Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ

ΜΟΛΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ 
 
"...Η έννοια ‘κοινωνική διαιρετική τομή’ (social cleavage), –κεντρική στο έργο των Lipset και Rokkan–, περισσότερο από έναν επιστημονικό όρο με τον οποίο περιγράφονται οι υπάρχουσες κοινωνικές και πολιτισμικές σχάσεις στην κοινωνική δομή των δυτικών χωρών, αποτελεί ένα αναλυτικό εργαλείο για την ανάδειξη των μακρο-ιστορικών συνδέσεων που εντοπίζονται μεταξύ της κοινωνικής δομής, των πολιτικών κομμάτων/κομματικών συστημάτων και της εκλογικής συμπεριφοράς. Στο σημείο αυτό ανευρίσκεται η ιδιαίτερη αναλυτική αξία της προσέγγισης των Lipset και Rokkan: στο γεγονός δηλαδή καταρχάς ότι, με βασικό εργαλείο τις κοινωνικές διαιρετικές τομές, καθίσταται αντιληπτή η κοινωνικο-δομική διασύνδεση του κομματικού και του εκλογικού φαινομένου στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες του δυτικού κόσμου, επίσης στο ότι προσδίδεται ιστορικό υπόβαθρο στη μελέτη της εκλογικής συμπεριφοράς και, τέλος, στο ότι αναδεικνύεται η σημασία που διαθέτει το πολιτικό-θεσμικό πλαίσιο στην αποκρυστάλλωση του κομματικο-εκλογικού φαινομένου.
Στις βασικές σχολές ανάλυσης της εκλογικής συμπεριφοράς (μικρο-κοινωνιολογικό μοντέλο, rational choice, ψυχολογικό-κοινωνικό μοντέλο), η εκλογική επιλογή αντιμετωπίζεται άλλοτε ως μια συγκυριακώς μεταβαλλόμενη απόφαση του ψηφοφόρου, άλλοτε πάλι ως αποτέλεσμα ορθολογικής του επιλογής και άλλοτε ως η απόληξη ψυχικών και ταυτοτικών προσανατολισμών του. Με αναλυτικό εργαλείο τις κοινωνικές διαιρετικές τομές, αντιθέτως, η εκλογική επιλογή αποτελεί ‘ευθυγράμμιση’ (‘στοίχιση’) (alignment), όχι μεμονωμένων ψηφοφόρων αλλά των κοινωνικο-πολιτισμικά προσδιορισμένων περιβαλλόντων που αυτοί ανήκουν (τέτοια είναι π.χ. το εργατικό ή το χριστιανο-καθολικό περιβάλλον), στα αντίστοιχα πολιτικά κόμματα των περιβαλλόντων αυτών – στα λεγόμενα ‘cleavage parties’ κατά τη διατύπωση των Lipset και Rokkan. Η διαδικασία της ευθυγράμμισης από μόνη της καθιστά την εκλογική επιλογή μια ιστορικά προσδιορισμένη επιλογή, καθώς δεν είναι μεμονωμένα ζητήματα της συγκυρίας (current/single issues) βάσει των οποίων αποφασίζει ο εκλογέας ποιο κόμμα θα ψηφίσει, αλλά ‘ιστορικά διαμορφωμένες «δέσμες»’ (packages). Πρόκειται για ένα σύμπλεγμα αποτελούμενο από ‘προγράμματα, δεσμεύσεις, προσδοκίες, ενίοτε και από Weltanschauungen’, όπως αναφέρουν οι Lipset και Rokkan (1967: 3) εξηγώντας το περιεχόμενο των δεσμών, το οποίο διαμορφώνεται από τη θέση και τις αμοιβαίες ανταλλαγές κομμάτων και εκλογέων μέσα στο ενιαίο περιβάλλον των social cleavages, καθιστώντας την κομματική επιλογή μια απόφαση κατά βάση σταθερή, τρόπον τινά έναν προσανατολισμό ζωής.
Οι κοινωνικές σχάσεις δημιουργούν τις αναγκαίες συνθήκες για την ανάπτυξη ενός ‘σταθερού συστήματος αντιθέσεων’· το ίδιο και η ένταξη των κοινωνικο-πολιτισμικών περιβαλλόντων στο υπάρχον σύστημα αντιθέσεων δημιουργεί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός σταθερού –‘παγιωμένου’ (freezing) κατά τη χαρακτηριστική διατύπωση των Lipset και Rokkan– συστήματος κομμάτων στα οποία ευθυγραμμίζονται οι ψηφοφόροι. Οι αναγκαίες αυτές συνθήκες δεν είναι όμως επαρκείς για τη μετατροπή των σχάσεων σε κομματικές δομές. Μπορεί συνεπώς στην ανάλυση των Lipset και Rokkan τα κόμματα να αναδεικνύονται από τα cleavages, όμως αυτά δεν μετατρέπονται απαραιτήτως σε κόμματα. Μια τέτοια μετατροπή εξαρτάται από ένα σύνολο πολιτικο-θεσμικών προϋποθέσεων – πρόκειται για τα περίφημα τέσσερα ‘σκαλοπάτια’ των Lipset και Rokkan: κοινοβουλευτικός ανταγωνισμός, δημοκρατική θεμελίωση του πολιτικού συστήματος, εκλογικό σύστημα και τρόπος λήψης των πολιτικών/κυβερνητικών αποφάσεων..."

Από τα ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ της έκδοσης.

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Call for papers

    
Η Συντακτική Επιτροπή της Επιθεώρησης Επιστήμη και Κοινωνία προγραμματίζει για το Φθινόπωρο του 2011 τη διοργάνωση μιας επιστημονικής ημερίδας αφιερωμένης στις αιτίες της κρίσης της ελληνικής οικονομίας και στις θεσμικές και κοινωνικές προεκτάσεις της κρίσης αυτής. Πρόθεσή μας είναι να προσεγγίσουμε με τα θεωρητικά και τα μεθοδολογικά εργαλεία των πολιτικών και κοινωνικών επιστημών τις δομικές προϋποθέσεις των ποικίλων εκδηλώσεων της κρίσης. Υπό το ίδιο επιστημολογικό πρίσμα θα επιχειρήσουμε, επιπλέον, να διερευνήσουμε συγκεκριμένες  κοινωνικο-πολιτικές στάσεις και συμπεριφορές που διαθέτουν αφενός ιστορικό βάθος, αφετέρου φανερώνουν την εξακολουθητική παρουσία κοινωνικών αντιστάσεων στις πολιτικο-θεσμικές μεταρρυθμίσεις και τον κοινωνικό και οικονομικό εκσυγχρονισμό.

Τίτλος της ημερίδας:

Αναζητώντας τις αιτίες της ελληνικής κρίσης:
Κρατισμός, πελατειακό σύστημα, αμυντική κοινωνία


Θεματικές ενότητες:

Α. Ευρύ κράτος και ισχνή αγορά: εδραίωση ενός στρεβλού αναπτυξιακού μοντέλου και συνέπειες του κρατισμού.
Β. Πάτρωνες και πελάτες: σχέσεις μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, των οργανωμένων συμφερόντων, της κοινωνίας πολιτών και του κράτους.
Γ. Πολιτικός ανταγωνισμός και σύστημα διακυβέρνησης: μεταβολές και συνέχεια στους θεσμούς της διακυβέρνησης και στο σύστημα λήψης των πολιτικών αποφάσεων
Δ. Εκσυγχρονισμός και αντιδυτικισμός, ευρωπαϊκός προσανατολισμός και εθνικολαϊκισμός: εξηγώντας τις αντινομίες μιας αμυντικής κοινωνίας.

Οι ενδιαφερόμενοι/ες που επιθυμούν να συμμετάσχουν με εισήγησή τους στην ημερίδα θα πρέπει να στείλουν την πρότασή τους (έως 300 λέξεις) στην ηλεκτρονική διεύθυνση
science_and_society@hotmail.com μέχρι τις 30.12.2010. Οι προτάσεις θα αξιολογηθούν τυφλά από την Επιστημονική Επιτροπή της Επιθεώρησης.

Η Συντακτική Επιτροπή




Μετάβαση στο σύνδεσμο http://www.media.uoa.gr/sas 

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Το εγχείρημα της τριγωνοποίησης και η άκρα δεξιά

 «Τριγωνοποίηση»
Οι προεδρικές εκλογές του 1996 στις ΗΠΑ κερδήθηκαν από τον Μπιλ Κλίντον με άνεση έναντι του συνυποψηφίου του Μπομπ Ντόουλ, αφού προηγούμενως όμως, στο μέσον της πρώτης θητείας του, το Δημοκρατικό Κόμμα απόλεσε για πρώτη φορά μετά το 1954 την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η εκλογική μετακίνηση υπέρ του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος οδήγησε το Δημοκρατικό Κόμμα σε αλλαγή στρατηγικής. Ο σύμβουλος του Κλίντον και ειδικός σε θέματα πολιτικής επικοινωνίας Ντικ Μόρρις συμβούλεψε τον Αμερικανό Πρόεδρο να εφαρμόσει μια μέθοδο «τριγωνοποίησης» (triangulation), δηλαδή να υποστηρίξει έναν συνδυασμό από τις πιο δημοφιλείς πολιτικές θέσεις και των δύο κομμάτων, κατά τρόπο ώστε οι παραδοσιακοί εκλογείς τους να τον ψηφίσουν την επόμενη φορά. Η μέθοδος αυτή στηριζόταν στην επιλογή εκ μέρους του Προέδρου μιας θέσης που τον τοποθετούσε υπεράνω των δύο κομμάτων, ωσάν ο ίδιος να ήταν ένας αυτόνομος τρίτος παράγοντας της πολιτικής σκηνής που ενσωμάτωνε σε μια νέα τριγωνική σύνθεση προγραμματικές θέσεις του οικείου και του αντιπάλου κόμματος. Η έκβαση της προεδρικής εκλογής του 1996 δικαίωσε τους Μόρρις και Κλίντον για την επιλογή της μεθόδου της «τριγωνοποίησης».

«Πολύπλοκη αλχημεία»
Η μεταπολεμική ακροδεξιά είναι σαν μια «πολύπλοκη αλχημεία», ισχυρίστηκε ο Πωλ Χέινσγουορθ, μελετητής του ακροδεξιού φαινομένου. Η ακροδεξιά αποτελεί, δηλαδή, ένα κράμα ετερόκλιτων ιδεολογικών αρχών και πολιτικών θέσεων: εθνικισμός, αυταρχισμός, ξενοφοβία και αντικομμουνισμός, το ίδιο όπως αντιφιλελευθερισμός αλλά και αντικαπιταλισμός, κρατισμός και αντικρατισμός, λαϊκισμός και αποθέωση της αρχής της διαφορικής ισότητας αποτελούν αντιφατικά στοιχεία του ιδεολογικο-πολιτικού κράματος της ακροδεξιάς, τα οποία καλύπτουν σχεδόν όλο το φάσμα του άξονα αριστεράς-δεξιάς. Η «πολύπλοκη αλχημεία» της άκρας δεξιάς συντηρεί τον εγγενή πολιτικό καιροσκοπισμό του συγκεκριμένου χώρου και ευνοεί την ψευδο-μετατρεπτική ικανότητά του: η μεταπολεμική ακροδεξιά είναι ένα μεταβαλλόμενο φαινόμενο, το οποίο προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της εποχής, χωρίς να απαρνείται ιστορικές καταβολές και εκλεκτικές συγγένειες με τα ιδεολογικά ρεύματα του αντιδιαφωτισμού.




H συνέχεια του άρθρου στο περιοδικό Μεταρρύθμιση
http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=1163

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Η Αριστερά, η Δεξιά και το "μοντέλο του λουτήρα"

Μετά την 6η Δεκεμβρίου 2008, με αποκορύφωμα τη δολοφονική επίθεση στην Τράπεζα Marfin στις 5 Μαϊου 2010, οι πράξεις βίας κλιμακώνονται. Γιατί η χρήση της βίας σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία αναδείχθηκε σε μέσο δράσης ορισμένων ομάδων; Υπάρχει κίνδυνος η βία να επεκταθεί και να διευρυνθούν τα όρια της επιτρεπτικότητάς μας απέναντί της; Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός και ο εξτρεμισμός δεν αποτελούν πρωτόγνωρα φαινόμενα στην ύστερη νεοτερικότητα. Ίσα-ίσα, που εμφανίζονται ως «κανονικές παθολογίες» των βιομηχανικών κοινωνιών, επισημαίνουν ο Ε. Σόιχ και ο Χ. Κλίνγκεμαν. Η υπονόμευση της δημοκρατικής τάξης (ριζοσπαστισμός) και η δια της βίας παραβίαση της τάξης αυτής (εξτρεμισμός) κάνουν την εμφάνισή τους σε περιόδους ραγδαίων αλλαγών, όταν οι μεταβολές στις αξίες και στον τρόπο ζωής προκαλούν ρήγματα στη ζωή των ανθρώπων. Οι τελευταίοι έρχονται αντιμέτωποι με διλήμματα όσον αφορά την επιλογή μεταξύ παραδοσιακών και νεοτερικών αξιών, με αβεβαιότητες που έχουν να κάνουν με μεταβολές στις εθνικο-πολιτισμικές ταυτότητες και με δυσκολίες προσαρμογής σε μια πραγματικότητα που διευρύνει τις προσδοκίες, προκαλεί όμως απογοητεύσεις σε όσους δεν μπορούν να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες της νέας εποχής.

Οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί στη νεοτερική κοινωνία δεν δημιουργούν μόνο ευκαιρίες και «κερδισμένους», αλλά επίσης «χαμένους» και «θύματα». Για να μεταβληθούν οι «χαμένοι» και τα «θύματα» του εκσυγχρονισμού σε φορείς του ριζοσπαστισμού και του εξτρεμισμού, πρέπει να προηγηθούν δύο στάδια: της «γνωστικής ακαμψίας» και της ενεργοποίησης του «μοντέλου του λουτήρα».


Στη γνωστική ακαμψία καταφεύγουν ματαιωμένα κοινωνικά υποκείμενα. Για να υπερβούν αξιακά, θεσμικά, ταυτοτικά ρήγματα, τη διάψευση των προσδοκιών και τις απογοητεύσεις υιοθετούν ένα κλειστό σύστημα σκέψης. Έχοντας ως κεντρικά στοιχεία του τον εθνικισμό, τον αυταρχισμό και τον αντιπλουραλισμό/αντιφελελευθερισμό, το άκαμπτο σύστημα σκέψης είναι επιρρεπές σε απλουστευτικά εξηγητικά σχήματα προκειμένου να αποκαλυφθούν οι «μηχανισμοί» και όσοι «κινούν τα νήματα» σε έναν κόσμο διαιρεμένο σε «κερδισμένους» και «θύματα». Πώς μετουσιώνονται κλειστές κοσμοεικόνες σε πολιτικές στάσεις και συμπεριφορά; Πώς ο εθνικισμός μετατρέπεται σε απόρριψη του Άλλου, ο αντιπλουραλισμός σε απάρνηση της πολιτικής αντιπροσώπευσης και των διαμεσολαβητικών θεσμών και ο αυταρχισμός σε εξύμνηση του καισαρισμού και της εξουσίας ενός (δήθεν) χαρισματικού αρχηγού; Προκειμένου να συντελεστούν τέτοιες μετατροπές πρέπει να τεθεί σε λειτουργία το «μοντέλο του λουτήρα», λένε οι Κ. Αρτσχάιμερ και Γ. Φάλτερ: οι κλειστές κοσμοεικόνες που υπάρχουν σε ατομικό επίπεδο, μέσα από τη σύμμειξή τους με αντιλήψεις που εμφανίζονται ως αποδεκτές σε κοινωνικο-πολιτικό επίπεδο, μετατρέπονται σε στάσεις και συμπεριφορά. Στο μοντέλο του λουτήρα επιτυγχάνεται η διαδοχική σύμμειξη φαινομένων που βρίσκονται στο ‘υψηλότερο’ κοινωνικό επίπεδο με εκείνα που βρίσκονται στο ‘χαμηλότερο’ ατομικό επίπεδο, έτσι ώστε αυτά να επανεπιδράσουν στο υπερκείμενο κοινωνικό επίπεδο, κοκ.

Τα πολιτικο-ιδεολογικά άκρα στο κομματικό σύστημα έχουν αναλάβει ρόλο ενεργοποίησης του μοντέλο του λουτήρα. Από τη δεκαετία του 1990 η Άκρα Δεξιά στην Ευρώπη συνέβαλε στην έξαρση της ξενοφοβίας διασυνδέοντας την εθνικιστική ιδεολογία με μεταβολές στην αγορά εργασίας, την κρίση του κράτους πρόνοιας και την πολυπολιτισμική πραγματικότητα των εθνικών κρατών. Υποδεικνύοντας τον Ξένο ως υπεύθυνο για την ανεργία, τα ελλείμματα στα ασφαλιστικά ταμεία και την εγκληματικότητα στις δυτικές μητροπόλεις, η Άκρα Δεξιά διεισδύει στα αδύναμα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα, οι εθνικιστικές και αντιπλουραλιστικές κοσμοεικόνες των οποίων λειτούργησαν ως υποδοχέας αντιμεταναστευτικών και αντιδημοκρατικών αντιλήψεων. Ο «εργατολεπενισμός», όπως τον περιέγραψε η Ν. Μάγιερ και ο Π. Περινό, δεν ήταν μια γαλλική ιδιαιτερότητα για τη διείσδυση του Front National στην εκλογική πελατεία της Αριστεράς, αλλά περιέγραφε ένα φαινόμενο «λαϊκοποίησης» της Άκρας Δεξιάς. Mετά την κατάρρευση του Κομμουνισμού η Αριστερά βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο και κάποιες φορές δεν δίστασε να δοκιμάσει την ακροδεξιά συνταγή επενδύοντας σε υπαρξιακές φοβίες και εργασιακές ανασφάλειες των «χαμένων» του εκσυγχρονισμού. Ωστόσο, το εγχείρημα π.χ. του Ό. Λαφοντέν να κερδίσει ψήφους εργατών ενοχοποιώντας τους μετανάστες για την ανεργία δεν βρήκε ανταπόκριση στο εκλογικό σώμα.

Συστηματικότερη υπήρξε η επίδραση της Άκρας Αριστεράς στα αντικοινοβουλευτικά συναισθήματα των ψηφοφόρων. Καταλογίζοντας «νεοφιλελευθερισμό» στα σοσιαλιστικά/σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και εξομοιώνοντάς τα με τις συντηρητικές δυνάμεις, η Άκρα Αριστερά ισοπεδώνει τις διαφορές των αντιπάλων της. Η ισοπέδωση αποτελεί προϋπόθεση, ώστε να καρπωθεί η ίδια τη δυσαρέσκεια για την πολιτική, τους πολιτικούς και τους θεσμούς της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Είναι ενδεικτικό των εκλογικά επιτυχημένων κομμάτων που βρίσκονται αριστερότητα της παραδοσιακής Αριστεράς ότι η άνοδος των ποσοστών τους είναι συνάρτηση της στάσης διαμαρτυρίας που υιοθέτησαν κατά των κομμάτων, της αντιπροσώπευσης και της συναινετικής διακυβέρνησης.

Από τη δεκαετία του 1990 Άκρα Δεξιά και Άκρα Αριστερά ενεργοποιούν μια προϋπάρχουσα αδρανή διαθεσιμότητα στο εκλογικό σώμα για τα πολιτικά άκρα. Στην Ελλάδα αντίστοιχες διεργασίες άργησαν να τεθούν σε εφαρμογή: από τη μια η μη-αυθύπαρκτη παρουσία της Άκρας Δεξιάς στο κομματικό σύστημα της Μεταπολίτευσης (εκτός την περίοδο 1977-81) και από την άλλη ο φιλοευρωπαϊκός και θεσμικός προσανατολισμός της ανανεωτικής Αριστεράς, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά κλειστού συστήματος του Κ.Κ.Ε., δεν δημιουργούσαν προϋποθέσεις για να τεθεί σε λειτουργία το μοντέλο του λουτήρα. Μετά το 2000 όμως, η ίδρυση του ΛΑ.Ο.Σ. κινητοποιεί τα ξενοφοβικά συναισθήματα που ελλόχευαν στην κοινωνία. Διεισδύοντας ο ΛΑ.Ο.Σ. σε εκλογικά κάστρα του Κ.Κ.Ε. και σε στρώματα αποκλήρων και ευρισκόμενος σε έναν ιδιότυπο εκλογικό ανταγωνισμό με το Κομμουνιστικό Κόμμα, το υποχρέωσαν να ανοιχθεί σε ομάδες χωρίς να εξετάζει την ταξική τους συνείδηση, με μόνο κριτήριο την ένταση της διαμαρτυρίας τους εναντίον του συστήματος διακυβέρνησης.

Την οδό της πολιτικής διαμαρτυρίας ως μέσου επικοινωνίας με το εκλογικό σώμα επιλέγει και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μετά το 2004. Έχοντας να αντιμετωπίσει τον εκλογικό ανταγωνισμό του ΚΚΕ στα αριστερά και του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στα δεξιά του, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επιλέγει τον κινηματικό προσανατολισμό και τη στάση διαμαρτυρίας. Χαρακτηριστικό των κομμάτων διαμαρτυρίας είναι ότι ευθυγραμμίζονται στην «πολιτική ζήτηση», δηλαδή σε διαθέσεις και αιτήματα των ψηφοφόρων, όπως καταγράφονται στην πολιτική συγκυρία. Όμως, ο χώρος της ευρωπαϊκής αριστεράς στη Μεταπολίτευση υπήρξε χώρος που ευθυγραμμιζόταν στην «πολιτική προσφορά», δίνοντας έμφαση στον θεσμικό του ρόλο και στον κοινοβουλευτικό έλεγχο της εξουσίας. Ο συνδυασμός κινηματικής δράσης και στάσης διαμαρτυρίας στην περίπτωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. οδήγησε σε εντυπωσιακή δημοσκοπική αύξηση των δυνάμεών του μετά τις εκλογές του 2007, αλλά και στη διάψευση αυτής της δυνητικής κατάστασης στην πραγματική εκλογική σκηνή. Για να το διατυπώσουμε αλλιώς, σε επίπεδο δυνητικής πραγματικότητας ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ακολούθησε το ρεύμα των διαμαρτυρόμενων εκλογέων, αλλά σε επίπεδο υπαρκτής πραγματικότητας οι διαμαρτυρόμενοι εκλογείς υπονόμευσαν την κοινοβουλευτική μάχη για την είσοδό του στη Βουλή με ενισχυμένες δυνάμεις.

Αν κάπου οδηγεί η υιοθέτηση της στάσης της πολιτικής διαμαρτυρίας από τα κόμματα είναι ότι θέτουν σε λειτουργία το μοντέλο του λουτήρα, με αποτέλεσμα ατομικές αντιλήψεις ή απόψεις μικρών ομάδων, που είναι σε σιωπή και απομόνωση, να κερδίζουν έδαφος. Εν τέλει, τα κόμματα διαμαρτυρίας ρυμουλκούν από το πολιτικό περιθώριο τις δυνάμεις της διαμαρτυρίας. Αυτές, μπορούν ευκολότερα να εκφράζουν τις (αντικοινοβουλευτικές και αντιθεσμικές) ιδέες τους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι διευρύνονται τα όρια της κοινωνικής ανοχής απέναντι σε τέτοιες ιδέες, ούτε και η πολιτική αποδοχή εκείνων που τις κατέστησαν διατυπώσιμες.


Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία, 20.05.2010
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=166109

Η foto από το βιβλιο του καθηγητή Milton Rokeach, Open and Closed Mind, Basic Books 1973

Τετάρτη 12 Μαΐου 2010

Εκδήλωση: Ημερίδα

Ενότητα 1: 10:00-12:00
Πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές ως προϋποθέσεις των οργανωτικών αλλαγών στα πολιτικά κόμματα
Σχολιαστής: Βασιλική Γεωργιάδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου

Η πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική πολυπλοκότητα της άμεσης εκλογής προέδρου στα κόμματα
Πέρσα Ζέρη, Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου

Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα στην «εποχή της διακυβέρνησης»: ιδεολογικό-πολιτικές μετατοπίσεις και οργανωτικοί μετασχηματισμοί
Ευθύμης Παπαβλασόπουλος, Λέκτορας Πανεπιστημίου Κρήτης

Το τελευταίο(;) οχυρό του κόμματος καρτέλ: οι αλλαγές στη διαδικασία επιλογής βουλευτών ως στοιχείο οργανωτικής μεταβολής των κομμάτων
Γιάννης Κωνσταντινίδης, Λέκτορας Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Κόμματα και εργοδοτικής οργανώσεις: μια σχέση υπό επαναδιαπραγμάτευση
Βάλια Αρανίτου, Λέκτορας Πανεπιστημίου Κρήτης

Ενότητα 2: 12:30-14:30
Η άμεση εκλογή προέδρων στα κόμματα: η διεθνής εμπειρία
Σχολιαστής: Στάθης Καλύβας, Καθηγητής Yale University

Πολιτική αποξένωση και επιπτώσεις στη διαδικασία στρατολόγησης του επόμενου αμερικανού προέδρου
Λία Μεριβάκη, Υποψήφια Διδάκτορας University of Florida

Εκλογή των ηγετών από τη βάση: μια συγκριτική μελέτη του ελληνικού και του γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος
Λαμπρινή Ρόρη, Υποψήφια Διδάκτορας Πανεπιστημίου Paris I

Ανοικτές διαδικασίες άμεσης εκλογής αρχηγού στο Partido Democratico
Βέρα Τίκα, Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Παντείου Πανεπιστημίου

Αρχηγοί σε δεύτερο ρόλο: κριτήρια επιλογής αρχηγού και επικοινωνιακή στρατηγική των Βρετανών Συντηρητικών
Αλεξία Κατσανίδου, Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια European University Institute
Γιάννης Κωνσταντινίδης, Λέκτορας Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Ενότητα 3: 16:00-18:00
Η άμεση εκλογή προέδρων από τα κόμματα: η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ
Σχολιαστής: Νίκος Μαραντζίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Συμμετοχική δημοκρατία και στρατηγική του κράτους: η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ
Κώστας Ελευθερίου, Υποψήφιος Διδάκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών
Χρύσανθος Τάσσης, Διδάσκων ΠΔ 407/80 Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Οι εκλογικές στρατηγικές των νικητών στην εκλογή προέδρου από τη βάση σε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ
Παναγιώτης Βλάχος, Υποψήφιος Διδάκτορας Πανεπιστημίου Κρήτης
Θανάσης Κοντογεώργης, Υποψήφιος Διδάκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών

Η εκλογή προέδρου στο ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ από τη βάση: επαλήθευση ή διάψευση του νόμου της καμπυλόγραμμης ανισότητας του May
Μεταξία Τριανταφύλλου, MA Πολιτικής Συμπεριφοράς University of Essex

Η εκλογή προέδρων σε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ από τους εκλογείς τους: πίσω στο μέλλον του χαρίσματος;
Γιώργος Παστιάδης, Διδάκτορας Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου

Ενότητα 4: 18:30-20:30
Στρογγυλό Τραπέζι: Συζητώντας για τις διαδικασίες άμεσης εκλογής και τα δημοψηφισματικά χαρακτηριστικά των ύστερων μεταπολεμικών δημοκρατιών
Συντονιστής: Ηλίας Κατσούλης, Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας
Μαρία Βασιλάκου, Αναπληρώτρια Πρόεδρος Πρασίνων Αυστρίας
Κυριάκος Μητσοτάκης, Βουλευτής
Γιώργος Πασχαλίδης, τ. Υπουργός
Μιχάλης Σπουρδαλάκης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Πηνελόπη Φουντεδάκη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου

Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Οικονομική Κρίση και τα Άκρα στο Κομματικό Σύστημα



"Η ενδυνάμωση του ακροδεξιού χώρου συνέπεσε χρονικά με τις εκδηλώσεις της πρώτης μεγάλης μεταπολεμικής οικονομικής κρίσης στις ευρωπαϊκές χώρες και τις μεταβολές που συντελέστηκαν στην παραγωγική δομή (συρρίκνωση της βαριάς βιομηχανίας και ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα) και στην κοινωνική δομή των βιομηχανικών χωρών (διεύρυνση των υπαλληλικών στρωμάτων, αλλά και μαζική είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας). Η εγκατάσταση της άκρας δεξιάς στο προσκήνιο της πολιτικής συνδυάστηκε με τις δυσκολίες των πολιτικών και κομματικών δυνάμεων της διαπραγματευτικής διακυβέρνησης να αντιμετωπίσουν τις μεταβολές αυτές: δηλαδή να προσαρμόσουν το ισχύον μοντέλο διακυβέρνησης στα νέα κοινωνικο-οικονομικά δεδομένα, τα οποία επέβαλαν στην πολιτική ημερήσια διάταξη καινούργια διακυβεύματα και δημιούργησαν νέες διαιρέσεις στην κοινωνική δομή. Η προσαρμογή αυτή ήταν αναγκαία προκειμένου οι παραδοσιακές πολιτικές και κομματικές δυνάμεις να αντιστοιχηθούν στα όχι πλέον με τους όρους των ιστορικών κοινωνικο-πολιτισμικών σχάσεων ταξινομήσιμα κοινωνικά ζητήματα που αναδεικνύονταν στη μεταβιομηχανική εποχή.

Ενώ, λοιπόν, η σύγκλιση σε επίπεδο πολιτικών θέσεων, καθώς και ο συμβιωτισμός, η συνεργασία και η συναίνεση των πολιτικών και κομματικών δυνάμεων ήταν το κατ’εξοχήν γνώρισμα στις διαπραγματευτικές δημοκρατίες εκείνης της εποχής, η νέα κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα απαιτούσε περισσότερο διακριτές πολιτικές θέσεις, μεγαλύτερη διαφοροποίηση των κομμάτων μεταξύ τους και ανταπόκρισή τους στις διαθέσεις και τα αιτήματα των εκλογέων. Κατακλυσμένα από το άγχος, ώστε η οικονομική ύφεση και οι κοινωνικές αλλαγές να μην δημιουργήσουν θεσμικά αδιέξοδα (ακυβερνησία) και πολιτικές ανατροπές (ασυμετρία στη δύναμη των κοινωνικο-πολιτισμικών περιβαλλόντων), τα κόμματα και οι παράγοντες της διακυβέρνησης κράτησαν αμυντική στάση απέναντι στις νέες μορφές πολιτικής έκφρασης και έδειξαν αμηχανία στην αντιμετώπιση του κλίματος πολιτικής διαμαρτυρίας και των πολυσυλλεκτικού περιεχομένου κοινωνικο-πολιτικών αιτημάτων που συνόδευαν τις εκφράσεις αυτές. Μάλιστα, οι δυνάμεις της διαπραγματευτικής διακυβέρνησης συνέκλιναν κι άλλο μεταξύ τους, αφήνοντας χώρο στην άκρα δεξιά (όπως και σε άλλα νέα κομματικά μορφώματα του αριστερού φάσματος) να αναδειχθεί στην κομματική και την κεντρική πολιτική σκηνή. Η συνεχιζόμενη σύγκλιση και συναίνεση σε μια συγκυρία οικονομικής ύφεσης και κοινωνικο-οικονομικών αλλαγών έφερε τα κόμματα αντιμέτωπα τόσο με την παραδοσιακή εκλογική βάση τους, η οποία αισθανόταν εγκαταλελειμμένη από αυτά, όσο και με τους κομματικά αδέσμευτους και τους θεματοκεντρικά προσανατολισμένους εκλογείς, οι οποίοι ένιωθαν παραγνωρισμένοι από τα κόμματα της διακυβέρνησης συνολικά. Με τη στάση τους αυτή, όμως, τα παραδοσιακά κόμματα της διακυβέρνησης είχαν εκλογικές απώλειες από παντού, ενώ τα ακροδεξιά κόμματα άρχισαν να εμφανίζουν εκλογικά κέρδη σχεδόν από παντού.

Με άλλα λόγια, τουλάχιστον κατά την πρώτη φάση εκδήλωσης των αλλαγών που έφερε μαζί της η μεταβιομηχανική εποχή, τα παραδοσιακά κόμματα της διακυβέρνησης παρέμειναν προσηλωμένα στο ρόλο τους ως κομμάτων της πολιτικής προσφοράς, παρότι είχε διαβρωθεί η κοινωνική βάση τους, όπως επίσης ό,τι δικαιολογούσε την υπόστασή τους ως κομμάτων της προσφοράς. Χρησιμοποιώντας ιδέες από μια περιγραφή του Thorsen, η οποία αναφέρεται στη σταθερότητα της πολιτικής ζωής μέσα στα περιβάλλοντα των διαπραγματευτικών δημοκρατιών, θα επαναδιατυπώναμε τα παραπάνω ως εξής: Την ύστερη μεταπολεμική περίοδο, το πολιτικό τοπίο στα συστήματα της διαπραγματευτικής διακυβέρνησης είχε αποσταθεροποιηθεί, τα κυρίως στοιχεία του όμως παρέμεναν αγκυλωμένα στις θέσεις τους. Κατά το παρελθόν, σύμφωνα με τον Thorsen, η σταθερότητα του πολιτικού τοπίου απεικόνιζε την πραγματική κατάσταση του λαού – τα οικονομικά συμφέροντά του επενδυμένα με κοσμοαντιλήψεις, ιστορικές παραδόσεις και τρόπους θέασης των κοινωνικών ζητημάτων. Η αποσταθεροποίηση του πολιτικού τοπίου ήταν το αποτέλεσμα αλλαγών στην, κατά Thorsen, πραγματική κατάσταση του λαού. Η αποσταθεροποίηση αυτή, σε συνδυασμό με την αμετάβλητη συμπεριφορά των στοιχείων του πολιτικού τοπίου (κομμάτων, πολιτικής ελίτ), άνοιξε το δρόμο για την ανάπτυξη της άκρας δεξιάς. Η πολιτικο-εκλογική ισχυροποίησή της επιφέρει εν τέλει ό,τι οι υπόλοιπες δυνάμεις μάχονταν να αποφύγουν: ανατροπές στο κομματικό σύστημα και κρίση στο σύστημα της διακυβέρνησης."

Η εικόνα από το εξώφυλλο της αυστραλιανής έκδοσης (Penguin Books) του βιβλίου του P. Krugman, The Return of Depression Economis.

Το κείμενο
από το βιβλίο μου Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης, Εκδ. Καστανιώτη, 2008 (σ. 304-6)

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

Ριζοσπαστισμός - Εξτρεμισμός - Αυταρχισμός


Ένα από τα φαινόμενα που μας απασχολεί τις τελευταίες δεκαετίες είναι εκείνο του πολιτικού και του κοινωνικού ριζοσπαστισμού. Κατ’αρχάς σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της έννοιας, στον επιστημονικό λόγο ο “ριζοσπαστισμός” ταυτίζεται συχνά με τον “εξτρεμισμό” και συνδέεται με την απόρριψη του συνταγματικού κράτους και του πολιτικού συστήματος των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Τους μελετητές του ριζοσπαστισμού έχει απασχολήσει το ερώτημα εάν πρόκειται για ένα ενιαίο φαινόμενο ή εάν εμφανίζεται με δύο κύριες εκδοχές, δηλαδή ως “δεξιός ριζοσπαστισμός” αλλά και ως “αριστερός ριζοσπαστισμός”. Παρότι συνηθέστερα το φαινόμενο μελετάται από τη σκοπιά του δεξιού ριζοσπαστισμού (ή δεξιού εξτρεμισμού), δεν λείπουν οι αναλύσεις στις οποίες διαπιστώνονται ομοιότητες και συγκλίσεις της δεξιάς και της αριστερής εκδοχής του.

Σε μεταβατικές εποχές, όταν συντελούνται κοινωνικοί μετασχηματισμοί και μεγάλες αλλαγές, τότε εμφανίζονται “ρήγματα” στη ζωή των ανθρώπων, καθώς αυτοί δεν μπορούν εύκολα να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Συχνά τότε, οι αξίες που τα άτομα πρεσβεύουν, έρχονται σε διάσταση με τα καινούργια αξιακά πρότυπα και ο τρόπος ζωής που αυτά ακολουθούν δεν συμβαδίζει με εκείνον που επικρατεί στα εμφανιζόμενα νέα κοινωνικά περιβάλλοντα. Ο ριζοσπαστισμός αποτελεί “μια κανονική παθολογία” των βιομηχανικών κοινωνιών, ισχυρίστηκαν ο Scheuch και ο Klingemann στην κλασική δημοσίευσή τους με τον τίτλο “Θεωρίες του δεξιού ριζοσπαστισμού στις δυτικές βιομηχανικές κοινωνίες” (1967). Με τη διατύπωσή τους αυτή οι δύο πολιτικοί επιστήμονες θέλησαν να επισημάνουν το πόσο ευάλωτες σε φαινόμενα ριζοσπαστισμού είναι οι νεωτερικές κοινωνίες.

Σε αυτές, τόσο η σύγκρουση παλιών και νέων αξιών, καθώς και του παραδοσιακού με τον σύγχρονο τρόπο ζωής, όσο και η διεύρυνση των προσδοκιών, με την οποία συνοδεύεται κάθε φορά η νέα κοινωνική πραγματικότητα, αλλά και η συχνή διάψευση των προσδοκιών αυτών, αποτελούν τις αιτίες για τη δημιουργία συναισθημάτων αβεβαιότητας και απογοήτευσης των κοινωνικών υποκειμένων. Για να υπερβούν τα κανονιστικά ρήγματα, την αβεβαιότητα και τις απογοητεύσεις τους, εκείνοι που δεν εμφανίζουν ικανοποιητικές επιδόσεις στη νέα κοινωνική πραγματικότητα καταφεύγουν στη “γνωστική ακαμψία”: υιοθετούν ένα κλειστό και άκαμπτο σύστημα αξιών, σκέψης και προσανατολισμού, δια μέσου του οποίου αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα.

Ως “ριζοσπαστισμός” περιγράφεται αυτό ακριβώς το φαινόμενο της καταφυγής στη γνωστική ακαμψία ως μέσου πρόσληψης και αντιμετώπισης της κοινωνικής πραγματικότητας: πρόκειται για μια πραγματικότητα που είναι σύνθετη ως προς τα στοιχεία που τη συγκροτούν, πολύπλοκη ως προς τις λειτουργίες της, πολλές φορές με δυσβάστακτα αποτελέσματα για μεμονωμένα άτομα και κοινωνικές ομάδες. Η γνωστική ακαμψία και τα κλειστά συστήματα σκέψης και προσανατολισμού, με άλλα λόγια η υιοθέτηση “κλειστών κοσμοεικόνων”, οδηγούν στον εκδογματισμό των πεποιθήσεων και καθιστούν τους φορείς των πεποιθήσεων αυτών επιρρεπείς στη συνωμοσιολογία, στις προκαταλήψεις, στην εχθρότητα απέναντι στον Άλλο, στην εθνικιστική ιδεολογία, στον αντιπλουραλισμό και τον αντιφιλελευθερισμό.


Η εικόνα από το εξώφυλλο του βιβλίου των Th. Adorno κ.ά., The Authoritarian Personality, 1964