει παραστρατιωτική δομή και λειτουργία, αυστηρή πειθαρχία και άκαμπτη ιεραρχία. Στον πυρήνα του βρίσκεται ένας εκπαιδευμένος «ιδιωτικός στρατός» ακολούθων (militia) που επιδιώκει την κατατρομοκράτηση των αντιπάλων. Παρότι ο «ιδιωτικός στρατός» συνοδεύεται από μια πολιτική οργάνωση, αυτή λειτουργεί ως πέπλο συγκάλυψης βίαιων πρακτικών και είναι χρήσιμη όταν το «κόμμα-πολιτοφυλακή» διεκδικεί μια στοιχειώδη πολιτική νομιμοποίηση.
Η ανάλυση του «κόμματος-μιλίτσια» αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο προκειμένου να κατανοήσουμε τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της μεταπολεμικής εξτρεμιστικής δεξιάς: από το υπερεθνικιστικό VMO, που ήταν υπέρ μιας “φυλετικά καθαρής Φλάνδρας” και οργάνωνε παραστρατιωτικές δράσεις για να στηρίξει τις αποσχιστικές και ρατσιστικές θέσεις του, μέχρι τη φιλοναζιστική Χρυσή Αυγή, που από την αρχή έθεσε ως στόχο να αντιμετωπίσει τους “εσωτερικούς” και “εξωτερικούς υπονομευτές” σχηματίζοντας με τους “πολεμιστές της Νέας Χαραυγής” “τάγματα εφόδου”,  το οργανωτικό μοντέλο του “κόμματος-μιλίτσια” ταιριάζει γάντι στα μορφώματα του συγκεκριμένου χώρου. H διαφορά μεταξύ VMO και Χρυσής Αυγής είναι ότι το πρώτο, λόγω συμμαχιών του με κατεστημένα δεξιά κόμματα, κατόρθωνε να καθιστά δυσδιάκριτο τo προφίλ του ως «μιλίτσιας», γι’αυτό και χρειάστηκαν είκοσι χρόνια μέχρι να τεθεί εκτός νόμου. Στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής, ωστόσο, δια στόματος του αρχηγού της, έχει ανοιχτά υποστηριχθεί το «στρατιωτικό μοντέλο οργάνωσής» της και με περηφάνεια η Χρυσή Αυγή έχει αυτοπροσδιοριστεί ως ένα κόμμα των «ταγμάτων εφόδου» (ομιλία Ν. Μιχαλολιάκου, 25.8.2012,  http://www.youtube.com/watch?v=lzXmbrdfDow, ανάκτηση 26.9.2013). 
Η Χρυσή Αυγή έχει όλα τα χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε παραστρατιωτική μονάδα, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς κι από μόνος του αν παρακολουθήσει συγκεντρώσεις της οργάνωσης: στην αρχή προσέρχονται κατά μόνας άτομα μεγαλύτερης ηλικίας κι όταν πυκνώσει ο χώρος από συγκεντρωμένους καταφθάνουν, εν είδει στρατιωτικού σχηματισμού, με κοινή ενδυμασία και κρατώντας κομματικά λάβαρα με κοντάρια, δύο έως τρεις ομάδες των δώδεκα ή περισσότερων ατόμων από το Μέτωπο Νεολαίας, στοιχισμένων και διατεταγμένων ανά τριάδες, τα οποία παρατάσσονται πειθαρχημένα –με τη παρέμβαση ανδρών που φέρουν στολές παραλλαγής και δείχνουν να περιφρουρούν το χώρο–  μπροστά από το συγκεντρωμένο πλήθος. Καθώς το μοτίβο είναι επαναλαμβανόμενο, συμπεραίνουμε ότι πρόκειται για μια τακτική της Χρυσής Αυγής, που παραπέμπει στην ύπαρξη μιας διττής οργανωτικής δομής αποτελούμενης από έναν πυρήνα μελών που δρα με βάση στρατιωτικά πρότυπα και από έναν ευρύτερο χώρο υποστηρικτών που συμβολικά και πραγματικά κυκλώνεται από την κομματική πολιτοφυλακή.
Το γεγονός ότι μια παραστρατιωτική μιλίτσια έχει διεισδύσει στα σώματα ασφαλείας, όπως κάτι τέτοιο διακρίνεται από τα υψηλά ποσοστά της Χρυσής Αυγής σε εκλογικά κέντρα που ψήφισαν μαζικά ένστολοι, είναι ένα ανησυχητικό αλλά όχι δυσερμήνευτο γεγονός. Η κοινωνική απαξίωση των σωμάτων ασφαλείας, οι χρόνιες συγκρούσεις τους με ακραίες ομάδες της Αριστεράς, μια μίζερη καθημερινότητα του ρίσκου που βιώνουν κυρίως όσοι υπηρετούν στις μονάδες της τάξης, διευκολύνουν την προσέγγιση θυλάκων της Αστυνομίας (προπάντων εκείνων που δρουν σε κλειστούς πυρήνες) με υπερεθνικιστικές ομάδες, οι οποίες αυτοπροβάλλονται ως ιδεολογικά και επιχειρησιακά όμορες με δυνάμεις της κρατικής τάξης. Το πόσο βάθος έχει μια τέτοια σύγκλιση, αν εξαντλείται στην έκφραση εφήμερων διαθέσεων ή παραπέμπει στην ύπαρξη μονιμότερων δεσμών τμημάτων της Αστυνομίας και του Στρατού με μορφώματα του ακραίου πολιτικού περιθωρίου ή, πολλώ μάλλον, αν περιλαμβάνει συνέργειες κρατικών λειτουργών με κομματικές μιλίτσιες, θα φανεί από τις έρευνες που διεξάγονται.
Το momentum είναι σημαντικό και, τώρα, αυτό που έχει πρωτίστως σημασία είναι να αντιδράσουν έγκαιρα, με σοβαρότητα και θάρρος οι θεσμοί. Τα Μίντια, ο ρόλος των οποίων πάντα είναι κομβικός στην αντιμετώπιση της ακροδεξιάς, χρειάζεται να τηρήσουν πιστά τους κανόνες της ερευνητικής δημοσιογραφίας, ώστε να εισφέρουν με εγκυρότητα στην ανάδειξη άγνωστων ή αθέατων πτυχών του «κόμματος-μιλίτσια»· με καλές προθέσεις ενδεχομένως, αλλά η ροπή προς μια περιπτωσιολογία «ιστοριών ζωής» που εμφανίζεται με ορισμένα ΜΜΕ, απλώς δραματοποιεί και αποουσιαστικοποιεί την πραγματικότητα που επιχειρείται να περιγραφεί.
Σε σχέση με τη Χρυσή Αυγή, ήδη από το 1983, όταν η οργάνωση δηλώνει πρώτη φορά επισήμως την παρουσία της στην πολιτική σκηνή και μέχρι τις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2012 σημειώνονται ορισμένες θεσμικές παραλείψεις. Στη γνωστοποίηση το 1983 προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου της ίδρυσης πολιτικού κόμματος με την επωνυμία «Λαϊκός Σύνδεσμος», όπως και στη γνωστοποίηση της συμμετοχής του στις Ευρωεκλογές το 1994 με την επωνυμία «Χρυσή Αυγή-Λαϊκός Σύνδεσμος» και από το 2009 της συμμετοχής του σε εθνικές και ευρωπαϊκές εκλογές με την τωρινή του ονομασία («Λαϊκός Σύνδεσμος-Χρυσή Αυγή») δεν περιλαμβάνεται ούτε η πλήρης διατύπωση του ν.δ. 59/1974 ούτε η επανάληψη της φρασεολογίας του άρθρου 29 §1 του Συντάγματος περί εξυπηρέτησης από το συγκεκριμένο κόμμα «της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος». Επίσης, μέχρι και τις βουλευτικές εκλογές του 2012, η αδειοδότηση της συμμετοχής της Χρυσής Αυγής σε εκλογές δεν συνοδευόταν από την κατάθεση/γνωστοποίηση του Καταστατικού της (αυτό γίνεται εκ των υστέρων τον Αύγουστο του 2012). Αν εικάσουμε βασίμως ότι το καταστατικό της οργάνωσης, με το οποίο αυτή συμμετείχε σε εκλογικές αναμετρήσεις, είναι αυτό που διαβάσαμε προσφάτως στον Τύπο (ΕφΣυν, 26.9.2013) και στο οποίο εξαίρεται η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία και απορρίπτεται η δημοκρατία, τότε μπορούμενα συνάγουμε ότι η μη συμπερίληψή του στις σχετικές δηλώσεις της οργάνωσης συνιστά μια καίρια παράλειψη, αποφασιστικής σημασίας για το δικαιωμα ή όχι συμμετοχής της σε εκλογές.

Μια ελαφρώς μικρότερη εκδοχή του άρθρου δημοσιεύθηκε στην εφημ. Το Βήμα (29.9.2013)


Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

Η οργανωτική δομή της Χρυσής Αυγής: ένα κόμμα-μιλίτσια


Απόσπασμα από υπό δημοσίευση σε συλλογικό τόμο περί εκλογών άρθρου μου για την ΧΑ

Όσον αφορά τον τρόπο οργάνωσης αυτού του μορφώματος, η Χρυσή Αυγή δημιουργεί καταρχάς υποψίες για την ύπαρξη  παράλληλων οργανωτικών δομών, πέραν εκείνων που αναφέρονται στο (νέο) καταστατικό της, λειτουργεί δε με χαρακτηριστικά «κόμματος-μιλίτσια». Το «κόμμα-μιλίτσια» (αλλιώς: «κόμμα-πολιτοφυλακή»), στο οποίο αναφέρεται ο Duverger (1963: 36 επ.), υπήρξε ιστορικά ο τύπος οργάνωσης των φασιστικών/ναζιστικών κομμάτων, τα οποία διέθεταν παραστρατιωτική λειτουργία, αυστηρή πειθαρχία και ιεραρχία, καθώς και μέσα τρομοκράτησης των αντιπάλων. Mεταπολεμικά η εξτρεμιστική δεξιά που διεκδίκησε κοινοβουλευτική παρουσία, όπως επί παραδείγματι το MSI, υιοθέτησε το μοντέλο του μαζικού κόμματος και απέφυγε το οργανωτικό στυλ της μιλίτσιας, υποστηρίζει ο Ignazi (2003: 36), παρότι ιστορικά αυτός ο τύπος κόμματος «δεν περιφρονεί τις εκλογές» κατά την περίοδο που διεκδικεί την εκλογική του ενίσχυση ή και την άνοδό του στην εξουσία, διατείνεται ο Duverger (ό.π., σ. 39). Μορφώματα του δεξιού εξτρεμιστικού χώρου χωρίς «εκλογική κλίση», όπως το Φλαμανδικό VMO, ενστερνίστηκαν γνωρίσματα της «παραστρατιωτικής μιλίτσιας». Γνωρίσματα «μιλίτσιας» οικειοποιήθηκε από τα πρώτα στάδια του βίου της και η Χρυσή Αυγή, όταν, παρότι είχε μετατραπεί σε κόμμα, η άσκηση εκλογικής επιρροής δεν αποτελούσε κεντρική και αποδεκτή από όλες τις πτέρυγές της οργάνωσης στόχευσή της. Με το σκεπτικό της αντιμετώπισης των «εξωτερικών εισβολέων» και των «εσωτερικών υπονομευτών», όπως αναφέρεται στην πρώτη Διακήρυξη Ιδεολογικών Αρχών της οργάνωσης (χ.χ.) και κατόπιν με το πρόσχημα της προσφοράς προς εκείνα τα τμήματα της κοινωνίας που είχαν ήδη οργανωθεί «σε ένα είδος μιλίτσιας» για «να προφυλάξουν τα πλέον στοιχειώδη που είναι η ζωή και η περιουσία τους»,[1] οι «πολεμιστές της Νέας Χαραυγής», όπως αρχικώς αυτοαποκαλούνταν όσοι ανήκαν στο περιβάλλον της Χρυσής Αυγής, χρησιμοποίησαν το σχήμα της «οργάνωσης-πολιτοφυλακή» ως πρότυπο παρέμβασής τους στο μαζικό χώρο. Λειτουργώντας ως άτυπη ιδιωτική μονάδα κρούσης (αλλιώς: «ιδιωτικός στρατός»), όπως περιγράφεται το «κόμμα-μιλίτσια» στην κατά Duverger (ό.π., σ. 36) εκδοχή του, η οργάνωση επιδίδεται πλέον συστηματικά σε «εφόδους» με στόχο π.χ. την εξακρίβωση στοιχείων επαγγελματικής ιδιότητας και παραμονής μεταναστών. Το ότι εξάλλου η Χρυσή Αυγή υιοθετεί χαρακτηριστικά μιλίτσιας τεκμαίρεται από δηλώσεις του ίδιου του αρχηγού της (Ellinas, στο ίδιο, σ. 11-12), ο οποίος υποστηρίζει ανοικτά ένα «στρατιωτικό μοντέλο οργάνωσης» του κόμματος, του οποίου βρίσκεται επικεφαλής.[2]
Ο Μαυρογορδάτος (1996: 139) αναφερόμενος στις οργανώσεις των Επιστράτων του 1916 και συγκρίνοντάς τες με παραστρατιωτικές οργανώσεις στην Αυστρία (Heinwehr) και τη Γερμανία (Stahlhelm) υποστηρίζει ότι στις οργανώσεις-πολιτοφυλακής δεν είναι μόνο η “μίμηση του στρατού” αλλά και η «νοσταλγία» του που τις χαρακτηρίζουν. Βέβαια, στην περίπτωση των Επιστράτων επρόκειτο «για στρατιώτες που ξαναβρίσκουν την χαμένη τους ‘κοινότητα’» και όχι «για πολίτες που παριστάνουν τους στρατιώτες» (στο ίδιο), όπως συμβαίνει σε μεταπολεμικές οργανώσεις με προφίλ ταγμάτων εφόδου. Στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής, οι δημόσιες συγκεντρώσεις της πράγματι «θυμίζουν στρατιωτική μονάδα», όπως χαρακτηριστικά έχει αναφερθεί από στελέχη της (βλ. ενδεικτικά δηλώσεις Η. Κασιδιάρη), αλλά και όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς αν παρακολουθήσει προσεκτικά συγκεντρώσεις της οργάνωσης: στην αρχή, στον τόπο της εκδήλωσης προσέρχονται κατά μόνας άτομα συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας και όταν πυκνώσει ο χώρος από συγκεντρωμένους καταφθάνουν, εν είδει στρατιωτικού σχηματισμού, με κοινή ενδυμασία και κρατώντας κομματικά λάβαρα στα χέρια τους, δύο έως τρεις ομάδες των δώδεκα ή και περισσοτέρων ηλικιακά νέων ατόμων, προφανώς από το Μέτωπο Νεολαίας, διατεταγμένων ανά τριάδες και στοιχισμένων το ένα πίσω από το άλλο, τα οποία παρατάσσονται στα δύο άκρα και μπροστά από το συγκεντρωμένο πλήθος.[3] Καθώς το μοτίβο αυτό είναι επαναλαμβανόμενο, μπορούμενα συμπεράνουμε ότι πρόκειται για μια τακτική της Χρυσής Αυγής, η οποία παραπέμπει στην ύπαρξη μιας διττής οργανωτικής δομής αποτελούμενης από έναν πυρήνα οργανωμένων μελών («μελών-ακολούθων») που δρα συντονισμένα και με στρατιωτική (ή στρατιωτικοφανή) πειθαρχία, καθώς και από έναν ευρύτερο χώρο φίλων και  υποστηρικτών που μένει στα μετόπισθεν της οργάνωσης. Σε όλον αυτόν τον στρατό-imitation παρών είναι ένας νοσταλγικός τόνος για μια «Λαϊκή Κοινότητα Ελλήνων» και μια «Ελλάδα που να ανήκει πραγματικά στους Έλληνες», ο οποίος καλλιεργείται συστηματικά στο χώρο της Χρυσής Αυγής:[4] για να υπάρχει μια τέτοια Ελλάδα είναι απαραίτητη η μάχη εναντίον του «εσωτερικού εχθρού», εκείνων δηλαδή που «μισούν» και «προδίδουν» «αυτήν την Πατρίδα», των «υπηρετών του χρεοκοπημένου λιμπεραλισμού και του ιστορικά αποτυχημένου μαρξισμού» (και εδώ ο νοσταλγικός τόνος παραπέμπει στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου[5]), ώστε «να μην τον αφήσουν να την ξεπουλήσει» (Χρυσή Αυγή 2012: 1, 6).



[1] Αποσπάσματα από τη συνέντευξη που παραχώρησε τον Ιούλιο του 2011 στη γράφουσα και τη Λ. Ρόρη σημαίνον στέλεχος της Χρυσής Αυγής. Όπως υποστήριξε το πρόσωπο με το οποίο συνομιλήσαμε, είναι οι κάτοικοι που «οργανώνονται σε ένα είδος μιλίτσια», από «λαϊκή ανάγκη» που έχει να κάνει με τις «ακραίες καταστάσεις» πολιτισμικής και εθνικής «αλλοίωσης», τις οποίες αντιμετωπίζει η χώρα.
[2] Για τα χαρακτηριστικά της Χρυσής Αυγής ως “κόμματος-μιλίτσια” βλ. ενδεικτικά τη χαρακτηριστική διατύπωση-παραδοχή του ίδιου του Γεν. Γραμματέα της σε δημόσια εκδήλωση του κόμματος: “Εδώ είμαστε, ας έρθουν να μας  συντρίψουν. Εσείς είστε τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής. Ας έρθουν να αναμετρηθούμε…”. Εδώ το σχετικό βίντεο: http://www.youtube.com/watch?v=lzXmbrdfDow. Για τα χαρακτηριστικά της Χρυσής Αυγής ως «στρατιωτικής μονάδας» βλ. σε βίντεο σχετικές δηλώσεις του βουλευτή του κόμματος Η. Κασιδιάρη (http://www.pheme.gr/node/5418, τελευταία ανάκτηση 24.4.2013) από εκδήλωση του κόμματος στα Τρίκαλα τον Οκτώβριο του 2012.
[3] Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από προσωπική έρευνα της γράφουσας, η οποία παρακολούθησε δημόσιες συγκεντρώσεις της Χρυσής Αυγής στο διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαΐου 2013.
[4] Χρυσή Αυγή (2012: 4) και Καταστατικό (30.8.2012), σ. 2.
[5] Μια σύγκριση με τα άρθρα του Α. Καμπάνη στο περιοδικό Το Νέον Κράτος καταδεικνύει τις ιδεολογικές και λεκτικές συγκλίσεις της Χρυσής Αυγής με το Μεταξικό καθεστώς, βλ. ενδ. Α. Καμπάνης, «Εσωτερική Πολιτική», τ. 1, 1937, σ. 15-18, όπου η ταυτόχρονη καταγγελία «λιμπεραλισμού» και κομμουνισμού και η εξύμνηση της «εθνικής ολότητας». Το ζήτημα των εκλεκτικών συγγενειών της Χρυσής Αυγής με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου χρειάζεται να αναλυθεί σε βάθος. Ο χώρος εδώ δεν επαρκεί, ελπίζω ωστόσο να φέρω εις πέρας ένα τέτοιο εγχείρημα σε ένα επόμενο συγγραφικό έργο που ετοιμάζω.

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Νουάρ αναγνώσεις του φασισμού

Έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, στη διάρκεια των οποίων εκδόσεις για τον φασισμό μπορούσαν να αγγίξουν ένα ευρύ κοινό. Όσο μεγάλωνε η χρονική απόσταση από τη χούντα, μαζί με το τρίτο κύμα του εκδημοκρατισμού, η θεματική του φασισμού μπήκε στο περιθώριο. Όταν στη δεκαετία του 2000 κυκλοφόρησαν στα ελληνικά ο Σ. Πέιν (Ιστορία του Φασισμού, Φιλίστωρ), ο P. Milza (Οι Μελανοχίτωνες της Ευρώπης, Scripta), o R. Paxton (H ανατομία του φασισμού, Κέδρος) ή ο Ε. Gentile (Φασισμός. Ιστορία και Ερμηνεία, Ασίνη) οι ενδιαφερόμενοι να εντρυφήσουν στα «κλασικά» αυτά κείμενα μετριούνταν στα καθίσματα λίγων μικρών σεμιναριακών αιθουσών. Σήμερα, δεν είναι τόσο ότι ξαναδιαβάζονται οι αναλυτές του φασισμού από ένα ευρύ κοινό, όσο ότι ολοένα και περισσότεροι ενδιαφέρονται για τη θεματική που έχει γίνει σαν ένα τελάρο ζωγραφικής για να τεντωθούν πάνω του οι πρόσφατες σκληρές εικόνες του εγχώριου δεξιού εξτρεμισμού.
Ε(πανε)κδόσεις έργων από τον χώρο της νουάρ λογοτεχνίας που ως κύριο θέμα τους έχουν τον ναζισμό και τον φασισμό σε μεταβατικές περιόδους –όταν οι ολοκληρωτισμοί εγκαθιδρύονται ως καθεστώτα και όταν τα καθεστώτα αυτά καταρρέουν– έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον ενός σημαντικού αριθμού αναγνωστών. Αριστοτεχνικά δείγματα γραφής αυτού του είδους αποτελεί η κυκλοφορία στα ελληνικά των δύο Τριλογιών: του Βερολίνου (Ph. Kerr) και του Φασισμού (C. Lucarelli). Η σαγηνευτική πένα του Kerr και του Lucarelli, η ενδιαφέρουσα μυθιστορηματική πλοκή και προπάντων οι χαρακτήρες του ντεντέκτιβ Μπέρνι Γκούντερ και του επιθεωρητή Ντε Λούκα αποτελούν λόγο επαρκή για να μην αφήσει ο αναγνώστης μισοδιαβασμένη καμία από τις δύο Τριλογίες που θα πιάσει στα χέρια του. Ωστόσο, μια γοητευτική όσο και καλοδουλεμένη λογοτεχνική προσέγγιση μπορεί να προσθέσει κάτι στην ερμηνεία του φασισμού/ναζισμού;

Ο ντεντέκτιβ Γκούντερ, που απεχθάνεται τους Ναζί και ο επιθεωρητής Ντε Λούκα, που έχει στελεχώσει μηχανισμούς καταστολής του φασιστικού καθεστώτος, διαθέτουν κάτι κοινό: διατηρούν μια εμφανή εσωτερική απόσταση από το πολιτικό καθεστώς. Επέτρεπαν, όμως, οι Ολοκληρωτισμοί μια κάποια εσωτερική διαφοροποίηση των ακολούθων; Ο κυνισμός και η επιτηδειότητα του Μπέρνι Γκούντερ, όπως και η τυφλή επαγγελματική προσήλωση –ένα σχεδόν Βεμπεριανό ήθος εργασίας– του Ντε Λούκα θα μπορούσαν να αποτελέσουν οδηγό επιβίωσης στην καθημερινότητα του φασισμού και του ναζισμού; Η καθιερωμένη απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική, αν και η διατύπωσή του σκιαγραφεί αχνά μια προοπτική τρωτότητας των ολοκληρωτικών καθεστώτων κάθε είδους.

Δημοσιεύθηκε στον Βιβλιοστάτη της Εφ.Συντ. (07.09.2013) http://www.efsyn.gr/?p=107467