Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Κόμμα προκάλυμμα ιδιωτικής πολιτοφυλακής



Παρά τη θρυλούμενη κρίση τους, τα κόμματα εξακολουθούν να αποτελούν κεντρικό πυλώνα στις σύγχρονες δημοκρατίες: μαζικά ή παραγοντικά, ταξικά ή πολυσυλλεκτικά, κεντρώας τάσης ή κεντρώας απόκλισης, τα κόμματα παραμένουν ο κύριος νόμιμος διαμεσολαβητής της θέλησης του λαού, προς όφελος των συμφερόντων του οποίου επιχειρούν να κατακτήσουν την εξουσία. Όσο μέγεθος δυσθυμίας κι αν έχει παρεισφρήσει στις σχέσεις των πολιτών με τα κόμματα, η σημαντικότητα του ρόλου τους θέτει επί τάπητος το ζήτημα της δημοκρατικής ποιότητας ως προς τον τρόπο εσωτερικής οργάνωσής τους.
Τα κόμματα δεν είναι οργανωμένα με τον ίδιο τρόπο· άλλα επικεντρώνονται στη συγκέντρωση ψήφων, άλλα είναι προσανατολισμένα στη στρατολόγηση ατόμων σε κλαδική βάση και άλλα ενδιαφέρονται για τον ιδεολογικό εγκιβωτισμό μελών σε «πυρήνες» με ταξικά-επαγγελματικά κριτήρια. Η ταξινόμηση αυτή, την οποία οφείλουμε στον Γάλλο πολιτικό επιστήμονα Maurice Duverger, περιγράφει τη βασική οργανωτική λογική που διέπει αντιστοίχως φιλελεύθερα, σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά κόμματα.
Ο Duverger επεξεργάστηκε, επίσης, τον τύπο οργάνωσης των φασιστικών κομμάτων, τα οποία κατέταξε στην κατηγορία της “μιλίτσιας”. Ένα «κόμμα-μιλίτσια» («κόμμα-πολιτοφυλακή»), διαθέτει παραστρατιωτική δομή και λειτουργία, αυστηρή πειθαρχία και άκαμπτη ιεραρχία. Στον πυρήνα του βρίσκεται ένας εκπαιδευμένος «ιδιωτικός στρατός» ακολούθων (militia) που επιδιώκει την κατατρομοκράτηση των αντιπάλων. Παρότι ο «ιδιωτικός στρατός» συνοδεύεται από μια πολιτική οργάνωση, αυτή λειτουργεί ως πέπλο συγκάλυψης βίαιων πρακτικών και είναι χρήσιμη όταν το «κόμμα-πολιτοφυλακή» διεκδικεί μια στοιχειώδη πολιτική νομιμοποίηση.
Η ανάλυση του «κόμματος-μιλίτσια» αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο προκειμένου να κατανοήσουμε τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της μεταπολεμικής εξτρεμιστικής δεξιάς: από το υπερεθνικιστικό VMO, που ήταν υπέρ μιας “φυλετικά καθαρής Φλάνδρας” και οργάνωνε παραστρατιωτικές δράσεις για να στηρίξει τις αποσχιστικές και ρατσιστικές θέσεις του, μέχρι τη φιλοναζιστική Χρυσή Αυγή, που από την αρχή έθεσε ως στόχο να αντιμετωπίσει τους “εσωτερικούς” και “εξωτερικούς υπονομευτές” σχηματίζοντας με τους “πολεμιστές της Νέας Χαραυγής” “τάγματα εφόδου”,  το οργανωτικό μοντέλο του “κόμματος-μιλίτσια” ταιριάζει γάντι στα μορφώματα του συγκεκριμένου χώρου. H διαφορά μεταξύ VMO και Χρυσής Αυγής είναι ότι το πρώτο, λόγω συμμαχιών του με κατεστημένα δεξιά κόμματα, κατόρθωνε να καθιστά δυσδιάκριτο τo προφίλ του ως «μιλίτσιας», γι’αυτό και χρειάστηκαν είκοσι χρόνια μέχρι να τεθεί εκτός νόμου. Στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής, ωστόσο, δια στόματος του αρχηγού της, έχει ανοιχτά υποστηριχθεί το «στρατιωτικό μοντέλο οργάνωσής» της και με περηφάνεια η Χρυσή Αυγή έχει αυτοπροσδιοριστεί ως ένα κόμμα των «ταγμάτων εφόδου» (ομιλία Ν. Μιχαλολιάκου, 25.8.2012,  http://www.youtube.com/watch?v=lzXmbrdfDow, ανάκτηση 26.9.2013). 
Η Χρυσή Αυγή έχει όλα τα χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε παραστρατιωτική μονάδα, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς κι από μόνος του αν παρακολουθήσει συγκεντρώσεις της οργάνωσης: στην αρχή προσέρχονται κατά μόνας άτομα μεγαλύτερης ηλικίας κι όταν πυκνώσει ο χώρος από συγκεντρωμένους καταφθάνουν, εν είδει στρατιωτικού σχηματισμού, με κοινή ενδυμασία και κρατώντας κομματικά λάβαρα με κοντάρια, δύο έως τρεις ομάδες των δώδεκα ή περισσότερων ατόμων από το Μέτωπο Νεολαίας, στοιχισμένων και διατεταγμένων ανά τριάδες, τα οποία παρατάσσονται πειθαρχημένα –με τη παρέμβαση ανδρών που φέρουν στολές παραλλαγής και δείχνουν να περιφρουρούν το χώρο–  μπροστά από το συγκεντρωμένο πλήθος. Καθώς το μοτίβο είναι επαναλαμβανόμενο, συμπεραίνουμε ότι πρόκειται για μια τακτική της Χρυσής Αυγής, που παραπέμπει στην ύπαρξη μιας διττής οργανωτικής δομής αποτελούμενης από έναν πυρήνα μελών που δρα με βάση στρατιωτικά πρότυπα και από έναν ευρύτερο χώρο υποστηρικτών που συμβολικά και πραγματικά κυκλώνεται από την κομματική πολιτοφυλακή.
Το γεγονός ότι μια παραστρατιωτική μιλίτσια έχει διεισδύσει στα σώματα ασφαλείας, όπως κάτι τέτοιο διακρίνεται από τα υψηλά ποσοστά της Χρυσής Αυγής σε εκλογικά κέντρα που ψήφισαν μαζικά ένστολοι, είναι ένα ανησυχητικό αλλά όχι δυσερμήνευτο γεγονός. Η κοινωνική απαξίωση των σωμάτων ασφαλείας, οι χρόνιες συγκρούσεις τους με ακραίες ομάδες της Αριστεράς, μια μίζερη καθημερινότητα του ρίσκου που βιώνουν κυρίως όσοι υπηρετούν στις μονάδες της τάξης, διευκολύνουν την προσέγγιση θυλάκων της Αστυνομίας (προπάντων εκείνων που δρουν σε κλειστούς πυρήνες) με υπερεθνικιστικές ομάδες, οι οποίες αυτοπροβάλλονται ως ιδεολογικά και επιχειρησιακά όμορες με δυνάμεις της κρατικής τάξης. Το πόσο βάθος έχει μια τέτοια σύγκλιση, αν εξαντλείται στην έκφραση εφήμερων διαθέσεων ή παραπέμπει στην ύπαρξη μονιμότερων δεσμών τμημάτων της Αστυνομίας και του Στρατού με μορφώματα του ακραίου πολιτικού περιθωρίου ή, πολλώ μάλλον, αν περιλαμβάνει συνέργειες κρατικών λειτουργών με κομματικές μιλίτσιες, θα φανεί από τις έρευνες που διεξάγονται.
Το momentum είναι σημαντικό και, τώρα, αυτό που έχει πρωτίστως σημασία είναι να αντιδράσουν έγκαιρα, με σοβαρότητα και θάρρος οι θεσμοί. Τα Μίντια, ο ρόλος των οποίων πάντα είναι κομβικός στην αντιμετώπιση της ακροδεξιάς, χρειάζεται να τηρήσουν πιστά τους κανόνες της ερευνητικής δημοσιογραφίας, ώστε να εισφέρουν με εγκυρότητα στην ανάδειξη άγνωστων ή αθέατων πτυχών του «κόμματος-μιλίτσια»· με καλές προθέσεις ενδεχομένως, αλλά η ροπή προς μια περιπτωσιολογία «ιστοριών ζωής» που εμφανίζεται με ορισμένα ΜΜΕ, απλώς δραματοποιεί και αποουσιαστικοποιεί την πραγματικότητα που επιχειρείται να περιγραφεί.
Σε σχέση με τη Χρυσή Αυγή, ήδη από το 1983, όταν η οργάνωση δηλώνει πρώτη φορά επισήμως την παρουσία της στην πολιτική σκηνή και μέχρι τις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2012 σημειώνονται ορισμένες θεσμικές παραλείψεις. Στη γνωστοποίηση το 1983 προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου της ίδρυσης πολιτικού κόμματος με την επωνυμία «Λαϊκός Σύνδεσμος», όπως και στη γνωστοποίηση της συμμετοχής του στις Ευρωεκλογές το 1994 με την επωνυμία «Χρυσή Αυγή-Λαϊκός Σύνδεσμος» και από το 2009 της συμμετοχής του σε εθνικές και ευρωπαϊκές εκλογές με την τωρινή του ονομασία («Λαϊκός Σύνδεσμος-Χρυσή Αυγή») δεν περιλαμβάνεται ούτε η πλήρης διατύπωση του ν.δ. 59/1974 ούτε η επανάληψη της φρασεολογίας του άρθρου 29 §1 του Συντάγματος περί εξυπηρέτησης από το συγκεκριμένο κόμμα «της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος». Επίσης, μέχρι και τις βουλευτικές εκλογές του 2012, η αδειοδότηση της συμμετοχής της Χρυσής Αυγής σε εκλογές δεν συνοδευόταν από την κατάθεση/γνωστοποίηση του Καταστατικού της (αυτό γίνεται εκ των υστέρων τον Αύγουστο του 2012). Αν εικάσουμε βασίμως ότι το καταστατικό της οργάνωσης, με το οποίο αυτή συμμετείχε σε εκλογικές αναμετρήσεις, είναι αυτό που διαβάσαμε προσφάτως στον Τύπο (ΕφΣυν, 26.9.2013) και στο οποίο εξαίρεται η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία και απορρίπτεται η δημοκρατία, τότε μπορούμενα συνάγουμε ότι η μη συμπερίληψή του στις σχετικές δηλώσεις της οργάνωσης συνιστά μια καίρια παράλειψη, αποφασιστικής σημασίας για το δικαιωμα ή όχι συμμετοχής της σε εκλογές.

Μια ελαφρώς μικρότερη εκδοχή του άρθρου δημοσιεύθηκε στην εφημ. Το Βήμα (29.9.2013)


Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

Η οργανωτική δομή της Χρυσής Αυγής: ένα κόμμα-μιλίτσια


Απόσπασμα από υπό δημοσίευση σε συλλογικό τόμο περί εκλογών άρθρου μου για την ΧΑ

Όσον αφορά τον τρόπο οργάνωσης αυτού του μορφώματος, η Χρυσή Αυγή δημιουργεί καταρχάς υποψίες για την ύπαρξη  παράλληλων οργανωτικών δομών, πέραν εκείνων που αναφέρονται στο (νέο) καταστατικό της, λειτουργεί δε με χαρακτηριστικά «κόμματος-μιλίτσια». Το «κόμμα-μιλίτσια» (αλλιώς: «κόμμα-πολιτοφυλακή»), στο οποίο αναφέρεται ο Duverger (1963: 36 επ.), υπήρξε ιστορικά ο τύπος οργάνωσης των φασιστικών/ναζιστικών κομμάτων, τα οποία διέθεταν παραστρατιωτική λειτουργία, αυστηρή πειθαρχία και ιεραρχία, καθώς και μέσα τρομοκράτησης των αντιπάλων. Mεταπολεμικά η εξτρεμιστική δεξιά που διεκδίκησε κοινοβουλευτική παρουσία, όπως επί παραδείγματι το MSI, υιοθέτησε το μοντέλο του μαζικού κόμματος και απέφυγε το οργανωτικό στυλ της μιλίτσιας, υποστηρίζει ο Ignazi (2003: 36), παρότι ιστορικά αυτός ο τύπος κόμματος «δεν περιφρονεί τις εκλογές» κατά την περίοδο που διεκδικεί την εκλογική του ενίσχυση ή και την άνοδό του στην εξουσία, διατείνεται ο Duverger (ό.π., σ. 39). Μορφώματα του δεξιού εξτρεμιστικού χώρου χωρίς «εκλογική κλίση», όπως το Φλαμανδικό VMO, ενστερνίστηκαν γνωρίσματα της «παραστρατιωτικής μιλίτσιας». Γνωρίσματα «μιλίτσιας» οικειοποιήθηκε από τα πρώτα στάδια του βίου της και η Χρυσή Αυγή, όταν, παρότι είχε μετατραπεί σε κόμμα, η άσκηση εκλογικής επιρροής δεν αποτελούσε κεντρική και αποδεκτή από όλες τις πτέρυγές της οργάνωσης στόχευσή της. Με το σκεπτικό της αντιμετώπισης των «εξωτερικών εισβολέων» και των «εσωτερικών υπονομευτών», όπως αναφέρεται στην πρώτη Διακήρυξη Ιδεολογικών Αρχών της οργάνωσης (χ.χ.) και κατόπιν με το πρόσχημα της προσφοράς προς εκείνα τα τμήματα της κοινωνίας που είχαν ήδη οργανωθεί «σε ένα είδος μιλίτσιας» για «να προφυλάξουν τα πλέον στοιχειώδη που είναι η ζωή και η περιουσία τους»,[1] οι «πολεμιστές της Νέας Χαραυγής», όπως αρχικώς αυτοαποκαλούνταν όσοι ανήκαν στο περιβάλλον της Χρυσής Αυγής, χρησιμοποίησαν το σχήμα της «οργάνωσης-πολιτοφυλακή» ως πρότυπο παρέμβασής τους στο μαζικό χώρο. Λειτουργώντας ως άτυπη ιδιωτική μονάδα κρούσης (αλλιώς: «ιδιωτικός στρατός»), όπως περιγράφεται το «κόμμα-μιλίτσια» στην κατά Duverger (ό.π., σ. 36) εκδοχή του, η οργάνωση επιδίδεται πλέον συστηματικά σε «εφόδους» με στόχο π.χ. την εξακρίβωση στοιχείων επαγγελματικής ιδιότητας και παραμονής μεταναστών. Το ότι εξάλλου η Χρυσή Αυγή υιοθετεί χαρακτηριστικά μιλίτσιας τεκμαίρεται από δηλώσεις του ίδιου του αρχηγού της (Ellinas, στο ίδιο, σ. 11-12), ο οποίος υποστηρίζει ανοικτά ένα «στρατιωτικό μοντέλο οργάνωσης» του κόμματος, του οποίου βρίσκεται επικεφαλής.[2]
Ο Μαυρογορδάτος (1996: 139) αναφερόμενος στις οργανώσεις των Επιστράτων του 1916 και συγκρίνοντάς τες με παραστρατιωτικές οργανώσεις στην Αυστρία (Heinwehr) και τη Γερμανία (Stahlhelm) υποστηρίζει ότι στις οργανώσεις-πολιτοφυλακής δεν είναι μόνο η “μίμηση του στρατού” αλλά και η «νοσταλγία» του που τις χαρακτηρίζουν. Βέβαια, στην περίπτωση των Επιστράτων επρόκειτο «για στρατιώτες που ξαναβρίσκουν την χαμένη τους ‘κοινότητα’» και όχι «για πολίτες που παριστάνουν τους στρατιώτες» (στο ίδιο), όπως συμβαίνει σε μεταπολεμικές οργανώσεις με προφίλ ταγμάτων εφόδου. Στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής, οι δημόσιες συγκεντρώσεις της πράγματι «θυμίζουν στρατιωτική μονάδα», όπως χαρακτηριστικά έχει αναφερθεί από στελέχη της (βλ. ενδεικτικά δηλώσεις Η. Κασιδιάρη), αλλά και όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς αν παρακολουθήσει προσεκτικά συγκεντρώσεις της οργάνωσης: στην αρχή, στον τόπο της εκδήλωσης προσέρχονται κατά μόνας άτομα συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας και όταν πυκνώσει ο χώρος από συγκεντρωμένους καταφθάνουν, εν είδει στρατιωτικού σχηματισμού, με κοινή ενδυμασία και κρατώντας κομματικά λάβαρα στα χέρια τους, δύο έως τρεις ομάδες των δώδεκα ή και περισσοτέρων ηλικιακά νέων ατόμων, προφανώς από το Μέτωπο Νεολαίας, διατεταγμένων ανά τριάδες και στοιχισμένων το ένα πίσω από το άλλο, τα οποία παρατάσσονται στα δύο άκρα και μπροστά από το συγκεντρωμένο πλήθος.[3] Καθώς το μοτίβο αυτό είναι επαναλαμβανόμενο, μπορούμενα συμπεράνουμε ότι πρόκειται για μια τακτική της Χρυσής Αυγής, η οποία παραπέμπει στην ύπαρξη μιας διττής οργανωτικής δομής αποτελούμενης από έναν πυρήνα οργανωμένων μελών («μελών-ακολούθων») που δρα συντονισμένα και με στρατιωτική (ή στρατιωτικοφανή) πειθαρχία, καθώς και από έναν ευρύτερο χώρο φίλων και  υποστηρικτών που μένει στα μετόπισθεν της οργάνωσης. Σε όλον αυτόν τον στρατό-imitation παρών είναι ένας νοσταλγικός τόνος για μια «Λαϊκή Κοινότητα Ελλήνων» και μια «Ελλάδα που να ανήκει πραγματικά στους Έλληνες», ο οποίος καλλιεργείται συστηματικά στο χώρο της Χρυσής Αυγής:[4] για να υπάρχει μια τέτοια Ελλάδα είναι απαραίτητη η μάχη εναντίον του «εσωτερικού εχθρού», εκείνων δηλαδή που «μισούν» και «προδίδουν» «αυτήν την Πατρίδα», των «υπηρετών του χρεοκοπημένου λιμπεραλισμού και του ιστορικά αποτυχημένου μαρξισμού» (και εδώ ο νοσταλγικός τόνος παραπέμπει στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου[5]), ώστε «να μην τον αφήσουν να την ξεπουλήσει» (Χρυσή Αυγή 2012: 1, 6).



[1] Αποσπάσματα από τη συνέντευξη που παραχώρησε τον Ιούλιο του 2011 στη γράφουσα και τη Λ. Ρόρη σημαίνον στέλεχος της Χρυσής Αυγής. Όπως υποστήριξε το πρόσωπο με το οποίο συνομιλήσαμε, είναι οι κάτοικοι που «οργανώνονται σε ένα είδος μιλίτσια», από «λαϊκή ανάγκη» που έχει να κάνει με τις «ακραίες καταστάσεις» πολιτισμικής και εθνικής «αλλοίωσης», τις οποίες αντιμετωπίζει η χώρα.
[2] Για τα χαρακτηριστικά της Χρυσής Αυγής ως “κόμματος-μιλίτσια” βλ. ενδεικτικά τη χαρακτηριστική διατύπωση-παραδοχή του ίδιου του Γεν. Γραμματέα της σε δημόσια εκδήλωση του κόμματος: “Εδώ είμαστε, ας έρθουν να μας  συντρίψουν. Εσείς είστε τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής. Ας έρθουν να αναμετρηθούμε…”. Εδώ το σχετικό βίντεο: http://www.youtube.com/watch?v=lzXmbrdfDow. Για τα χαρακτηριστικά της Χρυσής Αυγής ως «στρατιωτικής μονάδας» βλ. σε βίντεο σχετικές δηλώσεις του βουλευτή του κόμματος Η. Κασιδιάρη (http://www.pheme.gr/node/5418, τελευταία ανάκτηση 24.4.2013) από εκδήλωση του κόμματος στα Τρίκαλα τον Οκτώβριο του 2012.
[3] Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από προσωπική έρευνα της γράφουσας, η οποία παρακολούθησε δημόσιες συγκεντρώσεις της Χρυσής Αυγής στο διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαΐου 2013.
[4] Χρυσή Αυγή (2012: 4) και Καταστατικό (30.8.2012), σ. 2.
[5] Μια σύγκριση με τα άρθρα του Α. Καμπάνη στο περιοδικό Το Νέον Κράτος καταδεικνύει τις ιδεολογικές και λεκτικές συγκλίσεις της Χρυσής Αυγής με το Μεταξικό καθεστώς, βλ. ενδ. Α. Καμπάνης, «Εσωτερική Πολιτική», τ. 1, 1937, σ. 15-18, όπου η ταυτόχρονη καταγγελία «λιμπεραλισμού» και κομμουνισμού και η εξύμνηση της «εθνικής ολότητας». Το ζήτημα των εκλεκτικών συγγενειών της Χρυσής Αυγής με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου χρειάζεται να αναλυθεί σε βάθος. Ο χώρος εδώ δεν επαρκεί, ελπίζω ωστόσο να φέρω εις πέρας ένα τέτοιο εγχείρημα σε ένα επόμενο συγγραφικό έργο που ετοιμάζω.

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Νουάρ αναγνώσεις του φασισμού

Έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, στη διάρκεια των οποίων εκδόσεις για τον φασισμό μπορούσαν να αγγίξουν ένα ευρύ κοινό. Όσο μεγάλωνε η χρονική απόσταση από τη χούντα, μαζί με το τρίτο κύμα του εκδημοκρατισμού, η θεματική του φασισμού μπήκε στο περιθώριο. Όταν στη δεκαετία του 2000 κυκλοφόρησαν στα ελληνικά ο Σ. Πέιν (Ιστορία του Φασισμού, Φιλίστωρ), ο P. Milza (Οι Μελανοχίτωνες της Ευρώπης, Scripta), o R. Paxton (H ανατομία του φασισμού, Κέδρος) ή ο Ε. Gentile (Φασισμός. Ιστορία και Ερμηνεία, Ασίνη) οι ενδιαφερόμενοι να εντρυφήσουν στα «κλασικά» αυτά κείμενα μετριούνταν στα καθίσματα λίγων μικρών σεμιναριακών αιθουσών. Σήμερα, δεν είναι τόσο ότι ξαναδιαβάζονται οι αναλυτές του φασισμού από ένα ευρύ κοινό, όσο ότι ολοένα και περισσότεροι ενδιαφέρονται για τη θεματική που έχει γίνει σαν ένα τελάρο ζωγραφικής για να τεντωθούν πάνω του οι πρόσφατες σκληρές εικόνες του εγχώριου δεξιού εξτρεμισμού.
Ε(πανε)κδόσεις έργων από τον χώρο της νουάρ λογοτεχνίας που ως κύριο θέμα τους έχουν τον ναζισμό και τον φασισμό σε μεταβατικές περιόδους –όταν οι ολοκληρωτισμοί εγκαθιδρύονται ως καθεστώτα και όταν τα καθεστώτα αυτά καταρρέουν– έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον ενός σημαντικού αριθμού αναγνωστών. Αριστοτεχνικά δείγματα γραφής αυτού του είδους αποτελεί η κυκλοφορία στα ελληνικά των δύο Τριλογιών: του Βερολίνου (Ph. Kerr) και του Φασισμού (C. Lucarelli). Η σαγηνευτική πένα του Kerr και του Lucarelli, η ενδιαφέρουσα μυθιστορηματική πλοκή και προπάντων οι χαρακτήρες του ντεντέκτιβ Μπέρνι Γκούντερ και του επιθεωρητή Ντε Λούκα αποτελούν λόγο επαρκή για να μην αφήσει ο αναγνώστης μισοδιαβασμένη καμία από τις δύο Τριλογίες που θα πιάσει στα χέρια του. Ωστόσο, μια γοητευτική όσο και καλοδουλεμένη λογοτεχνική προσέγγιση μπορεί να προσθέσει κάτι στην ερμηνεία του φασισμού/ναζισμού;

Ο ντεντέκτιβ Γκούντερ, που απεχθάνεται τους Ναζί και ο επιθεωρητής Ντε Λούκα, που έχει στελεχώσει μηχανισμούς καταστολής του φασιστικού καθεστώτος, διαθέτουν κάτι κοινό: διατηρούν μια εμφανή εσωτερική απόσταση από το πολιτικό καθεστώς. Επέτρεπαν, όμως, οι Ολοκληρωτισμοί μια κάποια εσωτερική διαφοροποίηση των ακολούθων; Ο κυνισμός και η επιτηδειότητα του Μπέρνι Γκούντερ, όπως και η τυφλή επαγγελματική προσήλωση –ένα σχεδόν Βεμπεριανό ήθος εργασίας– του Ντε Λούκα θα μπορούσαν να αποτελέσουν οδηγό επιβίωσης στην καθημερινότητα του φασισμού και του ναζισμού; Η καθιερωμένη απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική, αν και η διατύπωσή του σκιαγραφεί αχνά μια προοπτική τρωτότητας των ολοκληρωτικών καθεστώτων κάθε είδους.

Δημοσιεύθηκε στον Βιβλιοστάτη της Εφ.Συντ. (07.09.2013) http://www.efsyn.gr/?p=107467

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Politisches Rahmenkonzept gegen Rassismus



Sind Einschränkungen der Meinungsfreiheit im Rahmen einer liberalen Demokratie möglich? Um welche Demokratie handelt es sich, die nicht sogar den Leugnern der Erinnerung an den Holocaust gestatten würde, ihre „Amnesie” zu äußern, welchen Motiven auch immer sich die Verdrängung oder Fälschung dieser Erinnerung verdankt? Vassiliki Georgiadou kommentiert den Entwurf des derzeit kontrovers diskutierten griechischen Antirassismus-Gesetzes auf dem Hintergrund historischer Erfahrungen. 

Veröffentlichung in "Politik und Gesellschaft" vom Goethe-Institut in Athen
http://www.goethe.de/ins/gr/lp/kul/dug/pok/dgr/de11261821.htm


Am 12. Mai 1991 lud der Bezirksverband München-Oberbayern der extremistischen, pronazistischen Nationaldemokratischen Partei Deutschlands (NPD) zu einer Veranstaltung über das Thema „Deutschlands Zukunft im Schatten politischer Erpressung?“ ein, bei der als Hauptredner der bekannte Holocaust-Leugner David Irving auftreten sollte. Die Veranstaltung war im Parteiblatt mit der Bemerkung angekündigt worden, der Redner werde zu der Frage Stellung nehmen, ob die Deutschen weiterhin „Zeitgeschichte als politisches Erpressungsinstrument dulden“ sollten. Da seitens der Behörden vermutet wurde, dass es bei der Veranstaltung zu Straftaten kommen würde, hatte die Stadt München zumutbare Auflagen für die Durchführung der Versammlung erstellt, die den Straftatbestand der Leugnung oder Anzweifelung des Holocaust seitens der Veranstalter und ihrer Gäste betrafen.

Der juristische Meilenstein des deutschen Bundesverfassungsgerichts

Der Beschluss des Bundesverfassungsgerichts (1BvR 23/94/13.4.1994) zur Beschwerde der NPD gegen den Bedingungsrahmen für die Durchführung der Veranstaltung stellt einen Meilenstein dar und liefert europaweit Richtlinien für gesetzliche Regelungen bei der Bekämpfung von Rassismus und Fremdenfeindlichkeit. Unter anderem heißt es in diesem Beschluss:

„Die Meinungsfreiheit ist allerdings nicht vorbehaltlos gewährleistet ... (sie) unterliegt den Schranken, die sich aus dem Grundgesetz und den allgemeinen Gesetzen ergeben ... die Meinungsfreiheit (beansprucht) keineswegs stets den Vorrang vor dem Persönlichkeitsschutz. Vielmehr geht bei Meinungsäußerungen, die als Formalbeleidigung oder Schmähung anzusehen sind, der Persönlichkeitsschutz der Meinungsfreiheit regelmäßig vor ... Bei der untersagten Äußerung, daß es im Dritten Reich keine Judenverfolgung gegeben habe, handelt es sich um eine Tatsachenbehauptung, die nach ungezählten Augenzeugenberichten und Dokumenten, den Feststellungen der Gerichte in zahlreichen Strafverfahren und den Erkenntnissen der Geschichtswissenschaft erwiesen unwahr ist. Für sich genommen genießt eine Behauptung dieses Inhalts daher nicht den Schutz der Meinungsfreiheit“.

Sind jedoch Einschränkungen der Meinungsfreiheit im Rahmen einer liberalen Demokratie möglich? Um welche Demokratie handelt es sich, die nicht sogar den Leugnern der Erinnerung an den Holocaust gestatten würde, ihre „Amnesie“ zu äußern, welchen Motiven auch immer sich die Verdrängung oder Fälschung dieser Erinnerung verdankt? Persönlich erschiene mir als „demokratische Hölle“ ein System, in dem jede verbale Assoziation bedingungslos in die gesellschaftspolitische Sphäre losgelassen wird. Bevor wir uns einem Vorwurfsgewitter gegen die Beschränkungen der Meinungsfreiheit (sogar bei Extremvokabular) aussetzen, geben wir zu, dass grundsätzlich die Beschränkungen der Rede- und Meinungsfreiheit aus derselben Wurzel stammen wie diese Freiheit selbst, insofern wir jedes Mal, wenn wir etwas überlegt oder spontan äußern, uns dafür entscheiden, etwas anderes nicht zu sagen bzw. nicht zu schreiben, und dies aus persönlichen Gründen oder solchen, die mit unserem Umfeld in Zusammenhang stehen.

Die Grenzen zwischen Rede und Praxis sind vorhanden, zugleich jedoch durchlässig. Wer das „Notizbuch“ von Viktor Klemperer gelesen hat (als Buch erstmals 1947 unter dem Titel “Linguae Tertii Imperii” erschienen), in dem die Sprache der Nationalsozialisten analysiert wird, begreift das hochdramatische Motto des Buchs „Sprache ist mehr als Blut“. Die Sprache war das „stärkste“ Wirkmittel der Nazis: Eine „Sprachgift“, das nicht nur die getreue Gefolgschaft des Führers durchdrang, sondern auch die Gleichgültigen, ja sogar die Gegner. Entsprechendes gilt auch für die Sprache der Extremisten: trotz ihrer expressiven Kärglichkeit, vielleicht sogar deswegen, „umzingelt“ sie und „kesselt ein“.

Die Zeit drängt: Gesetz gegen pronazistischen Extremismus

Das Gesetz gegen den Rassismus, entworfen vom griechischen Justizministerium, hat einen Sturm an Reaktionen hervorgerufen; der darin aufgeführte Begriff „Feindseligkeit“ sei unklar, insofern er von rassistischen Diskriminierungen abgelöst und mit breiteren Formen politischer Gegnerschaft verbunden werden könne. Anderen Stimmen zufolge würde mit dem Inhalt dieser Gesetzesvorlage die Meinungsfreiheit verletzt und die freie politische Betätigung bedroht. Die Einsprüche sind bis zu einem Punkt nachvollziehbar und die Schwachstellen sollten nachgebessert werden. Das neue Gesetz gegen Rassismus und Fremdenfeindlichkeit kann als Hauptzweck nur verfolgen, dem Phänomen des pronazistischen Extremismus entgegenzutreten. Es handelt sich nicht um eine Vergeltungsaktion auf historischem Hintergrund; daher geht es nicht darum, den Problemen des rechten Extremismus in Entsprechung zu denen des linken Extremismus entgegenzutreten. Auch werden dadurch keine erweiterten Regeln für politisch korrekte Haltungen geschaffen. Die Zeit drängt. Der pronazistische Extremismus kesselt die Gesellschaft ein. Die Mittel der Umzingelung (darunter das Vokabular und die Symbolik) sind keine leeren Signifikanten, so dass man gegenüber denen, die die Demokratie unterminieren, in aller Strenge Position beziehen muss. Zugleich darf dies nicht nur auf der Ebene von Gesetzen und deren Durchsetzung geschehen. Es muss durch Maßnahmen politischer Erziehung und Bildung ergänzt werden. In diesem Bereich ist das griechische politische System leider hoffnungslos im Rückstand.


Erstveröffentlichung in: To Vima, 19. Mai 2013

Übersetzung: Andrea Schellinger

Copyright: Vassiliki Georgiadou und Goethe-Institut Griechenland

Juni 2013



Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Συνολική Πολιτική κατά του Ρατσισμού


Στις 12 Μαΐου 1991, η τοπική οργάνωση Μονάχου-Άνω Βαυαρίας του εξτρεμιστικού-φιλοναζιστικού Εθνικού Δημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (NPD) διοργάνωσε εκδήλωση με θέμα «Το μέλλον της Γερμανίας στη σκιά του πολιτικού εκβιασμού» με κεντρικό ομιλητή τον γνωστό αρνητή του Ολοκαυτώματος David Irving. Η εκδήλωση είχε προαναγγελθεί από κομματικό έντυπο με την επισήμανση ότι ο ομιλητής θα έπαιρνε θέση στο ερώτημα, εάν οι Γερμανοί θα εξακολουθούσαν «να ανέχονται τη σύγχρονη ιστορία ως ένα όργανο πολιτικού εκβιασμού». Καθώς η τέλεση αξιόποινων πράξεων στη διάρκεια της εκδήλωσης θεωρήθηκε από τις αρχές πιθανή, η Δημαρχία του Μονάχου έθεσε τις παραδεκτές προϋποθέσεις για τη διεξαγωγή της, οι οποίες αφορούσαν την απαγόρευση άρνησης ή αμφισβήτησης του Ολοκαυτώματος από τους διοργανωτές και τους προσκεκλημένους τους. Η απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου (1 BvR 23/94/13.4.1994) που προκλήθηκε εξαιτίας της προσφυγής του NPD κατά της θεσμικής πλαισίωσης για τη διεξαγωγή της εκδήλωσης, αποτελεί ορόσημο και προσδίδει κατεύθυνση στη νομοθετική διαδικασία για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας πανευρωπαϊκά. Μεταξύ άλλων αναφέρεται στην απόφαση:  
«Η ελευθερία του λόγου δεν είναι εγγυημένη άνευ όρων … υπόκειται στους περιορισμούς του Θεμελιώδους Νόμου και της γενικής νομοθεσίας … Η ελευθερία του λόγου δεν κατέχει προτεραιότητα έναντι της προστασίας της προσωπικότητας. Αναφορικά με τις εκφράσεις γνώμης που εκλαμβάνονται ως τυπική προσβολή ή ύβρι, η προστασία της προσωπικότητας κατά κανόνα προηγείται της ελευθερίας της γνώμης. Σε ό,τι αφορά τις απαγορευόμενες εκφράσεις, ότι στο Τρίτο Ράιχ δεν υπήρξε δίωξη των Εβραίων, πρόκειται … για αναληθή ισχυρισμό … που δεν απολαμβάνει της προστασίας της ελευθερίας της γνώμης».

Είναι, ωστόσο, δυνατόν να υπάρχουν περιορισμοί στην έκφραση γνώμης στο πλαίσιο μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας; Τι είδους δημοκρατία θα ήταν αυτή που δεν θα επέτρεπε ακόμη και στους αρνητές της μνήμης του Ολοκαυτώματος να εκφράσουν την ‘α-μνησία’ τους, όποια κίνητρα κι αν είχε η απώθηση ή παραποίηση της δικής τους μνήμης; Προσωπικά θα μου φαινόταν, πάντως, σαν μια ‘δημοκρατία-κόλαση’ εκείνη στην οποία κάθε λεκτικός συνειρμός θα μπορούσε ελεύθερα να εκλυθεί στην κοινωνικο-πολιτική ατμόσφαιρα. Πριν επιδοθούμε σε έναν καταιγισμό καταγγελιών εναντίον των περιορισμών στην ελεύθερη έκφραση (ακόμη και) του (πλέον ακραίου) λόγου, ας ομολογήσουμε καταρχάς ότι οι περιορισμοί στην έκφραση του λόγου και της γνώμης είναι σύμφυτοι της ίδιας της ελευθερίας της έκφρασης, εφόσον κάθε φορά που εκφράζουμε κάτι συνειδητά ή ασυνείδητα αποφασίζουμε να μην πούμε ή να μην γράψουμε κάτι άλλο για λόγους προσωπικούς αλλά και άλλους που σχετίζονται με το περιβάλλον που απευθυνόμαστε ή και από το οποίο εξαρτώμαστε. Τα όρια μεταξύ λόγου και πράξης είναι διακριτά, συγχρόνως όμως είναι και όρια διαπερατά. Όποιος έχει διαβάσει τα σημειωματάρια του Βίκτωρα Κλέμπερερ (που εκδόθηκαν σε βιβλίο το 1957 με τίτλο Lingua Tertii Imperii), στα οποία αναλύεται η γλώσα των Ναζί, αντιλαμβάνεται με τρόπο δραματικό το περιεχόμενο της προμετωπίδας του βιβλίου: ‘η γλώσσα είναι πιο πολύ κι από αίμα’.  Η γλώσσα ήταν το πιο ‘δυνατό’ μέσο επιρροής που διέθεταν οι Ναζί: επρόκειτο για μια “γλώσσα δηλητηριώδη” που κατεξουσίασε όχι μόνο τους πιστούς οπαδούς του χιτλερισμού, αλλά και τους αδιάφορους, ακόμη και αντιπάλους του. Τηρουμένων των αναλογιών αυτό συμβαίνει με τη γλώσσα των εξτρεμιστών: παρά την εκφραστική πενία της, ίσως και εξαιτίας της, ‘εγκλωβίζει’ και ‘περικυκλώνει’.

Ο αντιρατσιστικός νόμος που σχεδιάζει το υπουργείο δικαιοσύνης έχει προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων: κατά πολλούς η έννοια ‘εχθροπάθεια’, που περιέχεται, είναι ασαφής εφόσον ο ορισμός της θα μπορούσε να απομονωθεί από την καλλιέργεια ρατσιστικών διακρίσεων και να συνδεθεί με ευρύτερες μορφές πολιτικής αντιπαλότητας, ενώ κατ’άλλους με το περιεχόμενο της συγκεκριμένης νομοθετικής πρωτοβουλίας πλήττεται η ελευθερία του λόγου ή και απειλείται η ελεύθερη πολιτική δράση. Οι αιτιάσεις είναι ως ένα σημείο εύλογες και τα αδύνατα σημεία πρέπει να αντιμετωπιστούν. Ο νέος νόμος εναντίον του ρατσισμού και της ξενοφοβίας κύριο σκοπό δεν μπορεί παρά να έχει την αντιμετώπιση του φαινομένου του φιλοναζιστικού εξτρεμισμού. Δεν πρόκειται για ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών με την ιστορία γι’αυτό το ζητούμενο δεν είναι ένας νόμος που να διαχειρίζεται τα προβλήματα του δεξιού εξτρεμισμού κατ’αναλογία προς εκείνα του αριστερού εξτρεμισμού ούτε να θέτει ευρύτερους κανόνες πολιτικής ορθότητας και να τηρεί ίσες αποστάσεις από θεωρητικώς ομόλογα ιστορικά-πολιτικά φαινόμενα. Δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο. Ο φιλοναζιστικός εξτρεμισμός περικυκλώνει την κοινωνία. Τα μέσα του εγκλωβισμού (μεταξύ αυτών ο λόγος και τα σύμβολα του φιλοναζιστικού εξτρεμισμού) δεν είναι κενά σημαίνοντα, γι’αυτό και η αντιμετώπιση των υπονομευτών της δημοκρατίας πρέπει να είναι αυστηρή. Ταυτοχρόνως η αντιμετώπιση δεν μπορεί να είναι μόνο νομικο-δικαιική, αλλά συγχρόνως (εκ-)παιδευτική και πολιτική. Και σε αυτό το πεδίο η ελληνική πολιτεία έχει μείνει δυστυχώς απελπιστικά πίσω.

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. Το Βήμα (19.5.2013)


Αναδημοσιεύθηκε στη Μεταρρύθμιση