Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Η Άκρα Δεξιά στα Βαλκάνια

 

Δεξιός λαϊκισμός και εξτρεμιστική δεξιά: Παρενέργειες του μετακομμουνισμού ή «κανονικές παθολογίες» της δημοκρατίας;

 Μιλώντας για το Λαϊκισμό και την Άκρα Δεξιά στα Βαλκάνια δεν κάνουμε μια άλλη συζήτηση από εκείνη σχετικά με το Λαϊκισμό και την Άκρα Δεξιά στη μεταπολεμική Ευρώπη. Οι βασικές προϋποθέσεις της λαϊκιστικής κινητοποίησης και του ακροδεξιού φαινομένου είναι πάνω κάτω οι ίδιες.
Ποια είναι η Άκρα Δεξιά
Μιλώντας κανείς για την Άκρα Δεξιά εμπλέκεται –αναγκαστικά– σε ζητήματα που αφορούν καταρχάς τις έννοιες: είναι εξτρεμιστική και ριζοσπαστική ή λαϊκιστική και αντισυστημική η Ακρα Δεξιά; Τέτοια ζητήματα αφορούν, επίσης, την εξέλιξη του φαινομένου: είναι η Ακρα Δεξιά ένα ενιαίο και ομοιογενές φαινόμενο ή, αντιθέτως, πρόκειται για 
κάτι που μεταβάλλεται και προσαρμόζεται στην πολιτική συγκυρία; Ανήκει στη συγκυρία ή η ιστορία συνδιαμορφώνει το πλαίσιο για την εμφάνιση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που θα προσλάβει η Ακρα Δεξιά;
Στη διεθνή βιβλιογραφία, η Ακρα Δεξιά εξετάζεται ως ένα φαινόμενο του μεταπολεμικού κόσμου: εμφανίστηκε μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ως μια περιθωριακή πολιτική δύναμη: ένα νέοφασιστικό δημιούργημα σε έναν μετάφασιστικό κόσμο. Παρότι στην αρχή δε διαδραμάτισε σημαντικό πολιτικό ρόλο, δημιούργησε τις προϋποθέσεις συνέχειας στο μεταπολεμικό κόσμο των αρχών του Αντιδιαφωτισμού: δηλαδή του εθνικισμού, του αυταρχισμού, του αντιοικουμενισμού, της ιδεολογίας της ανισότητας. Επιπλέον, η εμφάνισή της δημιούργησε ένα πρώτο ρήγμα στο πνεύμα συναίνεσης των πολιτικών δυνάμεων, που ήθελαν μια Ευρώπη δημοκρατική. Η Ακρα Δεξιά –χωρίς να επιζητά ευθέως την επιστροφή σε ένα status quo ante– εξέφραζε νοσταλγία γι’ αυτό και ακολουθούσε στρατηγικές που υπονόμευαν το δημοκρατικό καθεστώς.
Τη δεκαετία του 1970 μετακινείται από το περιθώριο στο προσκήνιο της πολιτικής. Αυτό συνέπεσε με τις εξελίξεις του μεταβιομηχανισμού και μεταϋλισμού (R. Inglehart), δηλαδή με τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της παραγωγής από τη βιομηχανία στις υπηρεσίες, τη συρρίκνωση της εργατικής τάξης υπέρ των μεσαίων στρωμάτων και την αλλαγή στις αξίες, με το οικονομικό και οικουμενικό υπόβαθρό τους να υποχωρεί έναντι των ευδαιμονικών, αλλά και των εθνοκεντρικών αξιών. Η Ακρα Δεξιά μεταμορφώθηκε σε έναν συλλέκτη διαμαρτυρίας των παλιών μεσαίων στρωμάτων, των ελεύθερων επαγγελματιών, των μη-κρατικοδίαιτων υπαλλήλων. Ο λαϊκιστικός αντικρατισμός της την κατέστησε επιλέξιμη από ψηφοφόρους που δεν μοιράζονταν απαραιτήτως τις ιδεολογικές της αρχές. Με τα χαρακτηριστικά του συλλέκτη διαμαρτυρίας, η Ακρα Δεξιά αποχρωματίζεται ιδεολογικά (στα μάτια των εκλογέων δεν αποτελεί πια ένα νεοφασιστικό μόρφωμα αλλά ένα μεταφασιστικό δημιούργημα)· γίνεται έτσι (δυνητικά) επιλέξιμη από δυνάμεις που κινούνται εντός και εκτός του ακραίου δεξιού πόλου.
Τα δεδομένα και οι εξελίξεις της δεκαετίας του ‘90 αποτελούν μια καινούργια πρόκληση για την Ακρα Δεξιά. Η πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων, το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης και τα ρεύματα της μετανάστευσης δημιούργησαν νέες πραγματικότητες για τα εθνικά κράτη και τις πολιτικές-ιδεολογικές ταυτότητες. Σε μια εποχή ραγδαίας επιτάχυνσης της Ιστορίας που προκαλούσε παγκόσμιες ανατροπές (P. Milza), η Ακρα Δεξιά προτάσσοντας τις ιδεολογικές της παρακαταθήκες (εθνικισμός, αντιοικουμενισμός, ιδεολογία της ανισότητας/”διαφορική ισότητα”) μετατράπηκε σε έναν αναδευτή και συλλέκτη των φόβων, της ανασφάλειας, του θυμού, των προκαταλήψεων ανθρώπων που βίωναν τραυματικά τη ρευστοποίηση των προσωπικών τους, καθώς και των πολιτικών και συλλογικών ταυτοτήτων. Είναι η Ακρα Δεξιά που βλέπουμε γύρω μας: εθνοκεντρική, ξενοφοβική, αντιμεταναστευτική, που “περιφρονεί την αρχή της ισότητας” (Zeev Sternhell) και καλλιεργεί το φθόνο και τη μνησικακία μεταξύ των πολιτών (Η.-G. Betz, Th. Lipovats & N. Demertzis).
Η Ακρα Δεξιά ευδοκιμεί προπάντων σε μεταβατικές περιόδους. Το τέλος του πολέμου το ‘45, ο μεταβιομηχανισμός τη δεκαετία του ’70, ο μετακομμουνισμός τη δεκαετία του ’90, αλλά και η επίταση των διεργασιών της παγκοσμιοποίησης σήμερα αποτελούν παραδειγματικές καταστάσεις μετάβασης, στη διάρκεια των οποίων το (εθνικό, εθνικο-κομμουνιστικό, κοινοτιστικό) παρελθόν ξυπνά και οι αμυντικές στάσεις απέναντι στη νέα πραγματικότητα διεγείρονται: είδαμε π.χ. σε βαλκανικές χώρες να ζωντανεύουν φαντάσματα του μεσοπολεμικού πρωτοφασισμού, να ξαναγίνονται γοητευτικές αλυτρωτικές ιδέες, σχέδια εθνικού κομμουνισμού και υπερεθνικισμού. Ο εθνικισμός, το αίσθημα απειλής της εθνικής ταυτότητας, η εθνικο-πολιτισμική προτεραιότητα είναι η νοητή γραμμή που διασυνδέει τη λαϊκιστική ακροδεξιά οπουδήποτε και οποτεδήποτε κι αν αυτή εμφανίζεται, από τη Βαλκανική μέχρι τη Σκανδιναβική Χερσόνησο και από τις παλιές δημοκρατίες έως τις νεότερες.
Όμως η λαϊκιστική Ακρα Δεξιά δεν είναι μόνο προϊόν της μετάβασης, μια παρενέργεια των κοινωνικών ανατροπών. Παρότι σε μεταβατικές καταστάσεις παρατηρείται έξαρση του λαϊκισμού και του εξτρεμισμού, ο λαϊκισμός και η ενίσχυση των άκρων αποτελούν “φυσιολογικές παθολογίες” των δυτικών δημοκρατιών (Ε.Κ. Scheuch & H.D. Klingemann): επειδή πάντα οι αξιώσεις μας από τη δημοκρατία θα είναι περισσότερες από όσα τα συστήματα δημοκρατικής διακυβέρνησης μπορούν να υλοποιήσουν, το μόνιμο χάσμα μεταξύ προσδοκιών από τη δημοκρατία και δημοκρατικής πραγματικότητας αποτελεί εγγενή προϋπόθεση για την ανάδειξη του λαϊκισμού και του εξτρεμισμού μέσα σε νεότερα αλλά και σε εδραιωμένα δημοκρατικά περιβάλλοντα (βλ. M. Canovan).
Επιδιώξεις
Το ερώτημα είναι επίκαιρο στην Ελλάδα. Επίσης, τίθεται και επανατίθεται από τη δεκαετία του 1970, όταν –για πρώτη φορά στην Αυστρία το 1970– η λαϊκιστική άκρα δεξιά άρχισε σποραδικά να συμμετέχει (τυπικά και άμεσα ή έμμεσα) στη διακυβέρνηση. Τι κάνουν οι ακραίες και λαϊκιστικές δυνάμεις σε ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα και πόσο ανεκτικό μπορεί να είναι το τελευταίο απέναντί τους; Το ερώτημα παραπέμπει καταρχάς στην αξιολόγηση του φρονήματος των λαϊκιστών και των ακραίων δεξιών: είναι ο συγκεκριμένος χώρος δημοκρατικός, κινείται εντός του συνταγματικού πλαισίου ή πρόκειται για έναν χώρο αποτελούμενο από challengers που κινούνται ζικ-ζακ εντός και εκτός του ορίου της δημοκρατικής τάξης;
Παρότι λαϊκιστικές και ακροδεξιοί ομνύουν στο όνομα του Λαού και δηλώνουν πίστη στη συνταγματική τάξη, ωστόσο υπερασπίζονται μια κοινοτιστική και οργανική ερμηνεία των αρχών του φιλελεύθερου συντάγματος, διαθέτουν μια συσταλτική αντίληψη της αρχής της ισότητας και μια αντικομματική στάση, καθώς θεωρούν τα κόμματα διαιρέτες της θέλησης του Λαού και τον ηγέτη (όχι τους διαμεσολαβητικούς θεσμούς) γνήσιο διερμηνευτή της λαϊκής θέλησης. Τέτοιες δυνάμεις, λαϊκιστικές και ακραίες, όταν μετέχουν στη διακυβέρνηση προσαρμόζονται στο δημοκρατικό πολιτικό σύστημα ή, αντιθέτως, το μετακινούν σε ακραίες τοποθετήσεις και αποφάσεις; Αλλιώς: απορροφώνται από το σύστημα της διακυβέρνησης οι δυνάμεις του λαϊκισμού και των άκρων όταν τις ανατίθενται ευθύνες σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής ή μια τέτοια ανάθεση ευθυνών δικαιώνει τις αντισυστημικές και αντικοινοβουλευτικές στάσεις τους;
Εξετάζοντας τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες λαϊκιστικά και ακραία κόμματα έχουν συμμετάσχει σε κυβερνήσεις συνεργασίας ή έχουν στηρίξει κοινοβουλευτικά κυβερνήσεις μειοψηφίας, καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι αυτά δεν γίνονται ούτε πιο θεσμικά ούτε πιο ριζοσπαστικά εξαιτίας μιας τέτοιας συμμετοχής. Η λαϊκιστική δεξιά κουβαλά μαζί της στις τυπικές ή άτυπες διακυβερνητικές θέσεις που αναλαμβάνει την (λιγότερο ή περισσότερο ριζοσπαστική) προσωπικότητά της. Έτσι, αν βρίσκεται σε φάση θεσμοποίησης όπως π.χ. η Alleanza Nationale του Fini ή, αντιθέτως, αν βρίσκεται σε φάση ριζοσπαστικοποίησης όπως π.χ. το Schweizerische Volkspartei του Blocher, η συμμετοχή στη διακυβέρνηση λειτουργεί ως πολιτική ευκαιρία προκειμένου ο χώρος του λαϊκισμού και των άκρων να προχωρήσει προς μια προοπτική που έχει δρομολογηθεί.
Μπορεί να μην επηρεάζεται η παραγωγή πολιτικής από τη συμμετοχή λαϊκιστών και ακροδεξιών στην κυβέρνηση κατά τρόπο διαφορετικό από ό,τι αυτό ήδη συμβαίνει από την ίδια την παρουσία και τη δράση τους στην πολιτική και κομματική σκηνή, όμως μια τέτοια συμμετοχή χαλαρώνει προς τα κάτω τα όρια της δημοκρατικής ανοχής. Αν η δημοκρατία δεν θέτει αυστηρές προϋποθέσεις όσον αφορά τους δρώντες και τους ρόλους που αυτοί μπορούν και πρέπει να αναλάβουν, τότε το ιδεολογικό φορτίο του λαϊκισμού, του εθνικισμού και του εξτρεμισμού γίνεται υιοθετήσιμο χωρίς αναστολές από πολλούς, γίνεται κοινωνικά αποδεκτό, εν τέλει φαίνεται πολιτικά ανώδυνο.
Σε ποιους απευθύνεται
Από τη δεκαετία του 1990 η πολιτική και ιδεολογική απο-ουσιαστικοποίηση του δεξιού λαϊκισμού και της Ακρας Δεξιάς είναι μια υπαρκτή πραγματικότητα. Ήταν η εποχή που από μελετητές του ακροδεξιού και νεολαϊκιστικού φαινομένου παρατηρήθηκε κάτι πολύ ενδιαφέρον: η Ακρα Δεξιά είχε διεισδύσει στους ανειδίκευτους εργάτες και τα χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα, υψηλός αριθμός των οποίων, αντί να ψηφίζει π.χ. Κομμουνιστές ή Σοσιαλιστές, ψήφιζε Ακρα Δεξιά. Πρόκειται για το φαινόμενο του “εργατο-λεπενισμού”, όπως αποκλήθηκε στη Γαλλία (φαινόμενο προλεταριοποίησης).
Τα πολυσυλλεκτικά κόμματα εγκαταλείπονται από τους παραδοσιακούς εκλογείς τους και το κομματικό σύστημα βρίσκεται σε κρίση, η Ακρα Δεξιά διεκδικεί -αδιακρίτως άλλων γνωρισμάτων τους- απογοητευμένους ψηφοφόρους από παντού: τη βιομηχανική εργατική τάξη, τους ηλικιωμένους και τις νοικοκυρές, τους νέους που φοβούνται για το μέλλον τους, τους απασχολούμενους σε επισφαλή επαγγέλματα και όσους δεν έχουν ικανότητα διαπραγμάτευσης στην αγορά.
Δε γνωρίζουμε αν τα κόμματα της Ακρας Δεξιάς θα εξελιχθούν σε “νέα κόμματα μαζών” τώρα που τα παλιά καταρρέουν, ούτε αν θα γίνουν “τα σύγχρονα εργατικά κόμματα” όπως ισχυρίζονται αρκετοί μελετητές τους. Διαθέτουν, ωστόσο, αυξανόμενη επιρροή και διεμβολίζουν τα παραδοσιακά κόμματα, εξελίξεις που επιτάθηκαν όταν η λαϊκιστική και ακραία δεξιά βρέθηκαν στο προσκήνιο της πολιτικής σκηνής, όταν τελείωσε η καραντίνα στην οποία την είχε βάλει η μεταπολεμική πολιτική ελίτ.

Η ΑΤΑΚΑ στη Βουλγαρία και το Κόμμα της Μεγάλης Ρουμανίας είναι υπερεθνικιστικά μορφώματα, με επιθετικό λαϊκιστικό λόγο, που έχουν πολλές συνάφειες με τα εθνικο-σοβινιστικά κόμματα της βορειοευρωπαϊκής ακροδεξιάς: είναι αφενός υπέρ ενός ισχυρού κράτους πρόνοιας οι υπηρεσίες του οποίου προορίζονται αποκλειστικά και μόνο για την εθνική κοινότητα των γηγενών, αφετέρου είναι κόμματα αυταρχικά, που στρέφονται κατά των μειονοτήτων, ευρωσκεπτιστικά, επιρρεπή στη συνωμοσιολογία, αλλά και στο διπλό λόγο: ο Siderov με περισσή ευκολία περνά από τον αντισυστημικό λόγο στη στήριξη της κυβέρνησης του Μπόρις Μπορίσοφ, από την καταγγελία του Μπορίσοφ ως πράκτορα των Αμερικανών στην υπεράσπισή του – αλλά και ο Tudor από ακραίος αρνητής του Ολοκαυτώματος και αντισημίτης μετατράπηκε σε προσκηνητή του Άουσβιτς και φίλο του Ισραήλ
Η Ακρα Δεξιά ευδοκιμεί σε μεταβατικές εποχές και στα δίχτυα της μπλέκονται συνήθως οι χαμένοι από τη μετάβαση· όσοι δεν ευνοούνται στις συνθήκες της νέας εποχής ή και όσοι φοβούνται ότι δε θα τα καταφέρουν. Το κενό που δημιουργείται σε μεταβατικές περιόδους για τους χαμένους έρχεται να καλύψει η επιλεκτική και νοσταλγική χρήση του παρελθόντος από τους λαϊκιστές και τους ακραίους, η φαντασίωση που δημιουργούν μιας συνεκτικής κοινότητας που ήταν στο παρελθόν παρούσα και μπορεί να αναβιώσει στο παρόν, αρκεί οι εθνικο-πολιτισμικά διαφορετικοί, οι εχθροί του Λαού, οι ξένοι και οι μεγάλες οικονομικές δυνάμεις να μην ναυαγήσουν μια τέτοια προοπτική.
Η Ακρα Δεξιά και ο Λαϊκισμός στα Βαλκάνια πάνε με γρήγορο βηματισμό: εξελίξεις πέντε περίπου δεκαετιών για το χώρο της ακροδεξιάς στη Δυτική Ευρώπη, που κάλυψαν μια απόσταση από τον νεοφασισμό έως το μεταφασισμό και τον νεολαϊκισμό, διανύονται στον καθαυτό μετακομουνιστικό κόσμο σε λιγότερο από δύο δεκαετίες. Οι συντομευμένες αυτές διαδρομές της ιστορίας κάνουν τα φαινόμενα πιο έντονα και τη μετατροπή τους λιγότερο σταθερή, χωρίς να σημαίνει ότι τα ίδια τα φαινόμενα του δεξιού λαϊκισμού και της άκρας δεξιάς είναι ριζικά διαφορετικά από ομόλογα φαινόμενα του δυτικοευρωπαϊκού κόσμου.

Το κείμενο αποτελεί ομιλία μου στη συνάντηση των Βαλκάνιων Πράσινων Κομμάτων, μελών του Ευρωπαϊκού Πράσινου Κόμματος, που έγινε στην Αθήνα και είναι δημοσιευμένο στο "Τα ΕΝ ΟΙΚΩ εν δήμω", έντυπο των Οικολόγων-Πράσινων της Θεσσαλονίκης http://enoiko.blogspot.com/2012/01/blog-post_3932.html

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2011

Η πολιτική που "γέννησε" τον Μπρέιβικ

Στην προπαγάνδα των κινημάτων και καθεστώτων του Αντιδιαφωτισμού, η πολιτική δράση παρουσιάζεται ως ιερή τελετουργία και ο αρχηγός που την καθοδηγεί εμφανίζεται ως λυτρωτής, με υπεράνθρωπες ιδιότητες, στον οποίο υποτάσσονται οι οπαδοί. Αλλά και στην κριτική του Αντιδιαφωτισμού, η απόρριψή του συνοδεύεται συχνά από την περιφρόνηση και τη δαιμονοποίησή του: η ιδέα της «ενσάρκωσης του Κακού», το οποίο ενοικεί στον «αρρωστημένο» κόσμο του «παράφρονα» αρχηγού, θέτει φαινόμενα από τον ιστορικό φασισμό και τον ολοκληρωτισμό ως τον πολιτικό εξτρεμισμό και τον φονταμενταλισμό, εκτός του ρου της Ιστορίας.

Μετά το δραματικό γεγονός της εν ψυχρώ μαζικής σφαγής νέων στη Νορβηγία, η ιδιότητα του ψυχικά διεστραμμένου αποδόθηκε αυθόρμητα στον δράστη. Προφανώς και δεν προηγήθηκε ψυχιατρική διάγνωση· αλλά και αν υπάρξει, δεν πρόκειται να αλλάξει το γεγονός ότι ο Αντερς Μ. Μπρέιβικ είναι κυρίως ένας εξτρεμιστής φανατικός. Αντί να αποδίδουμε τις αιτίες σε μια άρρωστη ψυχοδομή, απαλλάσσοντάς τον από την ατομική ευθύνη για ό,τι διέπραξε, αλλά και την κοινωνία από την υποχρέωση να αναστοχαστεί το συλλογικό πλαίσιο της πράξης αυτής, ας επιχειρήσουμε να διασυνδέσουμε το ακραίο συμβάν με τις ιστορικοπολιτικές συνθήκες που το κατέστησαν δυνατό.
Διαβάζοντας γραπτά του Μπρέιβικ, ένα είναι σίγουρο: ο δράστης πήρε κατά γράμμα τον βαθιά ξενοφοβικό, εναντιωματικό, διαρκώς υπαινικτικό, γεμάτο προκαταλήψεις και ρατσιστικά στερεότυπα λόγο της νορβηγικής ακραίας Δεξιάς (που δεν διαφέρει από εκείνον των ευρωπαίων ομολόγων της). Γράφοντας αυτές τις γραμμές, στον νου έρχεται μια φράση του Κουρτ Σβίτερς από το μανιφέστο του περί Συνεπούς Ποίησης, όσον αφορά τις απεριόριστες σημασιολογικές δυνατότητες των λέξεων. Στη νορβηγική Ακροδεξιά, που εμφανίζεται στη δεκαετία του 1970 ως Κόμμα του Αντερς Λάνγκε και μετά ως Κόμμα της Προόδου, ο πολιτικός λόγος των απεριόριστων αρνητικών συνειρμών για τον Ξένο περισσεύει.

Σε μια χώρα που υποδεχόταν μετανάστες από παλιά, αλλά το Μεταναστευτικό δεν είχε μετατραπεί σε διαιρετικό πολιτικό διακύβευμα, ήρθε η ακραία Δεξιά να ανατρέψει το γεγονός. Αρχικά, με επιχειρήματα που είχαν φαινομενικά εμπράγματο περιεχόμενο, οι μετανάστες παρουσιάζονταν ως «άδικο φορτίο για τους φορολογουμένους» και η μετανάστευση ως υπόθεση «ακριβή» που «επιβάρυνε» το κοινωνικό κράτος. Στη συνέχεια το Κόμμα της Προόδου υιοθέτησε μια επιθετική αντιμεταναστευτική στάση. Η μετανάστευση χαρακτηρίστηκε «επικίνδυνη», γι΄ αυτό «δεν είναι ανήθικο κανείς να αντιδρά... προλαμβάνοντας ραγδαίες αλλαγές στον συνεκτικό χαρακτήρα του πληθυσμού», αναφερόταν στο εκλογικό μανιφέστο της το 1997, με το οποίο το κόμμα του Καρλ Χάγκεν εκτοξεύθηκε από το 6,3% (1993) στο 15,3%, βάζοντας πλώρη για άσκηση επιρροής στη διακυβέρνηση.

Η εκλογική άνοδος του Κόμματος της Προόδου ήταν τόσο μεγαλύτερη όσο επιθετικότερος γινόταν ο λόγος του κατά των ξένων, ειδικότερα των μουσουλμάνων: «Ο δράστης είναι ξένος» έγραφε η λεζάντα στην προεκλογική αφίσα του κόμματος το 2005 (τότε το κόμμα ξεπέρασε το 22% στις εκλογές), η οποία έδειχνε οπλισμένο άνδρα σε στρατιωτική περιβολή· συγχρόνως οι εκλογείς ένιωθαν τρομοκρατημένοι από «αποκαλύψεις» του Χάγκεν όσον αφορά τις κρυφές προθέσεις των μουσουλμάνων να «καθαρίσουν» τον κόσμο από τους χριστιανούς, όπως οι ναζί είχαν κάνει με τους εβραίους. Ο Μπρέιβικ δεν χρειάστηκε να μεταφράσει σε άλλον κώδικα το μήνυμα της κατεστημένης Ακροδεξιάς· μετέφερε τα λόγια της στο δικό του μανιφέστο, καθοδηγούμενος από αυτά συνειρμικά στο καθήκον της βίαιης δράσης: «... ο δημοκρατικός αγώνας εναντίον της ισλαμοποίησης της Ευρώπης έχει χαθεί... Σε 50-70 χρόνια θα είμαστε μειονότητα. Μόλις το κατάλαβα, αποφάσισα να αναζητήσω διαφορετικές μορφές αντίστασης» γράφει χαρακτηριστικά.

Είναι άραγε δυνατόν σε ευημερούσες χώρες να έχει πατήσει τόσο γερά πόδι ο εξτρεμισμός; Από τη Νορβηγία, τη Δανία, τη Φινλανδία, τη Σουηδία ως τη Γαλλία, την Ελβετία, την Αυστρία ή το Βέλγιο, αλλά και τις λιγότερο αναπτυγμένες Ρουμανία, Βουλγαρία, Ελλάδα, ο εξτρεμισμός ενισχύεται διαρκώς. Η πολιτική δυσαρέσκεια και διαμαρτυρία, που είναι έντονη στη Νορβηγία από τις αρχές του ΄80, αποτέλεσαν την προϋπόθεση η ακραία Δεξιά να βγει από την πολιτικο-εκλογική αφάνεια. Εφαρμόζοντας στρατηγικές πολιτικού μάρκετινγκ επένδυσε στη δυσθυμία των πολιτών, εκτονώνοντας ανασφάλειες και φόβους, όχι γιατί υπέδειξε διεξόδους, αλλά γιατί στοχοποίησε τους υποτιθέμενους ενόχους, συγκροτώντας ένα συνεκτικό αφήγημα για τους υπαίτιους του ρευστού μας κόσμου: προπάντων για τους πολιτικούς, το (σκανδιναβικό) συναινετικό μοντέλο δημοκρατίας και τα κόμματα που το στηρίζουν.

Ας μην της ρίχνουμε όμως όλη την ευθύνη. Το έργο της συντρέχουν πρόθυμα αναλυτές που ρέπουν στη συνωμοσιολογία, διανοούμενοι με αντικοινοβουλευτικές και αντιδημοκρατικές αντιλήψεις, ανώνυμοι του Διαδικτύου από την υπερεθνικιστική σκηνή. Ολοι αυτοί, αναδεύοντας την πλούσια δεξαμενή του Αντιδιαφωτισμού, φροντίζουν για τη διαρκή ανανέωση των ιδεών του πολιτικού εξτρεμισμού.


Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ, 31.07.2011. Διαθέσιμο εδώ http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=413427 

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

Ερωτηματολόγιο: Γνώμες και αντιλήψεις των "Αγανακτισμένων" πολιτών

Ποιο το προφίλ όσων συγκεντρώνονται στις πλατείες διαμαρτυρόμενοι, ποια η γνώμη τους για τη σημερινή κατάσταση, για τη δημοκρατία, τους πολιτικούς, τα κόμματα, τους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς γενικότερα, τι λένε για το μνημόνιο και την κρίση;
Απαντήστε το σχετικό ερωτηματολόγιο, που είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση που ακολουθεί:

http://freeonlinesurveys.com/rendersurvey.asp?sid=fx0ud72j3uzj295927386

H έρευνα είναι σε εξέλιξη και διεξάγεται με πρωτοβουλία ερευνητών και πανεπιστημιακών (εμού περιλαμβανομένης).

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

Διημερίδα: 16 & 17 Ιουνίου-Θεσσαλονίκη

 (Απόσπασμα από την πρόσκληση υποβολής προτάσεων συμμετοχής - λεπτομέρειες του προγράμματος στον ιστότοπο της ΕΕΠΕ  http://www.hpsa.gr)

Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και η Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης  σας προσκαλούν να συμμετάσχετε στις εργασίες διημερίδας με αντικείμενο τη μελέτη της εκλογικής συμπεριφοράς και των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα. Ως σημείο εστίασης επιλέχτηκε η συγκριτική αξιολόγηση της ερμηνευτικής ισχύος δύο κλασικών μοντέλων εκλογικής συμπεριφοράς: εκείνων της θεματικής ψήφου και  της κομματικής ταύτισης.

Η έκταση της θεματικής ψήφου εκτιμάται συνήθως ως αντιστρόφως ανάλογη του ποσοστού των ψηφοφόρων που αισθάνονται κομματικά ταυτισμένοι αλλά και ανάλογη του βαθμού συγκεκριμενοποίησης των προτιμήσεων πολιτικής που εκφράζουν οι κομματικοί δρώντες. Βάσει της παραπάνω συνθήκης, η σημασία των θεματικών προτιμήσεων των ψηφοφόρων σε μια δημοκρατία ιστορικά πολωμένου κομματικού ανταγωνισμού, όπως η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία, αναμένεται να είναι περιορισμένη. Ωστόσο, τα παραδείγματα ζητημάτων επικαιρότητας που θεωρούνται κρίσιμα για την έκβαση εκλογικών αναμετρήσεων είναι πολλά (π.χ. ένταξη στην ΕΟΚ, σκοπιανό, κρίση Ιμίων, αναγραφή θρησκεύματος στις ταυτότητες, πυρκαγιές στην Αττική και την Πελοπόννησο, Μνημόνιο κ.ά.). 

Tο κεντρικό ερώτημα της διημερίδας σχετίζεται με το κατά πόσο οι ερμηνείες της θεματικής ψήφου και της κομματικής ταύτισης είναι δυνατό να συνυπάρχουν και, πιθανότατα, το βαθμό μεταστροφής του εκλογικού ανταγωνισμού στην Ελλάδα από μια σταθερή έκφραση ταυτότητας σε μια ευμετάβολη (και συχνά αρνητική) επιλογή που στηρίζεται σε πολιτικά ζητήματα.

Αποσκοπώντας στη διερεύνηση του παραπάνω ερωτήματος, η διημερίδα θα οργανωθεί γύρω από τους παρακάτω θεματικούς άξονες:
•    Ιστορική παρουσίαση της επίδρασης ζητημάτων στην πολιτική συγκυρία
•    Η θέση των προτιμήσεων πολιτικής στο λόγο των ελληνικών κομμάτων
•    Εκτίμηση της επίδρασης παλαιών και νέων ζητημάτων στην ψήφο
•    Τεχνικές μέτρησης της επίδρασης των προτιμήσεων πολιτικής στην ψήφο
•    Ζητήματα θέσης και ζητήματα ικανότητας
•    Η σημασία των ζητημάτων σε άλλα πολιτικά συστήματα

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

2η Συνάντηση Νέων Ερευνητών

Εκδήλωση που διοργανώνει η Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης, 14 & 15 Απριλίου 2011, στην αίθουσα Πολίτου (Πανεπιστήμιο Αθηνών, Σόλωνος 57), ώρα 15.00-21.00.
Στην εκδήλωση νέοι ερευνητές, νέοι διδάκτορες και υποψήφιοι διδάκτορες, τα ερευνητικά σχέδια των οποίων κινούνται στο ευρύτερο πεδίο της Πολιτικής Επιστήμης, θα ανακοινώσουν τα αποτελέσματα της επιστημονικής τους έρευνας. 
Ολόκληρο το πρόγραμμα της διήμερης συνάντησης στον ιστότοπο της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης
http://www.hpsa.gr

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Κείμενο

Η επανάσταση μπήκε στα θέατρα*

Η τέχνη δεν παράγεται σε κενό Ιστορίας. Καθώς η «πολιτική ανυπακοή», η «πολιτική βία», οι «μορφές κινηματικότητας» (και για κάποιες ομάδες και επαναστατικότητας)έχουν γίνει πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερνότητας μας, ο αναστοχασμός για τη σημασία τους στη ζωή μας αντανακλάται και στις αναζητήσεις του θεάτρου. Μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2011 τρεις παραστάσεις που αντλούν τη θεματική τους από στιγμιότυπα της Γαλλικής ή της Ρωσικής Επανάστασης ανεβαίνουν στην Αθήνα. «Ο θάνατος του Δαντόν», η «Αποστολή», το «Μάουζερ», πέραν της συνάντησης με κείμενα σπουδαίων θεατρικών συγγραφέων όπως ο Γκέοργκ Μπύχνερ και ο Χάινερ Μύλερ, προσεγγίζουν κριτικά το φαινόμενο των επαναστάσεων και των πρωταγωνιστών τους, θέτοντας παράλληλα ερωτήματα για τη σχέση ιδεολογίας και εξουσίας, τα αίτια και τη λειτουργία της πολιτικής βίας, τις συνέπειες ακραίων εποχών για τον μέσο άνθρωπο.
Σχολιάζοντας τον «Θάνατο του Δαντόν», παράσταση η οποία εγκαινίασε τον Φεβρουάριο τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, ο σκηνοθέτης της Στάθης Λιβαθινός εστιάζει στη διορατικότητα του πρωτο-σοσιαλιστικών αντιλήψεων γερμανού θεατρικού συγγραφέα του 19ου αιώνα Γκέοργκ Μπύχνερ. «Στον “Θάνατο του Δαντόν” η πολιτική τοποθέτηση του έργου είναι πολύ προφανής για να τη σχολιάσει κανείς. Το έργο μιλά για τον θάνατο ενός επαναστάτη. Θα πρέπει λοιπόν να αναδείξει κανείς άλλες πτυχές του» τονίζει ο κ. Λιβαθινός και επισημαίνει: «Οι μορφές του έργου είναι ιδεολόγοι νέοι. Αυτό αποτελεί ένα θέμα από μόνο του, μια και σήμερα ζούμε την καταστροφή της οποιασδήποτε ιδεολογίας. Ενα άλλο θέμα είναι εκείνο του τεράστιου κυνισμού που γεννιέται με τη φθορά των ιδανικών:η Γαλλική Επανάσταση την εποχή που πραγματεύεται το κείμενο εισέρχεται σε μια φάση όπου τα ιδανικά γίνονται άλλοθι για να κόβονται κεφάλια. Υπάρχει μια φράση στο έργο, “ο λαός αυτά θέλει”, με την οποία ο Μπύχνερ φαίνεται να προβλέπει χιλιάδες παρόμοιες στιγμές που θα έρχονταν στο μέλλον».
Για τη Βασιλική Γεωργιάδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, το ζήτημα της πολιτικής βίας που βρίσκεται στον πυρήνα του έργου αποκτά καίρια σημασία. «Ο Δαντόν σε κάποια στιγμή θέτει το ερώτημα “τι είναι αυτό μέσα μας που ασελγεί, ψεύδεται, κλέβει και σκοτώνει;”, αναρωτιέται επομένως για τα βαθύτερα αίτια της βίας. Κατά τον Δαντόν, το ζήτημα είναι δομικό:οι ισχυροί κινούν τα νήματα, οι αδύναμοι είναι μαριονέτες τους, άρα το θέμα της βίας που υφίστανται και ασκούν οι τελευταίοι είναι πάντοτε ανοικτό. Ο Ροβεσπιέρος διαφωνεί: η βία για εκείνον είναι απαραίτητη για να επικρατήσει η αρετή, τόσο επί των εξωτερικών όσο και επί των εσωτερικών εχθρών της επανάστασης». Οι αντινομίες της ιδεολογίας, η συμβολική και φυσική βία, η σύγκρουση της ατομικής ελευθερίας με το ιστορικό και κοινωνικό καθήκον τίθενται ως σημαίνοντες προβληματισμοί στο έργο του διακεκριμένου γερμανού θεατρικού συγγραφέα Χάινερ Μύλερ. Για τρίτη συνεχή χρονιά στο Θέατρο Αττις το «Μάουζερ», σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τερζόπουλου, αποτελεί ένα δοκίμιο για την κοινωνική και οντολογική διάσταση της επανάστασης.
Στον δικτυακό τόπο της παράστασης επισημαίνεται η ανάδειξη της «πρωτόγονης δυναμικής της βίας που ενδέχεται να προκύψει στην εξέλιξη της οποιασδήποτε επανάστασης». Η βία βέβαια δεν έρχεται στο προσκήνιο της κοινωνίας μόνο στο πλαίσιο μιας επανάστασης. «Η βία ελλοχεύει στην καθημερινότητα και μπορεί να γίνει ενεργή όταν μια “ιστορική ρουτίνα” ανατρέπεται, όταν δηλαδή τα ιστορικά γεγονότα προχωρούν με γρηγορότερους ρυθμούς από τους συνηθισμένους» επισημαίνει η κυρία Γεωργιάδου. Οι έννοιες της ανατροπής, της προδοσίας και του ιστορικού τραύματος διερευνώνται στην «Αποστολή (Ανάμνηση από μιαν επανάσταση)», επίσης του Χάινερ Μύλερ, η οποία παρουσιάζεται από τις 3 Μαρτίου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση από την ομάδα projector σε σκηνοθεσία Ανέστη Αζά. «Η θεματική της επανάστασης συζητείται τόσο στην ελληνική κοινωνία όσο και γενικότερα στο πλαίσιο των μεταβολών που φέρνει η οικονομική κρίση. Αν και ίσως μιλάμε με περισσή ευκολία για την επανάσταση με αυτόν τον τρόπο, επανάσταση είναι αυτό που γίνεται στη Λιβύη» λέει ο σκηνοθέτης. Το ενδιαφέρον, όπως επισημαίνει ο κ. Αζάς, δεν είναι ωστόσο η κρίση του Μύλερ, θετική ή αρνητική, για την έννοια της επανάστασης: «Ο Μύλερ διατηρεί μια απαισιόδοξη προσέγγιση των πραγμάτων. Εζησε τον ναζισμό, το σύστημα της Ανατολικής Γερμανίας,πέθανε μετά την κατάρρευση του Τείχους. Εκείνο λοιπόν που προβάλλει είναι το τραύμα που αφήνει η Ιστορία στον άνθρωπο».
Κοινή διαπίστωση θεατρικών δημιουργών και κοινωνικών επιστημόνων είναι ότι οι ανατροπές των κοινωνικών δεδομένων δεν αποτελούν ασκήσεις επί χάρτου, συνεπάγονται συγκρούσεις, τραύματα, διαιρέσεις. Ηκυρία Γεωργιάδου υπογραμμίζει: «Οταν εμφανιστούν προβλήματα, κρίσεις, ελλείμματα,και δεν εννοώ μόνο τα οικονομικά,αρχίζει μια διαδικασία εκδογματισμού απόψεων όπου αναζητούμε τους υπαίτιους- της κρίσης ή της εγκληματικότητας, για παράδειγμα. Κάποιοι εύκολα, χωρίς να έχει αποδειχθεί ερευνητικά, θα υποστηρίξουν ότι φταίνε οι ξένοι,οι ισχυροί,οι τραπεζίτες ή οι μετανάστες.Ο εκδογματισμός δίνει απαντήσεις σε ερωτήματα που είναι πολύ δύσκολο να απαντηθούν τεκμηριωμένα και πάνω σε αυτόν πατούν τα άκρα, της Δεξιάς και της Αριστεράς, αναμοχλεύοντας αυτές τις αντιλήψεις, βλέποντας παντού εχθρούς και υπονομευτές δικαίων και δικαιωμάτων».
Τρεις εκφάνσεις βίας διακρίνει στη σημερινή ελληνική συγκυρία ο Νίκος Μουζέλης, ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας της London School of Εconomics:
εγκληματικότητα, πολιτική βία και βία στον χώρο του αθλητισμού. Ειδικά όσον αφορά την πολιτική βία θεωρεί βασικό γενεσιουργό της αίτιο την απαξίωση των κομμάτων: «Η λειτουργία των ελληνικών κομμάτων προκρίνει το μερικό τους συμφέρον σε βάρος του γενικού. Ακόμη και στις τωρινές συνθήκες κρίσης εξακολουθούμε να παρακολουθούμε κοκορομαχίες, εξεταστικές επιτροπές που δεν οδηγούν πουθενά,ατιμωρησία των υπαιτίων σκανδάλων.Ως αποτέλεσμα,μέρος των νέων αντιδρά είτε με ήπιες μορφές βίας, όπως αυτή των διαδηλώσεων, ενώ ένα άλλο ως και με συμμετο χή σε τρομοκρατικές οργανώσεις». Στο πλαίσιο αυτό τα επεισόδια της βίας των τελευταίων ετών στην Ελλάδα έχουν ενδεχομένως κοινή συνισταμένη ερμηνείας; Η Βασιλική Γεωργιάδου θεωρεί ανησυχητικό το γεγονός ότι μετά την κορύφωση του Δεκεμβρίου του 2008 μοιάζουν να επανέρχονται με μια συχνότητα. «Θα τα συσχέτιζα με μια κρίση νομιμοποίησης που εμφανίζεται στο πολιτικό σύστημα και στους πολιτικούς θεσμούς. Οι πολίτες σε εξαιρετικά υψηλά, σχεδόν καθολικά ποσοστά, δεν εμπιστεύονται τους βασικούς πολιτικούς, κοινοβουλευτικούς,δημοκρατικούς θεσμούς,αλλά και τους θεσμούς εν γένει. Η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι από μόνη της ανησυχητικό φαινόμενο και λειτουργεί ως προϋπόθεση για την εκδήλωση της βίας». 

Το κείμενο υπογράφει ο Μ. Καρασαρίνης, Το Βήμα της Κυριακής, 6 Μαρτίου 2011, http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=388139