Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Συνολική Πολιτική κατά του Ρατσισμού


Στις 12 Μαΐου 1991, η τοπική οργάνωση Μονάχου-Άνω Βαυαρίας του εξτρεμιστικού-φιλοναζιστικού Εθνικού Δημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (NPD) διοργάνωσε εκδήλωση με θέμα «Το μέλλον της Γερμανίας στη σκιά του πολιτικού εκβιασμού» με κεντρικό ομιλητή τον γνωστό αρνητή του Ολοκαυτώματος David Irving. Η εκδήλωση είχε προαναγγελθεί από κομματικό έντυπο με την επισήμανση ότι ο ομιλητής θα έπαιρνε θέση στο ερώτημα, εάν οι Γερμανοί θα εξακολουθούσαν «να ανέχονται τη σύγχρονη ιστορία ως ένα όργανο πολιτικού εκβιασμού». Καθώς η τέλεση αξιόποινων πράξεων στη διάρκεια της εκδήλωσης θεωρήθηκε από τις αρχές πιθανή, η Δημαρχία του Μονάχου έθεσε τις παραδεκτές προϋποθέσεις για τη διεξαγωγή της, οι οποίες αφορούσαν την απαγόρευση άρνησης ή αμφισβήτησης του Ολοκαυτώματος από τους διοργανωτές και τους προσκεκλημένους τους. Η απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου (1 BvR 23/94/13.4.1994) που προκλήθηκε εξαιτίας της προσφυγής του NPD κατά της θεσμικής πλαισίωσης για τη διεξαγωγή της εκδήλωσης, αποτελεί ορόσημο και προσδίδει κατεύθυνση στη νομοθετική διαδικασία για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας πανευρωπαϊκά. Μεταξύ άλλων αναφέρεται στην απόφαση:  
«Η ελευθερία του λόγου δεν είναι εγγυημένη άνευ όρων … υπόκειται στους περιορισμούς του Θεμελιώδους Νόμου και της γενικής νομοθεσίας … Η ελευθερία του λόγου δεν κατέχει προτεραιότητα έναντι της προστασίας της προσωπικότητας. Αναφορικά με τις εκφράσεις γνώμης που εκλαμβάνονται ως τυπική προσβολή ή ύβρι, η προστασία της προσωπικότητας κατά κανόνα προηγείται της ελευθερίας της γνώμης. Σε ό,τι αφορά τις απαγορευόμενες εκφράσεις, ότι στο Τρίτο Ράιχ δεν υπήρξε δίωξη των Εβραίων, πρόκειται … για αναληθή ισχυρισμό … που δεν απολαμβάνει της προστασίας της ελευθερίας της γνώμης».

Είναι, ωστόσο, δυνατόν να υπάρχουν περιορισμοί στην έκφραση γνώμης στο πλαίσιο μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας; Τι είδους δημοκρατία θα ήταν αυτή που δεν θα επέτρεπε ακόμη και στους αρνητές της μνήμης του Ολοκαυτώματος να εκφράσουν την ‘α-μνησία’ τους, όποια κίνητρα κι αν είχε η απώθηση ή παραποίηση της δικής τους μνήμης; Προσωπικά θα μου φαινόταν, πάντως, σαν μια ‘δημοκρατία-κόλαση’ εκείνη στην οποία κάθε λεκτικός συνειρμός θα μπορούσε ελεύθερα να εκλυθεί στην κοινωνικο-πολιτική ατμόσφαιρα. Πριν επιδοθούμε σε έναν καταιγισμό καταγγελιών εναντίον των περιορισμών στην ελεύθερη έκφραση (ακόμη και) του (πλέον ακραίου) λόγου, ας ομολογήσουμε καταρχάς ότι οι περιορισμοί στην έκφραση του λόγου και της γνώμης είναι σύμφυτοι της ίδιας της ελευθερίας της έκφρασης, εφόσον κάθε φορά που εκφράζουμε κάτι συνειδητά ή ασυνείδητα αποφασίζουμε να μην πούμε ή να μην γράψουμε κάτι άλλο για λόγους προσωπικούς αλλά και άλλους που σχετίζονται με το περιβάλλον που απευθυνόμαστε ή και από το οποίο εξαρτώμαστε. Τα όρια μεταξύ λόγου και πράξης είναι διακριτά, συγχρόνως όμως είναι και όρια διαπερατά. Όποιος έχει διαβάσει τα σημειωματάρια του Βίκτωρα Κλέμπερερ (που εκδόθηκαν σε βιβλίο το 1957 με τίτλο Lingua Tertii Imperii), στα οποία αναλύεται η γλώσα των Ναζί, αντιλαμβάνεται με τρόπο δραματικό το περιεχόμενο της προμετωπίδας του βιβλίου: ‘η γλώσσα είναι πιο πολύ κι από αίμα’.  Η γλώσσα ήταν το πιο ‘δυνατό’ μέσο επιρροής που διέθεταν οι Ναζί: επρόκειτο για μια “γλώσσα δηλητηριώδη” που κατεξουσίασε όχι μόνο τους πιστούς οπαδούς του χιτλερισμού, αλλά και τους αδιάφορους, ακόμη και αντιπάλους του. Τηρουμένων των αναλογιών αυτό συμβαίνει με τη γλώσσα των εξτρεμιστών: παρά την εκφραστική πενία της, ίσως και εξαιτίας της, ‘εγκλωβίζει’ και ‘περικυκλώνει’.

Ο αντιρατσιστικός νόμος που σχεδιάζει το υπουργείο δικαιοσύνης έχει προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων: κατά πολλούς η έννοια ‘εχθροπάθεια’, που περιέχεται, είναι ασαφής εφόσον ο ορισμός της θα μπορούσε να απομονωθεί από την καλλιέργεια ρατσιστικών διακρίσεων και να συνδεθεί με ευρύτερες μορφές πολιτικής αντιπαλότητας, ενώ κατ’άλλους με το περιεχόμενο της συγκεκριμένης νομοθετικής πρωτοβουλίας πλήττεται η ελευθερία του λόγου ή και απειλείται η ελεύθερη πολιτική δράση. Οι αιτιάσεις είναι ως ένα σημείο εύλογες και τα αδύνατα σημεία πρέπει να αντιμετωπιστούν. Ο νέος νόμος εναντίον του ρατσισμού και της ξενοφοβίας κύριο σκοπό δεν μπορεί παρά να έχει την αντιμετώπιση του φαινομένου του φιλοναζιστικού εξτρεμισμού. Δεν πρόκειται για ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών με την ιστορία γι’αυτό το ζητούμενο δεν είναι ένας νόμος που να διαχειρίζεται τα προβλήματα του δεξιού εξτρεμισμού κατ’αναλογία προς εκείνα του αριστερού εξτρεμισμού ούτε να θέτει ευρύτερους κανόνες πολιτικής ορθότητας και να τηρεί ίσες αποστάσεις από θεωρητικώς ομόλογα ιστορικά-πολιτικά φαινόμενα. Δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο. Ο φιλοναζιστικός εξτρεμισμός περικυκλώνει την κοινωνία. Τα μέσα του εγκλωβισμού (μεταξύ αυτών ο λόγος και τα σύμβολα του φιλοναζιστικού εξτρεμισμού) δεν είναι κενά σημαίνοντα, γι’αυτό και η αντιμετώπιση των υπονομευτών της δημοκρατίας πρέπει να είναι αυστηρή. Ταυτοχρόνως η αντιμετώπιση δεν μπορεί να είναι μόνο νομικο-δικαιική, αλλά συγχρόνως (εκ-)παιδευτική και πολιτική. Και σε αυτό το πεδίο η ελληνική πολιτεία έχει μείνει δυστυχώς απελπιστικά πίσω.

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. Το Βήμα (19.5.2013)


Αναδημοσιεύθηκε στη Μεταρρύθμιση

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Οι Εχθροί της Δημοκρατίας





Το τέλος του 20ού αιώνα και το ξεκίνημα του 21ου είναι συνδεδεμένο με τον «ιδεολογικό θρίαμβο της Δημοκρατίας».
Ο εκδημοκρατισμός, δηλαδή το κίνημα των πολιτικών αλλαγών προς μια δημοκρατική κατεύθυνση, τείνει να γίνει ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Από την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων μέχρι την Αραβική Άνοιξη, ο εκδημοκρατισμός έχει να επιδείξει και πολλά επιτεύγματα, αλλά και πολλές καθυστερήσεις και παλινδρομήσεις από τον κύριο στόχο.
Αυτός είναι ο τρόπος που –από υπάρξεώς του– αναπτύσσεται το δημοκρατικό κίνημα: με μικρότερα ή μεγαλύτερα άλματα προς τα εμπρός, αλλά και με έναν αντίστοιχο βηματισμό προς τα πίσω· ο εκδημοκρατισμός εξελίσσεται κατά κύματα, αλλά κάθε κύμα εκδημοκρατισμού ακολουθείται (δυστυχώς κατά κανόνα) από ένα κύμα αναστροφής του.
Η πορεία προς τη δημοκρατία δεν είναι ευθύγραμμη, γι’αυτό και η δημοκρατία –ακόμη και εκεί που δείχνει να έχει ολοκληρωθεί– δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.
Το πρώτο μακρύ κύμα εκδημοκρατισμού διακόπτεται από την άνοδο του φασισμού και του ναζισμού. Η δημοκρατία κατέρρευσε με τον πλέον ολέθριο τρόπο μετά το 1922 (άνοδος Μουσολίνι στην εξουσία).
Το δεύτερο κύμα, που εκκινά με την ήττα των ολοκληρωτικών καθεστώτων στο τέλος του Β’ΠΠ και συνοδεύεται από το εγχείρημα οικοδόμησης μιας ουσιαστικής δημοκρατίας, ακολουθείται από την πτώση της δημοκρατίας στην Ελλάδα και σε χώρες της Λ. Αμερικής. Το νούμερο είναι εντυπωσιακό όσο και δραματικό: 1/3 των μεταπολεμικών δημοκρατιών γνώρισαν αυταρχικές κυβερνήσεις μέχρι τα μέσα του ’70.
Η έναρξη του τρίτου κύματος συμπίπτει με την επάνοδο στη δημοκρατική ομαλότητα των χωρών της Ν. Ευρώπης, σταδιακά και της Λ. Αμερικής. Στιγμή κορύφωσης του εκδημοκρατισμού αποτελούν οι διεργασίας οικοδόμησης της δημοκρατίας ταυτοχρόνως σε πολλές χώρες του πρώην κομμουνιστικού κόσμου.
Κύριο χαρακτηριστικό του τρίτου κύματος εκδημοκρατισμού και της πορείας της δημοκρατίας στις ημέρες μας είναι ότι ο κλυδωνισμός της γίνεται από τα μέσα: η υποχώρηση της δημοκρατικής ποιότητας (τα κοινωνικά δικαιώματα που τίθενται εν αμφιβόλω), όπως και ο περιορισμός της ικανότητας της δημοκρατίας να ανταποκρίνεται σε θεμελιώδη κοινωνικά αιτήματα (για υγεία, εργασία, εκπαίδευση), η αύξηση της επιρροής εξω-κοινοβουλευτικών παραγόντων –κυρίως των δυνάμεων της αγοράς και των μίντια (εσχάτως και του θεάματος) στην πολιτική και τη λήψη των αποφάσεων–, αυτό είναι το πρόβλημα της δημοκρατίας σήμερα στο εσωτερικό κάθε ανεπτυγμένης δημοκρατίας.

Μετά-δημοκρατία
Βρισκόμαστε σήμερα σε μια μετα-δημοκρατική συγκυρία: η οικονομία είναι πιο ισχυρή από την πολιτική και η πολιτική των εκλεγμένων κυβερνήσεων και αντιπροσώπων λιγότερο αποτελεσματική από όσο τα αιτήματα των κυβερνωμένων και τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου απαιτούν. Το «παράδοξο της δημοκρατίας», λοιπόν, τείνει να μετατραπεί σε ένα «δημοκρατικό αδιέξοδο».
•Τι είναι το «παράδοξο της δημοκρατίας»; Πρόκειται για την πίστη στη δημοκρατική ιδέα, η οποία όσο εντονότερη είναι τόσο μεγαλύτερη δυσαρέσκεια προκαλεί για τον τρόπο που λειτουργεί και τα αποτέλεσματα που παράγει ένα σύστημα δημοκρατικής διακυβέρνησης. Να το πω απλούστερα: ο τρόπος που λειτουργεί μια δημοκρατία και τα αποτελέσματα που προκύπτουν από τη λειτουργία της είναι πάντα κατώτερα των προσδοκιών που έχουμε από τη δημοκρατία.
•Και το δημοκρατικό αδιέξοδο, πότε και πώς εμφανίζεται; Βασικά  στη μεταδημοκρατική συγκυρία του σήμερα, ακριβώς επειδή σήμερα δεν δείχνει να περιορίζεται μόνο η υποστήριξη στο σύστημα διακυβέρνησης, αλλά να υποχωρεί η υποστήριξη στην ίδια τη δημοκρατική ιδέα.
Να το πω διαφορετικά: σε λίγο προηγούμενες εποχές, αυτό που ονομάστηκε «κρίση της δημοκρατίας» συνοδευόταν –παρόλα αυτά– από διάχυτη υποστήριξη των πολιτών στη δημοκρατική ιδέα:
οι πολίτες ήταν δυσαρεστημένοι με τον τρόπο λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών, με το πολιτικό προσωπικό και τις αποφάσεις  που αυτό λάμβανε, εξακολουθούσαν όμως να συνδέουν τις προσδοκίες τους με την πρόοδο και την ολοκλήρωση της δημοκρατίας.
Σήμερα, δεν είναι μόνο η κρίση των θεσμών, της πολιτικής και της διακυβέρνησης, λαθώς και η έλλειψη πολιτικής εμπιστοσύνης ή και η απουσία επαρκούς νομιμοποίησης των πολιτικών αποφάσεων που απειλεί τη δημοκρατία· πρώτα απ’όλα η δημοκρατία απειλείται από τη μείωση της υποστήριξης των πολιτών προς τη δημοκρατική ιδέα.
Όταν η διάχυτη υποστήριξη προς τη δημοκρατία είναι υψηλή, όση πολιτική δυσαρέσκεια κι αν υπάρχει (δηλ. όσο χαμηλή κι αν είναι η εμπιστοσύνη στους πολιτικούς και τους πολιτικούς θεσμούς), οι πολιτικές ευκαιρίες για τους Εχθρούς της Δημοκρατίας θα παραμένουν χαμηλές. Οι πύλες για τους Εχθρούς της Δημοκρατίας διανοίγονται όταν περιορίζεται και η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς και τους λειτουργούς της δημοκρατίας, και η διάχυτη υποστήριξη προς την ίδια τη δημοκρατική ιδέα.
Να το πω απλά: οι Εχθροί της Δημοκρατίας εισχωρούν στο εσωτερικό της όταν αυτή απαξιώνεται στα μάτια των οπαδών της· π.χ. όταν Δημοκρατία και Αυταρχισμός εξισώνονται· όταν το σύνθημα «η Χούντα δεν τελείωσε το 1973» εκφέρεται όχι από κάποια γκρουπούσκουλα, αλλά μεταβάλλεται σε κεντρικό σύνθημα μαζικών κινητοποιήσεων και κριτικής προς τη δημοκρατία, τότε ναι, οι Εχθροί της Δημοκρατίας έχουν αρχίσει να μας περικυκλώνουν.

Ποιοι ειναι οι Εχθροί της Δημοκρατίας;

Θα τους χωρίσω σε δύο κατηγορίες:
πρώτον, πρόκειται για τους κάθε είδους αντιδημοκράτες – τους οπαδούς μορφών ολοκληρωτικής και αυταρχικής διακυβέρνησης που υπονομεύουν ανοιχτά τη δημοκρατία αμφισβητώντας τα θεμελιώδη μιας δημοκρατικής πολιτείας – π.χ. την καθολικότητα των δικαιωμάτων, την ισότητα και την ελευθερία των πολιτών, αλλά και το περίφημο μονοπώλιο της έννομης άσκησης βίας μέσα στην εθνική επικράτεια. Θα αποκαλέσω εκείνους που ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία «σκληρούς» Εχθρούς της Δημοκρατίας.
Πέραν των «σκληρών» Εχθρών της Δημοκρατίας υπάρχει και μια δεύτερη κατηγορία: πρόκειται για τους «λεπτούς» ή «υποδόριους» Εχθρούς της Δημοκρατίας. Είναι όλοι εκείνοι που τυπικώς κινούνται εντός του δημοκρατικού τόξου, στην πραγματικότητα όμως με τον λόγο και τα έργα τους αποδυναμώνουν την ιδέα της δημοκρατίας ή/και τη δημοκρατία ως πράξη.

Στην Ελλάδα της κρίσης οι Εχθροί της Δημοκρατίας και ενισχύονται σε δύναμη και πληθαίνουν σε αριθμό.
Η Χρυσή Αυγή κρατά αναμφίβολα τα σκήπτρα – είναι η κατεξοχήν αντιδημοκρατική-εξτρεμιστική οργάνωση και αυτό δεν αλλάζει εξαιτίας της εκπροσώπησής της στην Ελληνική Βουλή. Την επικινδυνότητά της για την Γ’ Ελληνική Δημοκρατία μπορώ να τη συγκρίνω μόνο με εκείνη της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη – παρά τις ιδεολογικές διαφορές τους και τις διαφορές στο στόχο και τα τεχνικά μέσα της δράσης τους, ο εκφοβισμός, ο εξτρεμισμός και η χρήση πολιτικής βίας συνθέτουν έναν κοινό παρονομαστή.
Ο εξτρεμισμός είναι ένα πρόβλημα στις ημέρες μας που γίνεται οξύτερο όσο η κρίση διαρκεί και οι επιχειρησιακές δυνατότητες της κεντρικής εξουσίας είναι περιορισμένες. Παρότι τα περιστατικά είναι μεμονωμένα, ωστόσο γεγονότα όπως οι καταστροφές των κουκουλοφόρων στις Σκουριές Χαλκιδικής έρχονται να καταδείξουν ότι η πάλη για τη Δημοκρατία εκτυλίσσεται σε πολλά μέτωπα· σαφώς η ΧΑ συνθέτει την κατ’εξοχήν σκληρή αντιδημοκρατική δύναμη, όμως δεν είναι η μοναδική τέτοια δύναμη στον αγώνα της δημοκρατίας εναντίον των εχθρών της.
Επιπλέον, η πλειάδα των λεπτών υπονομευτών της δημοκρατίας έχει τόσο πολύ γίνει μέρος μιας mainstream κατάστασης, που περίπου καθίσταται παρεξηγήσιμη μια τέτοια αναφορά που εντάσσει μορφές έντονης εναντιωτικής δράσης, π.χ. από τις αντιδράσεις στην Κερατέα, μέχρι εκείνες του “Δεν πληρωνω” ή τους προπηλακισμούς βουλευτών, στη χορεία των “λεπτών” υπονομευτών της δημοκρατίας. Αν ψάξουμε περισσότερο το όλον πεδίο της “λεπτής” υπονόμευσης της δημοκρατίας και αναζητήσουμε τι δίνει υπόσταση, μέγεθος και διάρκεια στο πεδίο αυτό, θα ανακαλύψουμε ένα υπόστρωμα θολής υποστήριξης ή, τουλάχιστον, ανοχής και μια τάση δικαίωσης κινήτρων που διέπουν τη δράση των λεπτών υπονομευτών της δημοκρατίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της Ελλάδας της κρίσης, που συνεπάγεται εισοδηματικές και εργασιακές απώλειες, ανασφάλεια και επισφάλεια στον συνολικό τρόπο ζωής των πολιτών, η δημοκρατία χάνει σε υποστήριξη, ενώ κερδίζουν -αν όχι σε πραγματική υποστήριξη, έστω σε ανοχή-, “σκληροί” και “λεπτοί” υπονομευτές της δημοκρατίας, και το ερώτημα που προβάλλει είναι διττό:

Τι μπορεί να κάνει η Δημοκρατία με τους Εχθρούς της και πώς μπορεί να ξανακερδίσει εκείνους που την εγκαταλείπουν;
Θα περιγράψω σχηματικά τα –κατά τη γνώμη μου– αναγκαία βήματα που πρέπει να γίνουν. Θα χωρίσω τα βήματα αυτά σε δύο κατηγορίες αναλόγως του χρονικού ορίζοντα ανάπτυξης και απόδοσής του: πρόκειται για βήματα μάκρο- και μέσοπρόθεσμης απόδοσης που θα αναπτυχθούν από τα κάτω και από τα πάνω, καθώς και βήματα βραχυπρόθεσμης απόδοσης.
•Στα βήματα μακροπρόθεσης απόδοσης που εκκινούν από τα κάνω θα εντάξω την επείγουσα ανάγκη ανάπτυξης του αντικειμένου της πολιτειακής παιδείας στα σχολεία με στόχο την ενστάλαξη στους νέους μιας ταυτότητας του πολίτη. Δεν αναφέρομαι και ούτε εννοώ την παραδοσιακή διδασκαλία από καθέδρας ενός μαθήματος, αλλά την ανάπτυξη ενός αντικειμένου που θα περιλαμβάνει γνώση, διάδραση, συμμετοχή και συλλογική δράση και θα ενεργοποιήσει σε έναν συλλογικό στόχο τους μαθητές διδάσκοντάς τους και εξοικειώνοντλας τους με τη δημοκρατία στην πράξη.
Στόχος της πολιτειακής παιδείας είναι να δημιουργήσει τέτοιες συλλογικές δράσεις (αμέσως από τώρα, ήδη από χθες κανονικά και όχι από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος, απλώς με αύξηση των ωρών διδασκαλίας ενός μαθήματος και ικανοποίησης έτσι συνδικαλιστικών αιτημάτων ενός κλάδου εκπαιδευτικών) σε όλα τα σχολεία της χώρας ανακόπτοντας τη διείσδυση της προπαγάνδας της ΧΑ, που βρίσκει σήμερα πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθεί σε ένα «νεκρό» και «απαξιωμένο» σχολείο.
•Στα βήματα μεσοπρόθεσμης απόδοσης από τα πάνω που εκκινούν από τους θεσμούς και έχουν ως στόχο τους θεσμούς και τη βελτίωση της ποιότητάς τους, θα εντάξω την αναθεώρηση του Συντάγματος στις διατάξεις του εκείνες που αναφέρονται στο θεσμό «πολιτικό κόμμα». Πρόκειται για το άρθρο 29, οι αναφορές του οποίου σχετικά με τον στόχο που οφείλουν να υπηρετούν τα κόμματα  («την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος») είναι πια ανεπαρκείς. Η παρούσα βουλή από τον Ιούνιο του 2013 μπορεί να είναι αναθεωρητική και ο συνταγματικός νομοθέτης θα μπορούσε να προβλέψει μια σαφή διάταξη, στην οποία να περιγράφεται όχι μόνο τι οφείλει να εκπληρώνει ένα κόμμα (όπως χαλαρά έστω γίνεται αυτό στο άρθρο 29 του Συντάγματος), αλλά και τι, με λόγο και έργα, ΔΕΝ μπορεί ένα πολιτικό κόμμα να παραβιάζει προκειμένου να μετέχει στον κομματικό και τον εκλογικό ανταγωνισμό και να δέχεται κρατική χρηματοδότηση. Νομίζω στο σημείο αυτό θα μπορούσε να εμπλουτιστεί η ελληνική συνταγματική πραγματικότητα από τη γερμανική (το άρθρο 21 του γερμανικού Θεμελιώδους Νόμου που αναφέρεται στα Πολιτικά Κόμματα), προκειμένου να περιοριστεί η δυνατότητα που έχουν σήμερα οριακά περιθώρια της πολιτικής σκηνής και «κόμματα μιλίτσιες» να μετέχουν κανονικά στην κομματική σκηνή και τη Βουλή.
Σήμερα, όσοι μπορούν και πρέπει να δείξουν ανάστημα, μοιάζει να τα έχουν χαμένα. Ως αναχώματα πρέπει, ωστόσο, να λειτουργήσουν 1) οι κοινωνικοί θεσμοί (π.χ. η διοικούσα Εκκλησία που μέχρι τώρα παρακολουθεί με αδιαφορία τις ποικίλες εκφράσεις των υπονομευτών της δημοκρατίας)· 2) τα ΜΜΕ (που συχνά δίνουν απλόχερα ορατότητα σε Εχθρούς της Δημοκρατίας· χωρίς να παραβιάζεται καμία ελευθερία του λόγου και κανένα στοιχείο της φιλελεύθερης δημοκρατικής τάξης, ωστόσο η προβολή των εχθρών της δημοκρατίας από τα μίντια δεν μπορεί να αφεθεί στον αυτοσχεδιασμό [καλό σενάριο] και στην εκμετάλλευση [κακό σενάριο] – χρειάζονται κάποιοι κανόνες, θα επιμείνω)· και 3) η δικαιοσύνη που ολιγωρεί και συχνά κλείνει τα μάτια π.χ. στα εγκλήματα με ρατσιστικό κίνητρο μη θέτοντες τους δράστες και τους ηθικούς δράστες προ των ευθυνών τους.
Όσον αφορά το σήμερα και όσα μπορούν να γίνουν με ορίζοντα βραχυπρόθεσμης απόδοσης – δυστυχώς δεν μπορούν να γίνουν πάρα πολλά, ενώ χρειάζεται και προσοχή στον τρόπο που θα γίνουν, όσα γίνουν, ώστε να μην λειτουργήσουν ως bumerang: χρειάζεται να στηθούν αναχώματα απέναντι στους εχθρούς της δημοκρατίας για την αναβάθμιση και την προστασία της δημοκρατίας στην Ελλάδα της κρίσης σήμερα.

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

ΕΠΙΣΤΗΜΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ - Πολυπολιτισμικότητα

Εκδόσεις Gutenberg



Το 1999 το περιοδικό Επιστήμη και Κοινωνία αφιέρωσε ένα τεύχος του στην πολυπολιτισμικότητα. Τότε βιώναμε τις επιπτώσεις της κατάρρευσης των κομμουνιστικών καθεστώτων και οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ήταν ήδη χώρες υποδοχής μεταναστών από δεκαετίες, βρέθηκαν με έναν επιπλέον σημαντικό αριθμό οικονομικών μεταναστών. 
Το φαινόμενο της διαχείρισης των 'ξένων', των δικαιοπολιτικών διλημμάτων που τίθενται και των πρακτικών θεμάτων που ανακύπτουν, δεν ήταν καινούριο για τις χώρες αυτές. Για την Ελλάδα όμως το φαινόμενο ήταν νέο και η αμηχανία με την οποία το αντιμετώπιζε (και συνεχίζει να το αντιμετωπίζει) τόσο το ελληνικό κράτος όσο και η ελληνική κοινωνία μεγάλη. 
Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το περιοδικό ήταν σχετικά πρόδρομο στην ενασχόλησή του με το θέμα της πολυπολιτισμικότητας. Όπως μάλιστα διατύπωνε η συντακτική επιτροπή του τεύχους στα Προλεγόμενα, 'η έννοια της πολυπολιτισμικότητας επιστημονικά δεν έχει ακόμη αποκτήσει το νόημα που της ανήκει'. Δεκατρία χρόνια μετά το περιοδικό Επιστήμη και Κοινωνία προσεγγίζει εκ νέου το θέμα. Τα δεδομένα έχουν αλλάξει δραματικά. Ένα ανοικτά φιλο-ναζιστικό κόμμα εκπροσωπείται στο Κοινοβούλιο με 18 βουλευτές, η ρατσιστική βία έχει ενταχθεί στην καθημερινότητα, ο ακροδεξιός λόγος αποκτά όλο και μεγαλύτερη πειστικότητα σε μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, η οποία έχει καταλήξει μία από τις πιο ξενοφοβικές της Ευρώπης.

Στο τεύχος γράφουν περί πολυπολιτισμικότητας: 
Θάλεια Δραγώνα, Δημήτρης Χριστόπουλος, Γιώργος Αγγελόπουλος, Βασίλης Αράπογλου και Άννα Φραγκουδάκη.

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Μετα-δημοκρατία και Πολιτική Συμμετοχή




Το Κέντρο Πολιτικών Ερευνών σας προσκαλεί στην ομιλία της Dorothée de Nève με τίτλο "Μετά-δημοκρατία και πολιτική συμμετοχή", την Τετάρτη 3 Απριλίου 2013, στις 15.30 στην αίθουσα Α 4.1, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Στην πολιτική επιστήμη η έρευνα όσον αφορά την πολιτική συμμετοχή έχει στη διάθεσή της καθιερωμένα εργαλεία για την ανάλυση της συμμετοχικής συμπεριφοράς των πολιτών, ενώ διακρίνονται διαφορετικές μορφές πολιτικής συμμετοχής. Μέχρι τώρα στο επίκεντρο της ανάλυσης βρισκόταν η πολιτική συμμετοχή στα δημοκρατικά συστήματα. Τον καιρό της μετά-δημοκρατικής κρίσης το ενδιαφέρον της ερευνητικής κοινότητας επικεντρώνεται σε φαινόμενα όπως η μείωση της συμμετοχής στις εκλογές και η απογοήτευση των πολιτών από την πολιτική. Στην εισήγηση της Dorothée de Nève θα επιχειρηθεί η κριτική παρουσίαση της μέχρι τώρα έρευνας για τη συμμετοχή και θα αναλυθεί συστηματικά η μετά-δημοκρατία ως ένας νέος τύπος πολιτικού παραδείγματος. Τέλος, θα υπάρξει συζήτηση σχετικά με την προοπτική της έρευνας για τη συμμετοχή εν καιρώ μετά-δημοκρατίας.

Η Dorothée de Nève είναι επισκέπτρια καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο FernUniversität στο Χάγκεν (Γερμανία) και κατέχει την έδρα «Κράτος και Διακυβέρνηση», ενώ έχει διδάξει και σε πανεπιστήμια της Αυστρίας, της Γερμανίας και της Ιαπωνίας. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα αφορούν στην ανάλυση των διαφορετικών εκδοχών της πολιτικής συμμετοχής και στη μελέτη των σοσιαλδημοκρατικών και σοσιαλιστικών κομμάτων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Κέντρο Πολιτικών Ερευνών

Εδώ θα βρείτε μια σύνοψη της εισήγησης.

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Μη-Βία και αντιμετώπιση της ακροδεξιάς

Βασιλική Γεωργιάδου - Video Dailymotion


Με τους Μαρία Τοπάλη και Νίκο Μυλωνά από την εκδήλωση του ThinkΠ των Οικολόγων Πράσινων

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Τα αναχώματα της βίας


Η κρίση έχει επηρεάσει καθοριστικά όχι μόνο το επίπεδο ζωής κινητοποιώντας πρωτόγνωρες στρατηγικές ατομικής επιβίωσης στο πλαίσιο μιας αφόρητης καθημερινότητας αλλά και τον τρόπο που σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε για εμάς και τους άλλους: οι βεβαιότητες έχουν διαλυθεί, ενώ οι ανασφάλειες έχουν πολλαπλασιαστεί. Η ελληνική κοινωνία έχει μετατραπεί σε μια ιδεοτυπική περίπτωση «κοινωνίας του κινδύνου», με τους πολίτες να είναι εκτεθειμένοι σε αβεβαιότητες και υψηλά ρίσκα που δεν μπορούν να εκτιμήσουν ή να αποφύγουν.

Η κρίση, όμως, παρ' ότι ευθύνεται για πολλά, δεν είναι πρωτογενής αιτία και εξηγητικό εργαλείο για όλα τα κοινωνικο-πολιτικά φαινόμενα στην παρούσα συγκυρία. Οι παθογένειες που προετοίμασαν την κρίση (διαφθορά, κρατικοδίαιτη κοινωνία και αγορά, κομματισμός, λαϊκισμός κτλ.) ήταν παρούσες πριν από την εκρηκτική εκδήλωσή της. Πολλές φορές στην προσπάθεια να εξηγήσουμε τα (επι-)φαινόμενα της κρίσης - από τις διακυμάνσεις στον αριθμό των αυτοκτονιών ως τις εκδηλώσεις βίας και από την απορρύθμιση του κομματικού συστήματος ως την άνοδο της Χρυσής Αυγής -, αυθαιρετούμε αναλυτικά ανάγοντας τις αιτίες στο αποτέλεσμα. Μία από τις συνηθισμένες αναγωγές έχει να κάνει με τα θύματα της κρίσης (άνεργοι, νεόπτωχοι), για τα οποία θεωρείται αυτονόητο ότι η επιδείνωση της οικονομικής - κοινωνικής τους θέσης τα καθιστά επιρρεπή στον εξτρεμισμό και στη βία. Δεν είναι όμως (μόνο) οι ευάλωτοι  στις ακραίες συνέπειες της κρίσης οι δυνητικοί πρωταγωνιστές του πολιτικού εξτρεμισμού και θιασώτες της βίας.

Σε μια συνέντευξή της («Lifo», 18.2.2013) η ηθοποιός Μπέττυ Αρβανίτη παρατήρησε πως κάθε φορά «το καινούργιο προκύπτει από αυτό που ήδη υπάρχει» και συνεπώς «ο εαυτός μας είναι το υλικό μας». Ποιο είναι αυτό το υλικό στην Ελλάδα της κρίσης; Απαντώντας επιγραμματικά, από την οπτική του μακροεπιπέδου, η κλειστότητα και η αδυναμία ανανέωσης του πολιτικού συστήματος εδράζονται στις «σουλτανικές» ρίζες των πολιτικών θεσμών· ο κρατισμός είναι αποτέλεσμα μιας δημοσιονομικής νοοτροπίας που αναπτύχθηκε στις τάξεις των ελίτ οι οποίες ενδιαφέρονταν για την προσοδοθηρία και την ιδιοποίηση κρατικών πόρων. Από την οπτική του μεσοεπιπέδου, η κοινοβουλευτική δημοκρατία παρέμεινε «καχεκτική» ως τη Μεταπολίτευση, ενώ και μετά το 1974 το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης απολάμβανε τυπική νομιμοποίηση αλλά επί της ουσίας δεν ήταν αποδεκτό· η ιδέα ότι «ο λαός είναι πάνω από τους θεσμούς» διαπερνούσε εγκάρσια κόμματα και πολιτικές ελίτ που θώπευαν τους εντολείς κρατώντας τους σε μια ιδιότυπη ομηρεία: όσο μεγαλύτερη η προσοδοθηρία των ελίτ τόσο περισσότερες οι ευκαιρίες νομής του κράτους από την πελατεία τους αλλά και τα εμπόδια αυτονόμησής της από τους πάτρωνες-«σουλτάνους» των πελατών-πολιτών. Οι τελευταίοι, παρατηρώντας τους από την οπτική του μικροεπιπέδου, παραμένουν καθηλωμένοι σε μια διαρκή εξάρτηση: όχι μόνο από το κράτος και την ελίτ αλλά και από το σχολείο και την οικογένεια που στραγγαλίζοντας δικαιώματα και ελευθερίες προετοιμάζουν τους αυριανούς κρατικοδίαιτους προσοδοθήρες.  

Παρακολουθώντας τα γεγονότα τυφλής βίας στις Σκουριές Χαλκιδικής θα αποφύγω να τα διασυνδέσω με αυτό καθαυτό το πολιτικό διακύβευμα: αν και οι αιτιάσεις ειδικών είναι σοβαρές, ότι η μεταλλευτική δραστηριότητα θα επηρεάσει δραματικά το περιβάλλον, τη μελισσοκομία και τη γεωργία, εν τούτοις τα οικολογικά διακυβευόμενα αποτελούν αφορμή για το ωμό ξέσπασμα βίας. Τι προκαλεί αυτά τα ξεσπάσματα;

Από την τρομοκρατική δράση εξτρεμιστικών ομάδων ως τον ακραίο κινηματικό ακτιβισμό της άκρας Αριστεράς, η κοινωνική σύνθεση του χώρου έχει διαταξικά χαρακτηριστικά: (υποψήφια) θύματα της κρίσης και απόκληροι αλλά και καλοστεκούμενοι μεσοαστοί συνθέτουν τον κοινωνικό καμβά των ακτιβιστών της βίας. Η πολιτική βία αποτελεί τα αντίποινα «στο σύστημα». Η ελληνική κοινωνία βιώνει την κορύφωση των σωρευμένων αντισυστημικών συναισθημάτων καθώς το συνολικό κοινωνικό σύστημα τσακίζεται στην κρίση. Ο κύκλος της βίας διευρύνεται. Μαζί με αυτόν αυξάνεται ο αριθμός εκείνων που εξοικειώνονται με τη βία και δείχνουν ανοχή στη χρήση της από άλλους· τόσο περισσότερο όσο καλύτερα κοσμοθεωρητικά μπορεί η βία να δικαιολογηθεί. Πλέον υπάρχει ο κίνδυνος να περάσουμε από τη φάση της έντασης σ' εκείνη της έκρηξης, με τα βίαια ξεσπάσματα να πληθαίνουν, να γίνονται μαζικότερα και επιθετικότερα.

Τι μπορούμε να κάνουμε για να εκτονωθεί η βία; Λίγα αλλά ουσιαστικά που θα αποδώσουν μακροπρόθεσμα: μαθήματα πολιτειακής παιδείας στα σχολεία αλλά και θεσμική κατοχύρωση κανόνων άμυνας της δημοκρατίας απέναντι σε όσους την υπονομεύουν. Οσον αφορά το σήμερα, χρειάζεται να στηθούν αναχώματα απέναντί της: από τους κοινωνικούς θεσμούς (π.χ., τη διοικούσα Εκκλησία που παρακολουθεί με αδιαφορία τις εκδηλώσεις βίας) ως τα ΜΜΕ (που προβάλλουν πράξεις βίας) και τα κόμματα (που ενίοτε είναι υποχωρητικά ή ανεκτικά απέναντί της). Η ύπαρξη θεσμικών αναχωμάτων κατά της βίας είναι μια πρώτη καλή πρακτική για την εκτόνωσή της.

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Τι να κάνει η δημοκρατία με τους εχθρούς της; - γνώμες


Παρότι συχνά η ρητορική και το κλίμα πόλωσης έχουν επικρατήσει στην πολιτική σκηνή, ωστόσο η κομματική σύγκλιση στο κέντρο του ιδεολογικού άξονα, ιδίως μετά το 2000 και η απουσία εξτρεμιστών δημιούργησαν συνθήκες σταθερότητας της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας. Η κατάσταση σταθερότητας δεν διαταράχθηκε ούτε από την εξακολουθητική ύπαρξη αντισυστημικών δυνάμεων (ΚΚΕ), ούτε από την συγκυριακή ενίσχυση ενός κόμματος της λαϊκιστικής ακροδεξιάς (ΛΑ.Ο.Σ.) στο κομματικό σύστημα. Ο ΛΑ.Ο.Σ. διέθετε χαρακτηριστικά κόμματος διαμαρτυρίας και γνωρίσματα μιας –κατά G. Sartori – «ήπιας αντισυστημικότητας»· όσον αφορά το ΚΚΕ, παρά την «ευρεία αντισυστημικότητά» του, η απόρριψη από αυτό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας έγινε με μέσα (έστω οριακά) αποδεκτά από το δημοκρατικό σύστημα.
Αυτή η κατάσταση της πολιτικής-θεσμικής σταθερότητας αλλάζει δραματικά: ο κεντρώος χώρος αποδυναμώνεται και ο δεξιός εξτρεμισμός έχει διεισδύσει στην πολιτική αρένα. Το ένα φαινόμενο δεν είναι ανεξάρτητο από το άλλο: όσο αποσυντίθεται το Κέντρο τόσο παρατηρούνται φυγόκεντρες τάσεις προς τα άκρα. Κινδυνεύουμε να βρεθούμε ενώπιον μιας δικόρυφης κατανομής κομμάτων και ψηφοφόρων που θα προκαλέσει προβλήματα κυβερνητικότητας και κοινωνικής αστάθειας.
Πώς αντιμετωπίζονται τέτοιες καταστάσεις; Πάντως, όχι απομονώνοντας τη μια διάσταση του προβλήματος (τον δεξιό εξτρεμισμό) από την πραγματικότητα της πόλωσης και της κρίσης του κεντρώου / κεντροδεξιού χώρου· επίσης, όχι χρησιμοποιώντας μόνο ή κυρίως θεσμικά-δικαιικά εργαλεία απέναντι στον δεξιό εξτρεμισμό· τέλος, όχι δια της υπεκφυγής, μη λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους για την περιγραφή της κατάστασης.
Ο Νόμος
Η Χρυσή Αυγή είναι ένα δεξιό εξτρεμιστικό κόμμα, φιλοναζιστικό και ρατσιστικό όσον αφορά τον ιδεολογικό της προσανατολισμό, που χρησιμοποιεί ανοικτά φυσική βία στρεφόμενη πρωτίστως εναντίον των μεταναστών και εθνικο-κοινωνικών μειονοτήτων. Κάθε κλειστή και αδιαφανής οργάνωση, η οποία συστηματικά χρησιμοποιεί βία εναντίον συγκεκριμένων στόχων, διαπράττει αξιόποινες πράξεις που πιθανότατα εμπίπτουν στο άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα περί «σύστασης και συμμορίας», όπως επισημαίνουν νομικοί.  Η προσφυγή στη δικαιοσύνη, ακόμη και η καταδίκη μιας πολιτικής οργάνωσης (εν προκειμένω της Χρυσής Αυγής) με ανάλογο σκεπτικό, δεν θα αναιρούσε τους λόγους που δημιούργησαν συνθήκες κινητοποίησης υπέρ των εξτρεμιστών σε μερίδα του εκλογικού σώματος. Επιπλέον, ελλοχεύει ο κίνδυνος, στους λόγους αυτούς να προστεθούν και άλλοι που σχετίζονται με τη νέα αρένα στην οποία θα μεταφερθεί η αντιπαράθεση εξτρεμιστών και πολιτείας, καθώς και με τον τρόπο που η οργάνωση (εμφανιζόμενη ως διωκόμενη) θα επιδιώξει να αξιοποιήσει προς όφελός της τη διαμάχη.
Τα ΜΜΕ
Το σημείο αυτό είναι κρίσιμο, μια και η έξοδος των δεξιών εξτρεμιστών από το πολιτικό περιθώριο προϋποθέτει την απόκτηση ορατότητας στα ΜΜΕ. Όσο η Χρυσή Αυγή ήταν εκλογικά ασήμαντη, η κάλυψη της δράσης της ήταν ανύπαρκτη. Σήμερα η Χρυσή Αυγή έχει ανάγκη τα Μίντια και ο τρόπος κάλυψής της από αυτά είναι παράγοντας κρίσιμος για την πορεία της. Επί του παρόντος παρατηρούνται δύο τρόποι μιντιακής κάλυψης της Χρυσής Αυγής: ο καλλωπισμός και μια “ενημερωδιασκεδαστικού” τύπου αντιμετώπιση από μια λούμπεν-δημοσιογραφία που αποουσιαστικοποιεί το εξτρεμιστικό πλαίσιο της οργάνωσης αφενός και η δαιμονοποίηση που κατασκευάζει παραστάσεις πολιτικής ισχύος πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που ο χώρος διαθέτει αφετέρου. Τα Μέσα έχουν τη δική τους ευθύνη, ιδίως σε συγκυρίες που εξαπλώνεται ο εξτρεμισμός: στο όνομα μιας τέτοιας ευθύνης χρειάζεται να δεσμευτούν σε ένα στυλ κάλυψης της οργάνωσης, με γνώση και υλικό που θα ελέγχεται από αυτά και δεν θα επικεντρώνεται στα πρόσωπα των εξτρεμιστών ούτε θα εμπεριέχει αναπαραγωγή πράξεων βίας που αποδεδειγμένα έχουν μιμητικό αντίκτυπο στο κοινό.
Τα Κόμματα
Ιθύνοντες της δημόσιας ζωής σκέφτονται το ενδεχόμενο απαγόρευσης της Χρυσής Αυγής. Με δεδομένο ότι τα νομικά επιχειρήματα είναι ισχνά, ο κίνδυνος η οργάνωση να εισπράξει ως νομιμοποίηση το θεσμικό έλλειμμα μιας αμυνόμενης δημοκρατίας, είναι ορατός. Αντί για σενάρια απαγορεύσεων, οι κομματικοί ιθύνοντες ας αναλογιστούν πώς θα κλείσουν τη στρόφιγγα ψηφοφόρων τους προς τη Χρυσή Αυγή. Εν μέσω κρίσης, θα αναρρωτηθεί κανείς;  Ναι, εν μέσω κρίσης, μια και οι μισοί περίπου ψηφοφόροι της οργάνωσης είναι παλιότεροι ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας και του ΛΑ.Ο.Σ. Από την εποχή του Ελληνικού Συναγερμού η δεξιά παράταξη λειτουργούσε ως ομπρέλα του ευρύτερου δεξιού χώρου, των εκδοχών της μετεμφυλιακής ακροδεξιάς περιλαμβανομένων. Στη Μεταπολίτευση ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ανανέωσε αυτή τη στρατηγική της “εργαλειακής ενσωμάτωσης” στη ΝΔ ψηφοφόρων που κινούνταν σε ένα πολύ ευρύ φάσμα από τον φιλελεύθερο χώρο μέχρι τη φιλοχουντική ακροδεξιά. Η Χρυσή Αυγή υπήρξε επί δύομιση δεκαετίας ένα κάτι λιγότερο από ασήμαντο μόρφωμα. Η επανακατάκτηση όσων την ψήφισαν είναι ο στόχος της δημοκρατίας σήμερα και όχι σκιαμαχίες με μορφώματα περιθωρίου.