Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Ανάρμοστες Σχέσεις Στοργής Δεξιάς και Ακροδεξιάς

Στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, οι σχέσεις δεξιάς και ακροδεξιάς (όποια σημασία κι αν προσλαμβάνουν οι όροι) παρέμειναν διακριτές, παρότι δεν έλειψαν και οι συνέργειες. Η ακροδεξιά γινόταν αντιληπτή σαν ένα κακόφημο περιθώριο που σε χώρες όπως η Ιταλία, η Γερμανία και η Αυστρία έβγαινε απευθείας από τη μήτρα του φασισμού και του ναζισμού. Παρότι μια τέτοια ακροδεξιά εφάρμοζε τη διπλή τακτική της πρόκλησης εντάσεων κατά του δημοκρατικού καθεστώτος και της προσπάθειας εργαλειακής ενσωμάτωσής της σε αυτό, οι δυνάμεις της παραδοσιακής δεξιάς παρέμεναν από διστακτικτές έως αρνητικές στο φλερτ των χωρικά όμορων γειτόνων τους.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 το τοπίο στο δεξιό υποπεδίο ξεκαθαρίζει περισσότερο, με την κατεστημένη δεξιά να κινείται στο ευρύτερο κέντρο του ιδεολογικο-πολιτικού άξονα. Η πολυσυλλεκτική δυναμική της αφήνει μικρά περιθώρια στην ακροδεξιά να κατακτήσει μια θέση πιο διακριτή από εκείνη ενός φθίνοντος περιθωρίου. Η στάση μιας σαφούς διάκρισης δεξιάς και ακροδεξιάς ανατρέπεται στη δεκαετία του 1980, όταν κόμματα της κατεστημένης δεξιάς ανοίγονται στα ακροδεξιά μορφώματα και  τα χρησιμοποιούν ως δεξαμενές άντλησης ψηφοφόρων στην αναμέτρησή τους με την Αριστερά. Αλλά και δυνάμεις της τελευταίας θα επιχειρήσουν να βελτιώσουν τις συνθήκες πολιτικών ευκαιριών της ακροδεξιάς (όπως έκανε ο Μιτεράν στη Γαλλία με την αλλαγή του εκλογικού νόμου το 1986) προκειμένου να περιορίσουν τις δυνάμεις της κεντροδεξιάς δυσκολεύοντας την επάνοδό της στην εξουσία.

Όσον αφορά την εγχώρια δεξιά μετά το 1974, η Νέα Δημοκρατία (ΝΔ) επινόησε μια υβριδική πατέντα στις σχέσεις της με τον ακροδεξιό θύλακο επιδιώκοντας να διασφαλίσει και την ενότητα της δεξιάς παράταξης και τη διακριτότητα των μετριοπαθών δεξιών από τους ακραίους. Στις εκλογές του 1981, τοποθετήθηκαν μεν δυνάμεις μιας παλιάς ακροδεξιάς που προέρχονταν από τους κόλπους της Εθνικής Παράταξης στα ψηφοδέλτια της ΝΔ, αγνοήθηκε όμως το υπερεθνικιστικό, αντικομμουνιστικό και φιλομοναρχικό αφήγημα τους από την ατζέντα της έως τότε κυβερνώσας παράταξης. Η ένταξη των ακροδεξιών στη ΝΔ ήταν αποτέλεσμα μιας τακτικής που συνδύαζε την εκλογική απορρόφηση της ακροδεξιάς από την κατεστημένη δεξιά, συγχρόνως με τη διάκριση της τελευταίας από τα ιδεολογικά φορτία της πρώτης.

Στη ΝΔ δεν βρήκαν καταφύγιο μόνο δυνάμεις της Εθνικής Παράταξης αλλά και περιβάλλοντα «εθνικοφρόνων» (αντικομμουνιστές, βασιλόφρονες, φιλοχουντικοί), που σ’όλη τη μετεμφυλιακή εποχή προτιμούσαν την ομπρέλα μιας ενιαίας δεξιάς παράταξης. Το σχήμα αυτό της συστέγασης δεξιάς και ακροδεξιάς ήταν λειτουργικό για όσο διάστημα πολωτικές διαιρέσεις καθόριζαν τον κομματικό ανταγωνισμό. Η ΝΔ, ως ηγεμονικό κόμμα της όλης δεξιάς, φάνηκε δυσκίνητο ενώπιον των απαιτήσεων ενός κεντρομόλου κομματικού ανταγωνισμού, με το ΠΑΣΟΚ να έχει πλασαριστεί καλύτερα στις κεντρώες θέσεις. Μετά την οριακή ήττα του στις εκλογές του 2000, ο Κώστας Καραμανλής υιοθέτησε ως όχημα της μετακίνησης της παράταξης στο «μεσαίο χώρο» ένα νέο υβρίδιο πολιτικής απέναντι στην ακροδεξιά συνιστώσα: ενσωμάτωσε μεν στην κομματική ατζέντα θέσεις της λαϊκιστικής ακροδεξιάς (άσκηση βέτο για ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ, αμφίσημη στάση στο θέμα της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες, καταγγελία νομιμοποιήσεων μεταναστών), διαγράφοντας από τη ΝΔ τον πρωτεργάτη της εθνικολαϊκιστικής δεξιάς Γ. Καρατζαφέρη. Η νέα στρατηγική ενίσχυε τη ΝΔ έναντι του ΠΑΣΟΚ, ενώ διεύρυνε τα όρια της δεξιάς παράταξης.

Η θέση της ακροδεξιάς ως «οριακού περιθωρίου» εντός της δεξιάς παράταξης ανατρέπεται μετά την ανάληψη της ηγεσίας της ΝΔ από τον Αντώνη Σαμαρά. Η ακροδεξιά αισθάνεται ότι ήρθε η ώρα να πάρει ρεβάνς από τη (νεο)φιλελεύθερη συνιστώσα. Παρωχημένες υπερεθνικιστικές αντιλήψεις μιας ακροδεξιάς υποκουλτούρας (από το Δίκτυο 21 έως το περιοδικό Patria) βρίσκουν –τυπικά ή άτυπα– θέση στη ΝΔ. Το κόμμα μετακινείται συνειδητά από τη διεκδίκηση του μεσαίου χώρου στο στόχο της επανακατάκτησης της ενότητας της κατακερματισμένης εθνικο-ριζοσπαστικής δεξιάς. Πριν τις εκλογές του 2012 η ΝΔ είχε αυτοβούλως εγκαταλείψει τον κεντρώο χώρο, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις της να φυλλορρούν εξαιτίας των τεκτονικών μετατοπίσεων ψηφοφόρων που σημειώθηκαν τον Μάιο του 2012. Παρά το ξεκάθαρο δεξιό προφίλ που καλλιεργήθηκε στη ΝΔ μετά την εκλογή του Α. Σαμαρά στην ηγεσία της, οι απώλειές της ήταν μεγάλες προς μορφώματα που τοποθετούνται στα δεξιά της (ΑΝΕΛΛ, ΛΑΟΣ, Χρυσή Αυγή), προς τα οποία διέρρευσε το 25% με 30% της εκλογικής της δύναμης του 2009.


Η ύπαρξη ενότητας στη ΝΔ, η οποία εκτείνεται από το κέντρο μέχρι τα άκρα του δεξιού πόλου, δημιουργεί συνοχή στην κεντροδεξιά παράταξη. Όταν όμως το κέντρο της αποσαθρώνεται, αποσυντίθεται το κεντροδεξιό οικοδόμημα συνολικά. Η άνοδος της Χρυσής Αυγής ευνοήθηκε από τη δεξιά στροφή της ΝΔ, αν και η εκλογική άνοδος του φιλοναζιστικού μορφώματος δεν αποτελεί μόνο ευθύνη της δεξιάς. Η εναντιωματική πολιτική ατζέντα («αντι-μνημόνιο»), ο σκληρός αντιευρωπαϊσμός, το έξαλλο στυλ πολιτικής διαμαρτυρίας, αντικομματικών και αντικοινοβουλευτικών τοποθετήσεων, η διαθεσιμότητα για τη βία ή η ανοχή της καλλιέργησαν ένα ευνοϊκό έδαφος για την άνοδο στην πολιτική σκηνή ενός κόμματος-υπερπολλαπλασιαστή όλων των παραπάνω. Η εκκένωση του κέντρου από κόμματα, πολιτικές και ψηφοφόρους συντηρεί εκλογικά τη Χρυσή Αυγή και είναι τουλάχιστον αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι αυτή θα εξαφανιστεί με τρικ και εισοδισμό πολιτικών παραγόντων.

Δημοσιεύτηκε στην εφημ. Το ΒΗΜΑ (6.4.2014) http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=584161#.U0JYq9gwgd8.facebook

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Ξεμπερδέψαμε με τη Χρυσή Αυγή;

Κατά την επίσκεψη μελών της Επιτροπής Δεοντολογίας της Βουλής στις φυλακές Κορυδαλλού προκειμένου να εξετάσουν τους προφυλακισμένους βουλευτές της Χρυσής Αυγής σχετικά με το ανακριτικό αίτημα για άρση της ασυλίας τους, ο Ν. Μιχαλολιάκος αφού λοιδόρησε τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους δήλωσε πως «δεν υπάρχει εγκληματική οργάνωση αλλά ένα πολιτικό κόμμα που διεξάγει νόμιμο πολιτικό αγώνα». Σε ποια έκταση έχει εξαπλωθεί μια «εγκληματική οργάνωση» στο εσωτερικό της Χρυσής Αυγής είναι ένα ζήτημα που διερευνάται δικαστικώς. Εμείς μπορούμε, ωστόσο, να εξετάσουμε εάν υφίσταται κατά κυριολεξία το «πολιτικό κόμμα» Χρυσή Αυγή και να εκτιμήσουμε τις πιθανές προοπτικές του στην πολιτική σκηνή.


Εξετάζοντας καταρχάς τη συγκεκριμένη οργάνωση από τα μέσα, με βάση τον αυτοπροσδιορισμό της όσον αφορά την ταυτότητά της, να σημειώσουμε ότι επί δεκαετίες απέφευγε να ορίζεται ως κόμμα. Ενδιαφέρουσα ιστορική λεπτομέρεια συνιστά το γεγονός ότι παρότι ο χώρος γύρω από τον Ν. Μιχαλολιάκο μετεξελίχθηκε σε «πολιτική κίνηση» το 1983, οι αρχές το αναγνώρισαν ως «πολιτικό κόμμα» υπερερμηνεύοντας τη δήλωση του «αρχηγού» για το είδος της οργάνωσης που ηγείτο.

Η συγκεκριμένη οργάνωση πρωτοχρησιμοποίησε για τον εαυτό της την έννοια «κόμμα» στις Ευρωεκλογές του 2009, χωρίς ούτε τότε αλλά ούτε στις βουλευτικές εκλογές του 2012 να προσκομίσει υλικό (διακηρυκτικές αρχές, καταστατικό), από το οποίο να συνάγεται ότι το περιεχόμενο και τα μέσα του «πολιτικού αγώνα» που διεξάγει ανταποκρίνονται στη συνταγματική επιταγή περί εξυπηρέτησης της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Επρόκειτο για ηθελημένη παραπλάνηση, καθώς οι ιθύνοντες της Χρυσής Αυγής επιδίωκαν να αποκρύψουν το γεγονός ότι καλλιεργούσαν ιδέες και χρησιμοποιούσαν πρακτικές που εκ των πραγμάτων τοποθετούσαν την οργάνωσή τους εκτός δημοκρατικής πλαισίωσης.

Το πολιτικό καμουφλάζ στο οποίο άρχισε να επιδίδεται συστηματικότερα η οργάνωση στο διάστημα 2010-2012 έδινε άλλοθι στη φιλελεύθερη δημοκρατική τάξη να επιτρέπει στους –μέχρι τότε– εκλογικά ασήμαντους εχθρούς της να επιβιώνουν στο περιθώριό της. Τα πράγματα αλλάζουν όταν αυξάνεται η εκλογική απήχηση της Χρυσής Αυγής· όταν, με άλλα λόγια, οι εξτρεμιστικές πρακτικές ενός ακροδεξιού γκρουπούσκουλου, οργανωμένου κατά τα παραστρατιωτικά πρότυπα των ομάδων κρούσης (μιλίτσια), μεταφέρθηκαν στην κεντρική πολιτική σκηνή και στην ίδια τη Βουλή.

Ποιες προοπτικές επιβίωσης στην πολιτική σκηνή διαθέτει ένα τέτοιο μόρφωμα; Μετά τις εκλογές του 2012 και την αποτύπωση της δύναμής του με ένα όχι ασήμαντο εκλογικό ποσοστό, δεν έλειψαν οι φωνές που υποστήριξαν ότι η Χρυσή Αυγή “ήρθε για να μείνει”. Εκτός απο τους ευσεβείς πόθους παραγόντων του φιλοναζιστικού χώρου, ο προβλεπτικός ισχυρισμός περί μακροημέρευσής της αποτύπωνε την εκτίμηση και ενός τμήματος της Αριστεράς, ότι η ύπαρξη μιας ακραίας δεξιάς απορροφά δυνάμεις από τον όμορο συντηρητικό χώρο προσδίδοντας πολωτικά χαρακτηριστικά στον κομματικό ανταγωνισμό.

Ο ισχυρισμός δεν είναι σωστός καθ’ολοκληρίαν. Η Χρυσή Αυγή, όπως και άλλα συγγενή μορφώματα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, διαθέτει ένα ανομοιογενές εκλογικό κοινό, το οποίο κατά ένα σημαντικό μέρος προέρχεται από ψηφοφόρους της παραδοσιακής και της νεο-λαϊκιστικής δεξιάς, αλλά κατά ένα μέρος και από χώρους με αριστερόστροφες τοποθετήσεις. Η έλλειψη ιδεολογικής ομοιογένειας των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής αντικατοπτρίζει την πολλαπλότητα των εκλογικών κινήτρων τους αλλά και τη δυνητικότητα της εκλογικής μεταστροφής εκείνων που δεν διακατέχονται από πίστη στις απόψεις της ούτε από συμφωνία με τις πρακτικές της. Πώς όμως μια δυνητικότητα εκλογικής μεταστροφής μπορεί να μετατραπεί σε απτή πραγματικότητα;

Η έναρξη της δικαστικής διερεύνησης όσον αφορά τις βίαιες πρακτικές της οργάνωσης και η αποκάλυψη του ακαμουφλάριστου προφίλ της δημιούργησαν προϋποθέσεις σταδιακής μεταστροφής εκλογέων που είχαν ψηφίσει τη Χρυσή Αυγή διακατεχόμενοι από αισθήματα γενικότερης διαμαρτυρίας για την πολιτική και αρνητισμό για τα πολιτικά κόμματα. Η Χρυσή Αυγή συμμετείχε στις εκλογές του 2012 προβάλλοντας το στυλ μιας από τα κάτω αντισυστημικής κινητοποίησης. Ο εκθειασμός της δύναμης, η σωματοποίηση της βίας, η στρατιωτικοποίηση της συμπεριφοράς των ομάδων κρούσης αύξαναν τη διείσδυσή της σε ακροατήρια που ελκύονται από μια αισθητική της δράσης. Η τάση αυτή όμως δείχνει να αναστρέφεται αφής στιγμής η Χρυσή Αυγή περιορίστηκε οργανωτικά εξαιτίας της δικαστικής διερεύνησης των πεπραγμένων της. Επιπλέον η θεσμική αναχαίτισή της αποκάλυψε ότι ο «βιταλισμός» και ο «αντικονφορμισμός» της δεν ήταν παρά ψευτοπαλικαρισμός που μετατράπηκε σε έναν υποκριτικό φρονηματισμό χάριν της ελάφρυνσης της θέσης των μελών της ενώπιον των δικαστικών κατηγοριών.


 Η Χρυσή Αυγή δεν εισήλθε μετεωρικά στην πολιτική αρένα (είχε προηγηθεί η δημιουργία μιας δομής πολιτικών ευκαιριών από το 2008), ούτε πρόκειται να εξαφανιστεί σαν αστροβολίδα. Η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης περιορίζει την επιρροή της, όμως δεν αρκεί. Θα χρειαστεί ένας θεσμικός συντονισμός στην προοπτική σύστασης ενός δικτύου αναχωμάτων για την απόκρουση του πολιτικού εξτρεμισμού. Επιπλέον καίριο ζήτημα είναι η ξεκάθαρη αποστασιοποίηση κομμάτων και κομματικών ιθυνόντων από τη θεματική ατζέντα του εξτρεμισμού. Όχι η απορρόφηση στοιχείων ενός ακραίου ρεύματος αλλά η πλήρης διάκριση από αυτό αποτελεί την προϋπόθεση για την αδρανοποίηση της εκλογικής του επιρροής.

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. Το Βήμα (23.3.2014) http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=579658#.Uy5_sFcXABg.facebook 
Αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μεταρρύθμιση (24.3.2014) http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=28775&mra=yes

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Παρουσίαση περιοδικού ΅ΕΠΙΣΤΗΜΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ"



Η Συντακτική Επιτροπή του Περιοδικού "Επιστήμη και Κοινωνία" και οι "Εκδόσεις Gutenberg" σας προσκαλούν στην εκδήλωση που διοργανώνεται με αφορμή την κυκλοφορία του 30ού και του 31ου τεύχους του Περιοδικού με θεματικά αφιερώματα:

"Πολυπολιτισμικότητα" (τεύχος 30) και "Αιτίες της Κρίσης" (τεύχος 31).

Η παρουσίαση θα λάβει χώρα την Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014, ώρα 7:00 μ.μ. στην αίθουσα "Open Space", Impact Hub Athens Καραϊσκάκη 28, Ψυρρή (Σταθμός ΗΣΑΠ Μοναστηράκι)

Στην εκδήλωση θα μιλήσουν:
ΗΛΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ, Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας
ΘΑΛΕΙΑ ΔΡΑΓΩΝΑ, Καθηγήτρια, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο ΑΘηνών
ΜΑΝΟΣ ΜΑΤΣΑΓΓΑΝΗΣ, Αναπληρωτής καθηγητής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο ΑΘηνών
ΗΛΙΑΣ ΚΙΚΙΛΙΑΣ, Διευθυντής Ερευνών, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών

Εκ μέρους της Συντακτικής Επιστροπής, την εκδήλωση θα συντονίσει ο:
ΝΙΚΟΣ ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ, Καθηγητής, Πρόεδρος Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών.

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Περί συνεργασιών και συναινέσεων

Παρότι με την έλευση κάθε νέου έτους το ενδιαφέρον στρέφεται σε καινούργιες εκδόσεις, κάποιες ματιές σε τίτλους από προηγούμενες χρονιές παραμένει μια καλή συνήθεια. Με αφορμή το σχηματισμό της κυβέρνησης συνασπισμού στη Γερμανία ξαναπήρα στα χέρια μου δύο βιβλία από τα πιο σημαντικά στο πεδίο της Συγκριτικής Πολιτικής. Αναφέρομαι στα έργα του καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, San Diego, Arend Lijphart, που φέρουν τον τίτλο Δημοκρατίες και Μοντέλα Δημοκρατίας (το δεύτερο επανεκδόθηκε το 2012).
Η συγκριτική προσέγγιση των δημοκρατικών συστημάτων βρίσκεται στον πυρήνα του γνωστικού ενδιαφέροντος του συγγραφέα, ο οποίος διακρίνει δύο κύριους τύπους: τα ανταγωνιστικά και τα συναινετικά δημοκρατικά συστήματα, αλλά και ένα σύνολο μεταβλητών προκειμένου να τα κατηγοριοποιήσει στον αντίστοιχο ιδεότυπο. Μια από τις μεταβλητές αναφέρεται στη μορφή της κυβέρνησης: κυβερνήσεις μονοκομματικές ή συνεργασίας συνθέτουν το δίπολο, παρότι μεταξύ των δεύτερων η γκάμα των παραλλαγών είναι ευρεία.
Οι κυβερνήσεις συνεργασίας κερδίζουν σε έδαφος. Άλλες από αυτές αποτελούν σχήματα «μεγάλου συνασπισμού» που συγκροτούνται από τη συνεργασία των δύο μεγαλύτερων αντίπαλων κομμάτων. Άλλες πάλι συνθέτουν ένα «μικρό συνασπισμό» κομμάτων που ανήκουν στον ίδιο παραταξιακό χώρο ή γειτνιάζουν στον ιδεολογικό άξονα. Υπάρχουν κυβερνήσεις συνασπισμού στις οποίες από το φόβο γρήγορων αποχωρήσεων από το σχήμα μετέχουν περισσότερα κόμματα από όσα χρειάζονται για μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία και άλλες που κινούνται με γνώμονα την επίτευξη μιας ελάχιστης πλειοψηφίας.
Στο έργο του Lijphart οι κυβερνήσεις συνεργασίας θεωρούνται η επιτομή της συναινετικής διακυβέρνησης. Μέσω αυτών πραγματώνεται η κατανομή της εξουσίας και δίνεται η ευκαιρία ικανοποίησης αιτημάτων πολλών κοινωνικών ομάδων. Αντίθετα με την κρατούσα άποψη, σύμφωνα με την οποία οι κυβερνήσεις συνεργασίας ταιριάζουν σε κοινωνίες (και σε συγκυρίες) χωρίς βαθιές διαιρέσεις και ρήγματα, ήταν ακριβώς η ύπαρξη τέτοιων κοινωνικο-πολιτικών σχισμάτων που οδήγησε στην επιλογή κάποιας μορφής συναινετικής διακυβέρνησης σε χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Σ’αυτές ο ρόλος των πολιτικών ελίτ υπήρξε καθοριστικός για τη μετατροπή των συγκρούσεων που υπήρχαν στη βάση του κοινωνικού ιστού σε συμφωνίες σε επίπεδο κορυφής.

Το έργο του Lijphart, εκτός από νεότευκτα πολιτικά καθεστώτα, επηρέασε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ενώ η εκ νέου μελέτη του σήμερα μπορεί να έχει ευεργετικά αποτελέσματα σε θεσμικές αλλαγές που επιχειρούνται υπό τη σκιά της κρίσης.

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών (26.1.2014) http://www.efsyn.gr/?p=169097

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Να κάνουμε την ανάγκη αρετή

Περιοδικό ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΚΦΡΑΣΗ, τ. 89/2013.



του Ηλία Κατσούλη

Όπως το 2007 με το ξέσπασμα της κρίσης στην αγορά των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ ο δυτικός -τουλάχιστον- κόσμος φάνηκε να αφήνει πίσω του μια μακρά περίοδο σχετικής ευημερίας, κάπως έτσι και στην Ελλάδα με την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου τον Μάιο 2010 συνειδητοποιήσαμε ότι η περίοδος της Μεταπολίτευσης με τη συνεχή βελτίωση των όρων ζωής είχε φτάσει στα όριά της. Πέρα από αυτά κάθε διεκδίκηση συνοδευόταν από κινδύνους που μπορούσαν να μας οδηγήσουν στη χρεοκοπία. Η συμφωνία που η ελληνική κυβέρνηση υποχρεώθηκε τότε να υπογράψει με τους εταίρους μας, την Τρόικα όπως συνηθίσαμε να την αποκαλούμε, όχι μόνο έθεσε τέρμα στο καθεστώς των διαρκών διεκδικήσεων και της ικανοποίησής τους, αλλά δρομολόγησε μια αντίστροφη διαδικασία απωλειών οικονομικού και κοινωνικού χαρακτήρα που συρρίκνωσαν δραματικά το γενικό επίπεδο και την ποιότητα της ζωής μας. Ιδιαίτερα επώδυνες οι απώλειες αυτές ήταν για τα ασθενέστερα στρώματα, τα οποία σε ελάχιστο χρονικό διάστημα φτωχοποιήθηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε η ολική τους περιθωριοποίηση να καθίσταται ένας υπαρκτός κίνδυνος.
Στο διάστημα των τριών τελευταίων χρόνων και στα πλαίσια των μέτρων, τα οποία οι ελληνικές κυβερνήσεις υποχρεώθηκαν να εφαρμόσουν, η οικονομική δραστηριότητα συρρικνώθηκε σε ένα ποσοστό που υπερβαίνει το 25% του ΑΕΠ, ενώ η επίσημη ανεργία ξεπέρασε το 27% του ενεργού πληθυσμού, για να γίνει καταστροφική για τους νέους/ες έως 26 ετών, στις τάξεις των οποίων ξεπέρασε το 60%. Όλες αυτές οι απώλειες, και άλλες πολλές, ανάγονται στο τεράστιο δημόσιο χρέος, το οποίο στην εποχή την «ευημερίας» (1982-2008) οι κυβερνήσεις, και υπό την πίεση οργανωμένων συμφερόντων, των πολυθρύλητων συντεχνιών, το έφτασαν περίπου στο 120% του ΑΕΠ. Από το σημείο αυτό και πέρα η εξυπηρέτησή του κατέστη αδύνατη, αφού η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας εξαφάνισε τα αναγκαία πλεονάσματα για την αποπληρωμή των τόκων, ενώ τα ελλείμματα που δημιουργούνταν αύξαναν τις ανάγκες δανεισμού και αυτές με τη σειρά τους το δημόσιο χρέος. Ενώπιον αυτού του φαύλου κύκλου η δραστική παρέμβαση της Τρόικας με την παροχή δανείων στην Ελλάδα ύψους περίπου 350 δισεκατομμυρίων Ευρώ συνοδεύτηκε από όρους, οι οποίοι επιδεινώνονταν για να καταντήσουν επαχθείς όσο τα πολιτικά κόμματα αρνιόνταν πεισματικά στην πράξη να τους εφαρμόσουν, παρά το γεγονός ότι τυπικά τους είχαν αποδεχθεί.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, στην αδυναμία δηλαδή του πολιτικού κόσμου στο σύνολό του (αλλά και της ελληνικής κοινωνίας) να αποδεχθεί μέτρα ριζοσπαστικού χαρακτήρα, θα πρέπει τελικά να αναζητηθούν οι αιτίες της βαθειάς κρίσης στην οποία έχουμε οδηγηθεί και στην αδυναμία μας μέχρι στιγμής να την ξεπεράσουμε. Στη συνείδηση ενός μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος έχει καταγραφεί η βεβαιότητα ότι στη σημερινή κατάσταση οδηγηθήκαμε από πράξεις και παραλείψεις των πολιτικών, σε κάθε περίπτωση των κομμάτων εξουσίας (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ), και ότι τα οδυνηρά οριζόντια μέτρα που εφαρμόζονται για την καταπολέμηση της κρίσης μας έχουν επιβληθεί από τους δανειστές μας που κερδοσκοπούν σε βάρος μας. Το ότι αυτή η εξήγηση γίνεται σταδιακά αποδεκτή από την πλειονότητα του εκλογικού σώματος φαίνεται όχι μόνο από τη σύνθεση της τωρινής βουλής, στην οποία τα λεγόμενα «αντιμνημονιακά κόμματα» ποσοτικά υπερτερούν, αλλά και από τις συνεχείς δημοσκοπήσεις, στις οποίες καταγράφεται αύξηση των ποσοστών των αντιδημοκρατικών και αντισυστημικών δυνάμεων, με προεξάρχουσα τη φιλοναζιστική Χρυσή Αυγή.
Από την άλλη μεριά καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες της δημοσιοποίησης ντροπιαστικών περιπτώσεων διαφθοράς από μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, ιδιαίτερα εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Το θέμα της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, γενικά της άρνησης ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού να εκπληρώσει τις στοιχειώδεις υποχρεώσεις του έναντι της κοινωνίας, μας απασχολεί καθημερινά, ενώ σε περιόδους σαν και αυτή που ζούμε τώρα βλέπουμε ομάδες πολιτών που αποδεδειγμένα κινούνται και δρουν εκτός των νόμων να προκαλούν με την σπάταλη και ανομική συμπεριφορά τους. Εάν κάτι μας έχει γίνει συνείδηση τα τελευταία χρόνια είναι το οδυνηρό γεγονός ότι ζούμε σε καταστάσεις παρατεταμένης ανομίας. Μιας κατάστασης που έχει διεισδύσει σε τέτοιο βαθμό στο συλλογικό μας ασυνείδητο, ώστε πολλές φορές να μας φαίνεται δικαιολογημένη και αναγκαία, αφού έτσι «κλέβουμε τους κλέφτες».
Όμως σχετικά δικαιολογημένα θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς ότι όλα αυτά τα θλιβερά φαινόμενα δεν αποτελούν τις πραγματικές αιτίες της υπαρξιακής κρίσης στην οποία έχουμε περιέλθει. Αυτό είναι σωστό και εν συντομία θα ήθελα να δείξω τι σημαίνει και ποιες είναι οι επιπτώσεις αυτών των φαινομένων.
Σε ανύποπτο χρόνο και αξιοποιώντας την επιστημονική βιβλιογραφία είχα καταλήξει στη διαπίστωση ότι μακρυά από τα φώτα της δημοσιότητας στην ελληνική κοινωνία συγκρούνται αφανείς συμμαχίες, τις οποίες είχα ονομάσει «διανεμητικές συσπειρώσεις». Μικρές στην αρχή ομάδες κατακτούσαν στην πολιτική, στη διοίκηση, στην οικονομία ή όπου αλλού μια αποφασιστική θέση που τους επέτρεπε να επηρεάζουν και να ελέγχουν προς όφελός τους τις εξελίξεις που τους ενδιέφεραν. Με την πάροδο του χρόνου αυτές οι συσπειρώσεις εξελίχθηκαν σε οργανωμένες και πολλές φορές πολυπληθείς ομάδες που απέκτησαν τέτοια δύναμη ώστε να καταστεί αδύνατη η λήψη οποιασδήποτε απόφασης ή μέτρων της κυβέρνησης ή ενός άλλου θεσμού που δεν θα τις εξυπηρετούσε. Αυτές οι ομάδες αργότερα ονομάστηκαν «συντεχνίες» και απέκτησαν μια τόσο ισχυρή θέση ώστε να εξελιχθούν σε ομάδες αρνησικυρίας. Τίποτα δεν μπορούσε να γίνει στον τομέα τους χωρίς τη συγκατάθεσή τους και έτσι γινόταν συνήθως αυτό που οι ίδιες ήθελαν και το προκαλούσαν. Σταδιακά και με την πάροδο του χρόνου, ιδιαίτερα στην περίοδο της λαϊκιστικής κυριαρχίας (δεκαετία 1980) η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της, προπάντων όμως ο δημόσιος τομέας, διαβρώθηκε σε τέτοιο βαθμό από τις συντεχνίες, ώστε κάθε ιδέα διαρθρωτικής μεταρρύθμισης να ακυρώνεται εν τη γενέση της. Αν υπάρχει κάτι το χειροπιαστό που αποτρέπει την εφαρμογή μέτρων τα οποία δρομολογούν διαδικασίες που ανοίγουν την αγορά στον ανταγωνισμό, εξορθολογίζουν τις συναλλαγές, επιβάλλουν αξιοκρατικές επιλογές, αυξάνουν την εισπρακτική ικανότητα του κράτους και άλλα πολλά αναγκαία, είναι αυτές οι συντεχνίες που αντιστέκονται και πολλές φορές μέχρι τώρα με επιτυχία ακυρώνουν όλα τα προαναφερθέντα. Το ελληνικό κράτος δεν είναι σε θέση ούτε και από τους αποδεδειγμένα ακατάλληλους, τους απατεώνες, τους κατ’ευφημισμό «επιόρκους» να απαλλαγεί. Το κράτος είναι δέσμιο τόσο πολλών «ακυρωτικών» διαδικασιών τις οποίες οι συντεχνίες στη διάρκεια δεκαετιών επέβαλαν, ώστε να αδυνατεί να αλλάξει «κεκτημένα συμφέροντα» και να επιβάλλει το νόμο. Από την άλλη μεριά είναι οι πολιτικοί, είναι η ίδια η διοίκηση, που ελέγχονται από τις συντεχνίες αυτές και καθυστερούν, διστάζουν, ολιγωρούν, αφού είναι αυτοί, πολιτικοί και διοίκηση, που συνέβαλαν στη δημιουργία όλων αυτών των καταστάσεων και τώρα αδρανούν σκεπτόμενοι το «πολιτικό κόστος». Η πολιτική τάξη στην Ελλάδα στερείται της αναγκαίας τόλμης λήψης των κατάλληλων μέτρων και για το λόγο ότι από τη στιγμή που θα αποφασίσει να τα λάβει και να τα επιβάλει θα είναι τα άλλα κόμματα: της μείζονος και της ελάσσονος αντιπολίτευσης που θα αντισταθούν, θα συμπαρασταθούν στις συντεχνίες και θα υποσχεθούν να επαναφέρουν τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση, να επανορθώσουν τις «αδικίες», ελπίζοντας στην προσέλκυση ψήφων για την κατάκτηση της εξουσίας. Σε αυτόν τον φαύλο κύκλο κινείται, τουλάχιστον τα τελευταία 30 χρόνια, η ελληνική πολιτική και από αυτόν τον φαύλο κύκλο πρέπει να βγούμε εάν θέλουμε η χώρα μας να μπει σε έναν ευρωπαϊκό δρόμο ανάπτυξης απαλλαγμένη από τις αμαρτίες του παρελθόντος.
Είναι αλήθεια ότι τα Μνημόνια, το πρώτο και το δεύτερο, επέβαλαν μέτρα τα οποία δεν βοηθούν τη γρήγορη έξοδο από την κρίση. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις επιδεινώνουν την κρίση και καθυστερούν την έξοδο από αυτήν, όπως δείχνουν οι δείκτες μείωσης της παραγωγικής δραστηριότητας και της απασχόλησης. Οι Τροϊκανοί έχουν παραδεχθεί ότι έκαναν λάθη. Αλλά πώς προέκυψαν αυτά τα λάθη; Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ Μ. Ντράγκι ομολόγησε ότι από την πλευρά της Τρόικας έγιναν μεν λάθη, αυτά όμως οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό σε έλλειψη έγκυρης πληροφόρησης και των απαραίτητων στοιχείων από τη μεριά των ελληνικών κυβερνήσεων. Είπε μάλιστα ότι «ορισμένες αποφάσεις είχαν ληφθεί τότε στη βάση πληροφοριών, οι οποίες ήταν είτε ελλιπείς είτε εσφαλμένες είτε παραπλανητικές» (εφημ. Καθημερινή, 9 Ιουλίου 2013). Και εδώ θα πρέπει να σταθούμε και να σκεφτούμε τις ευθύνες μας ως κράτος, ως κοινωνία, ως πολίτες. Στη διεθνή γλώσσα χρησιμοποιούν από καιρό την απαξιωτική μεταφορά «Greek statistics» όταν θέλουν να παραπέμψουν στην ανεπίτρεπτη απόκρυψη ή αλλοίωση στοιχείων που αφορούν στις οικονομικές δραστηριότητες κράτους και οργανισμών. Οι ελληνικές υπηρεσίες διέπρεψαν στο παρελθόν στην απόκρυψη τέτοιων στοιχείων. Στην περίπτωση της προετοιμασίας των Μνημονίων και από ελληνικής πλευράς έχει καταγγελθεί το γεγονός ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις απέφευγαν να δώσουν στην Τρόικα τις απαιτούμενες πληροφορίες, ενώ επιπλέον απείχαν από την κατάθεση συγκεκριμένων προτάσεων στη σύνταξη του πρώτου Μνημονίου επειδή στερούνταν ιδεών. Όταν δεν προτείνεις τίποτα, γράφει ο καθηγητής και πρώην υπουργός Τ. Γιαννίτσης, “ πρέπει να αποδεχθείς τα πάντα”.
Τώρα πια έχουμε φθάσει στα άκρα. Η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της έχει χωριστεί σε δύο ετερόκλητα και αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Ανομολόγητα ή ομολογημένα ορισμένοι προσβλέπουν σε ένα άλλο σύστημα, με κοκκινωπές ή φαιές αποχρώσεις. Άλλοι αλλοιθωρίζουν προς εξωπραγματικές λύσεις που κάπου αλλού είδαν προσωρινά να εφαρμόζονται και άλλοι ονειρεύονται την Ελλάδα επικεφαλής μιας διεθνούς αντικαπιταλιστικής συμμαχίας! Και ενώ στη μια πλευρά, την αντιμνημονιακή, συνωστίζονται ιδέες και δυνάμεις των οποίων το μόνο κοινό στοιχείο είναι η αντίθεσή τους στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία και στο σύστημα της ελεύθερης αγοράς, στην άλλη πλευρά στην οποία βρίσκονται τα κυβερνητικά κόμματα και εκεί οι διαθεσεις απέναντι στις λύσεις που η Τρόικα χωρίς εμάς μας έχει επιβάλει μάλλον αμφίσημες είναι. Οι περισσότεροι υπουργοί των τελευταίων κυβερνήσεων αρνούνται στην πράξη να εφαρμόσουν τα συμφωνηθέντα, ενώ πολλές φορές λύσεις που και αυτοί οι ίδιοι υιοθετούν προσπαθούν να τις φορτώσουν στην Τρόικα εντείνοντας  με τον τρόπο αυτό τη δυσπιστία του ελληνικού λαού σε λύσεις που οι εκπρόσωποί του δεν έχουν το θάρρος να υποστηρίξουν δημόσια.
Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση που μας επιβάλλει να κάνουμε ρήξεις, να κάνουμε την ανάγκη αρετή. Εδώ που είμαστε φτάσαμε κυρίως με δικές μας πράξεις και παραλείψεις· από την αδυναμία μας να συνδυάσουμε ορθολογικά παραγωγή και κατανάλωση, από μια άπληστη διάθεση του “εδώ και τώρα”, με αποτέλεσμα την επικράτηση συντεχνιακών συμφερόντων και την έξαρση της διαφθοράς.
Όσο επώδυνα κι αν αποδείχθηκαν τα μέτρα που συμφωνήσαμε να αποδεχθούμε, θα πρέπει να τα εφαρμόσουμε μέχρι τέλους. Ανεξάρτητα από την επιτυχία (μερική ή ολική) που θα έχουν ένα νομίζω ότι θα μας βοηθήσει να δρομολογήσουμε: να απαλλαγούμε από αυτόν τον κυκεώνα των συμφερόντων μικρών και μεγάλων ομάδων που έχουν καταντήσει βρόχος στο λαιμό της ελληνικής κοινωνίας και την εμποδίζουν να πάρει τις αναγκαίες αποφάσεις που ευνοούν τους πολλούς και βλάπτουν τις συντεχνίες.