Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Call for papers

    
Η Συντακτική Επιτροπή της Επιθεώρησης Επιστήμη και Κοινωνία προγραμματίζει για το Φθινόπωρο του 2011 τη διοργάνωση μιας επιστημονικής ημερίδας αφιερωμένης στις αιτίες της κρίσης της ελληνικής οικονομίας και στις θεσμικές και κοινωνικές προεκτάσεις της κρίσης αυτής. Πρόθεσή μας είναι να προσεγγίσουμε με τα θεωρητικά και τα μεθοδολογικά εργαλεία των πολιτικών και κοινωνικών επιστημών τις δομικές προϋποθέσεις των ποικίλων εκδηλώσεων της κρίσης. Υπό το ίδιο επιστημολογικό πρίσμα θα επιχειρήσουμε, επιπλέον, να διερευνήσουμε συγκεκριμένες  κοινωνικο-πολιτικές στάσεις και συμπεριφορές που διαθέτουν αφενός ιστορικό βάθος, αφετέρου φανερώνουν την εξακολουθητική παρουσία κοινωνικών αντιστάσεων στις πολιτικο-θεσμικές μεταρρυθμίσεις και τον κοινωνικό και οικονομικό εκσυγχρονισμό.

Τίτλος της ημερίδας:

Αναζητώντας τις αιτίες της ελληνικής κρίσης:
Κρατισμός, πελατειακό σύστημα, αμυντική κοινωνία


Θεματικές ενότητες:

Α. Ευρύ κράτος και ισχνή αγορά: εδραίωση ενός στρεβλού αναπτυξιακού μοντέλου και συνέπειες του κρατισμού.
Β. Πάτρωνες και πελάτες: σχέσεις μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, των οργανωμένων συμφερόντων, της κοινωνίας πολιτών και του κράτους.
Γ. Πολιτικός ανταγωνισμός και σύστημα διακυβέρνησης: μεταβολές και συνέχεια στους θεσμούς της διακυβέρνησης και στο σύστημα λήψης των πολιτικών αποφάσεων
Δ. Εκσυγχρονισμός και αντιδυτικισμός, ευρωπαϊκός προσανατολισμός και εθνικολαϊκισμός: εξηγώντας τις αντινομίες μιας αμυντικής κοινωνίας.

Οι ενδιαφερόμενοι/ες που επιθυμούν να συμμετάσχουν με εισήγησή τους στην ημερίδα θα πρέπει να στείλουν την πρότασή τους (έως 300 λέξεις) στην ηλεκτρονική διεύθυνση
science_and_society@hotmail.com μέχρι τις 30.12.2010. Οι προτάσεις θα αξιολογηθούν τυφλά από την Επιστημονική Επιτροπή της Επιθεώρησης.

Η Συντακτική Επιτροπή




Μετάβαση στο σύνδεσμο http://www.media.uoa.gr/sas 

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Το εγχείρημα της τριγωνοποίησης και η άκρα δεξιά

 «Τριγωνοποίηση»
Οι προεδρικές εκλογές του 1996 στις ΗΠΑ κερδήθηκαν από τον Μπιλ Κλίντον με άνεση έναντι του συνυποψηφίου του Μπομπ Ντόουλ, αφού προηγούμενως όμως, στο μέσον της πρώτης θητείας του, το Δημοκρατικό Κόμμα απόλεσε για πρώτη φορά μετά το 1954 την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η εκλογική μετακίνηση υπέρ του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος οδήγησε το Δημοκρατικό Κόμμα σε αλλαγή στρατηγικής. Ο σύμβουλος του Κλίντον και ειδικός σε θέματα πολιτικής επικοινωνίας Ντικ Μόρρις συμβούλεψε τον Αμερικανό Πρόεδρο να εφαρμόσει μια μέθοδο «τριγωνοποίησης» (triangulation), δηλαδή να υποστηρίξει έναν συνδυασμό από τις πιο δημοφιλείς πολιτικές θέσεις και των δύο κομμάτων, κατά τρόπο ώστε οι παραδοσιακοί εκλογείς τους να τον ψηφίσουν την επόμενη φορά. Η μέθοδος αυτή στηριζόταν στην επιλογή εκ μέρους του Προέδρου μιας θέσης που τον τοποθετούσε υπεράνω των δύο κομμάτων, ωσάν ο ίδιος να ήταν ένας αυτόνομος τρίτος παράγοντας της πολιτικής σκηνής που ενσωμάτωνε σε μια νέα τριγωνική σύνθεση προγραμματικές θέσεις του οικείου και του αντιπάλου κόμματος. Η έκβαση της προεδρικής εκλογής του 1996 δικαίωσε τους Μόρρις και Κλίντον για την επιλογή της μεθόδου της «τριγωνοποίησης».

«Πολύπλοκη αλχημεία»
Η μεταπολεμική ακροδεξιά είναι σαν μια «πολύπλοκη αλχημεία», ισχυρίστηκε ο Πωλ Χέινσγουορθ, μελετητής του ακροδεξιού φαινομένου. Η ακροδεξιά αποτελεί, δηλαδή, ένα κράμα ετερόκλιτων ιδεολογικών αρχών και πολιτικών θέσεων: εθνικισμός, αυταρχισμός, ξενοφοβία και αντικομμουνισμός, το ίδιο όπως αντιφιλελευθερισμός αλλά και αντικαπιταλισμός, κρατισμός και αντικρατισμός, λαϊκισμός και αποθέωση της αρχής της διαφορικής ισότητας αποτελούν αντιφατικά στοιχεία του ιδεολογικο-πολιτικού κράματος της ακροδεξιάς, τα οποία καλύπτουν σχεδόν όλο το φάσμα του άξονα αριστεράς-δεξιάς. Η «πολύπλοκη αλχημεία» της άκρας δεξιάς συντηρεί τον εγγενή πολιτικό καιροσκοπισμό του συγκεκριμένου χώρου και ευνοεί την ψευδο-μετατρεπτική ικανότητά του: η μεταπολεμική ακροδεξιά είναι ένα μεταβαλλόμενο φαινόμενο, το οποίο προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της εποχής, χωρίς να απαρνείται ιστορικές καταβολές και εκλεκτικές συγγένειες με τα ιδεολογικά ρεύματα του αντιδιαφωτισμού.




H συνέχεια του άρθρου στο περιοδικό Μεταρρύθμιση
http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=1163

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Η Αριστερά, η Δεξιά και το "μοντέλο του λουτήρα"

Μετά την 6η Δεκεμβρίου 2008, με αποκορύφωμα τη δολοφονική επίθεση στην Τράπεζα Marfin στις 5 Μαϊου 2010, οι πράξεις βίας κλιμακώνονται. Γιατί η χρήση της βίας σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία αναδείχθηκε σε μέσο δράσης ορισμένων ομάδων; Υπάρχει κίνδυνος η βία να επεκταθεί και να διευρυνθούν τα όρια της επιτρεπτικότητάς μας απέναντί της; Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός και ο εξτρεμισμός δεν αποτελούν πρωτόγνωρα φαινόμενα στην ύστερη νεοτερικότητα. Ίσα-ίσα, που εμφανίζονται ως «κανονικές παθολογίες» των βιομηχανικών κοινωνιών, επισημαίνουν ο Ε. Σόιχ και ο Χ. Κλίνγκεμαν. Η υπονόμευση της δημοκρατικής τάξης (ριζοσπαστισμός) και η δια της βίας παραβίαση της τάξης αυτής (εξτρεμισμός) κάνουν την εμφάνισή τους σε περιόδους ραγδαίων αλλαγών, όταν οι μεταβολές στις αξίες και στον τρόπο ζωής προκαλούν ρήγματα στη ζωή των ανθρώπων. Οι τελευταίοι έρχονται αντιμέτωποι με διλήμματα όσον αφορά την επιλογή μεταξύ παραδοσιακών και νεοτερικών αξιών, με αβεβαιότητες που έχουν να κάνουν με μεταβολές στις εθνικο-πολιτισμικές ταυτότητες και με δυσκολίες προσαρμογής σε μια πραγματικότητα που διευρύνει τις προσδοκίες, προκαλεί όμως απογοητεύσεις σε όσους δεν μπορούν να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες της νέας εποχής.

Οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί στη νεοτερική κοινωνία δεν δημιουργούν μόνο ευκαιρίες και «κερδισμένους», αλλά επίσης «χαμένους» και «θύματα». Για να μεταβληθούν οι «χαμένοι» και τα «θύματα» του εκσυγχρονισμού σε φορείς του ριζοσπαστισμού και του εξτρεμισμού, πρέπει να προηγηθούν δύο στάδια: της «γνωστικής ακαμψίας» και της ενεργοποίησης του «μοντέλου του λουτήρα».


Στη γνωστική ακαμψία καταφεύγουν ματαιωμένα κοινωνικά υποκείμενα. Για να υπερβούν αξιακά, θεσμικά, ταυτοτικά ρήγματα, τη διάψευση των προσδοκιών και τις απογοητεύσεις υιοθετούν ένα κλειστό σύστημα σκέψης. Έχοντας ως κεντρικά στοιχεία του τον εθνικισμό, τον αυταρχισμό και τον αντιπλουραλισμό/αντιφελελευθερισμό, το άκαμπτο σύστημα σκέψης είναι επιρρεπές σε απλουστευτικά εξηγητικά σχήματα προκειμένου να αποκαλυφθούν οι «μηχανισμοί» και όσοι «κινούν τα νήματα» σε έναν κόσμο διαιρεμένο σε «κερδισμένους» και «θύματα». Πώς μετουσιώνονται κλειστές κοσμοεικόνες σε πολιτικές στάσεις και συμπεριφορά; Πώς ο εθνικισμός μετατρέπεται σε απόρριψη του Άλλου, ο αντιπλουραλισμός σε απάρνηση της πολιτικής αντιπροσώπευσης και των διαμεσολαβητικών θεσμών και ο αυταρχισμός σε εξύμνηση του καισαρισμού και της εξουσίας ενός (δήθεν) χαρισματικού αρχηγού; Προκειμένου να συντελεστούν τέτοιες μετατροπές πρέπει να τεθεί σε λειτουργία το «μοντέλο του λουτήρα», λένε οι Κ. Αρτσχάιμερ και Γ. Φάλτερ: οι κλειστές κοσμοεικόνες που υπάρχουν σε ατομικό επίπεδο, μέσα από τη σύμμειξή τους με αντιλήψεις που εμφανίζονται ως αποδεκτές σε κοινωνικο-πολιτικό επίπεδο, μετατρέπονται σε στάσεις και συμπεριφορά. Στο μοντέλο του λουτήρα επιτυγχάνεται η διαδοχική σύμμειξη φαινομένων που βρίσκονται στο ‘υψηλότερο’ κοινωνικό επίπεδο με εκείνα που βρίσκονται στο ‘χαμηλότερο’ ατομικό επίπεδο, έτσι ώστε αυτά να επανεπιδράσουν στο υπερκείμενο κοινωνικό επίπεδο, κοκ.

Τα πολιτικο-ιδεολογικά άκρα στο κομματικό σύστημα έχουν αναλάβει ρόλο ενεργοποίησης του μοντέλο του λουτήρα. Από τη δεκαετία του 1990 η Άκρα Δεξιά στην Ευρώπη συνέβαλε στην έξαρση της ξενοφοβίας διασυνδέοντας την εθνικιστική ιδεολογία με μεταβολές στην αγορά εργασίας, την κρίση του κράτους πρόνοιας και την πολυπολιτισμική πραγματικότητα των εθνικών κρατών. Υποδεικνύοντας τον Ξένο ως υπεύθυνο για την ανεργία, τα ελλείμματα στα ασφαλιστικά ταμεία και την εγκληματικότητα στις δυτικές μητροπόλεις, η Άκρα Δεξιά διεισδύει στα αδύναμα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα, οι εθνικιστικές και αντιπλουραλιστικές κοσμοεικόνες των οποίων λειτούργησαν ως υποδοχέας αντιμεταναστευτικών και αντιδημοκρατικών αντιλήψεων. Ο «εργατολεπενισμός», όπως τον περιέγραψε η Ν. Μάγιερ και ο Π. Περινό, δεν ήταν μια γαλλική ιδιαιτερότητα για τη διείσδυση του Front National στην εκλογική πελατεία της Αριστεράς, αλλά περιέγραφε ένα φαινόμενο «λαϊκοποίησης» της Άκρας Δεξιάς. Mετά την κατάρρευση του Κομμουνισμού η Αριστερά βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο και κάποιες φορές δεν δίστασε να δοκιμάσει την ακροδεξιά συνταγή επενδύοντας σε υπαρξιακές φοβίες και εργασιακές ανασφάλειες των «χαμένων» του εκσυγχρονισμού. Ωστόσο, το εγχείρημα π.χ. του Ό. Λαφοντέν να κερδίσει ψήφους εργατών ενοχοποιώντας τους μετανάστες για την ανεργία δεν βρήκε ανταπόκριση στο εκλογικό σώμα.

Συστηματικότερη υπήρξε η επίδραση της Άκρας Αριστεράς στα αντικοινοβουλευτικά συναισθήματα των ψηφοφόρων. Καταλογίζοντας «νεοφιλελευθερισμό» στα σοσιαλιστικά/σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και εξομοιώνοντάς τα με τις συντηρητικές δυνάμεις, η Άκρα Αριστερά ισοπεδώνει τις διαφορές των αντιπάλων της. Η ισοπέδωση αποτελεί προϋπόθεση, ώστε να καρπωθεί η ίδια τη δυσαρέσκεια για την πολιτική, τους πολιτικούς και τους θεσμούς της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Είναι ενδεικτικό των εκλογικά επιτυχημένων κομμάτων που βρίσκονται αριστερότητα της παραδοσιακής Αριστεράς ότι η άνοδος των ποσοστών τους είναι συνάρτηση της στάσης διαμαρτυρίας που υιοθέτησαν κατά των κομμάτων, της αντιπροσώπευσης και της συναινετικής διακυβέρνησης.

Από τη δεκαετία του 1990 Άκρα Δεξιά και Άκρα Αριστερά ενεργοποιούν μια προϋπάρχουσα αδρανή διαθεσιμότητα στο εκλογικό σώμα για τα πολιτικά άκρα. Στην Ελλάδα αντίστοιχες διεργασίες άργησαν να τεθούν σε εφαρμογή: από τη μια η μη-αυθύπαρκτη παρουσία της Άκρας Δεξιάς στο κομματικό σύστημα της Μεταπολίτευσης (εκτός την περίοδο 1977-81) και από την άλλη ο φιλοευρωπαϊκός και θεσμικός προσανατολισμός της ανανεωτικής Αριστεράς, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά κλειστού συστήματος του Κ.Κ.Ε., δεν δημιουργούσαν προϋποθέσεις για να τεθεί σε λειτουργία το μοντέλο του λουτήρα. Μετά το 2000 όμως, η ίδρυση του ΛΑ.Ο.Σ. κινητοποιεί τα ξενοφοβικά συναισθήματα που ελλόχευαν στην κοινωνία. Διεισδύοντας ο ΛΑ.Ο.Σ. σε εκλογικά κάστρα του Κ.Κ.Ε. και σε στρώματα αποκλήρων και ευρισκόμενος σε έναν ιδιότυπο εκλογικό ανταγωνισμό με το Κομμουνιστικό Κόμμα, το υποχρέωσαν να ανοιχθεί σε ομάδες χωρίς να εξετάζει την ταξική τους συνείδηση, με μόνο κριτήριο την ένταση της διαμαρτυρίας τους εναντίον του συστήματος διακυβέρνησης.

Την οδό της πολιτικής διαμαρτυρίας ως μέσου επικοινωνίας με το εκλογικό σώμα επιλέγει και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μετά το 2004. Έχοντας να αντιμετωπίσει τον εκλογικό ανταγωνισμό του ΚΚΕ στα αριστερά και του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στα δεξιά του, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επιλέγει τον κινηματικό προσανατολισμό και τη στάση διαμαρτυρίας. Χαρακτηριστικό των κομμάτων διαμαρτυρίας είναι ότι ευθυγραμμίζονται στην «πολιτική ζήτηση», δηλαδή σε διαθέσεις και αιτήματα των ψηφοφόρων, όπως καταγράφονται στην πολιτική συγκυρία. Όμως, ο χώρος της ευρωπαϊκής αριστεράς στη Μεταπολίτευση υπήρξε χώρος που ευθυγραμμιζόταν στην «πολιτική προσφορά», δίνοντας έμφαση στον θεσμικό του ρόλο και στον κοινοβουλευτικό έλεγχο της εξουσίας. Ο συνδυασμός κινηματικής δράσης και στάσης διαμαρτυρίας στην περίπτωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. οδήγησε σε εντυπωσιακή δημοσκοπική αύξηση των δυνάμεών του μετά τις εκλογές του 2007, αλλά και στη διάψευση αυτής της δυνητικής κατάστασης στην πραγματική εκλογική σκηνή. Για να το διατυπώσουμε αλλιώς, σε επίπεδο δυνητικής πραγματικότητας ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ακολούθησε το ρεύμα των διαμαρτυρόμενων εκλογέων, αλλά σε επίπεδο υπαρκτής πραγματικότητας οι διαμαρτυρόμενοι εκλογείς υπονόμευσαν την κοινοβουλευτική μάχη για την είσοδό του στη Βουλή με ενισχυμένες δυνάμεις.

Αν κάπου οδηγεί η υιοθέτηση της στάσης της πολιτικής διαμαρτυρίας από τα κόμματα είναι ότι θέτουν σε λειτουργία το μοντέλο του λουτήρα, με αποτέλεσμα ατομικές αντιλήψεις ή απόψεις μικρών ομάδων, που είναι σε σιωπή και απομόνωση, να κερδίζουν έδαφος. Εν τέλει, τα κόμματα διαμαρτυρίας ρυμουλκούν από το πολιτικό περιθώριο τις δυνάμεις της διαμαρτυρίας. Αυτές, μπορούν ευκολότερα να εκφράζουν τις (αντικοινοβουλευτικές και αντιθεσμικές) ιδέες τους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι διευρύνονται τα όρια της κοινωνικής ανοχής απέναντι σε τέτοιες ιδέες, ούτε και η πολιτική αποδοχή εκείνων που τις κατέστησαν διατυπώσιμες.


Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία, 20.05.2010
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=166109

Η foto από το βιβλιο του καθηγητή Milton Rokeach, Open and Closed Mind, Basic Books 1973

Τετάρτη 12 Μαΐου 2010

Εκδήλωση: Ημερίδα

Ενότητα 1: 10:00-12:00
Πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές ως προϋποθέσεις των οργανωτικών αλλαγών στα πολιτικά κόμματα
Σχολιαστής: Βασιλική Γεωργιάδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου

Η πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική πολυπλοκότητα της άμεσης εκλογής προέδρου στα κόμματα
Πέρσα Ζέρη, Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου

Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα στην «εποχή της διακυβέρνησης»: ιδεολογικό-πολιτικές μετατοπίσεις και οργανωτικοί μετασχηματισμοί
Ευθύμης Παπαβλασόπουλος, Λέκτορας Πανεπιστημίου Κρήτης

Το τελευταίο(;) οχυρό του κόμματος καρτέλ: οι αλλαγές στη διαδικασία επιλογής βουλευτών ως στοιχείο οργανωτικής μεταβολής των κομμάτων
Γιάννης Κωνσταντινίδης, Λέκτορας Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Κόμματα και εργοδοτικής οργανώσεις: μια σχέση υπό επαναδιαπραγμάτευση
Βάλια Αρανίτου, Λέκτορας Πανεπιστημίου Κρήτης

Ενότητα 2: 12:30-14:30
Η άμεση εκλογή προέδρων στα κόμματα: η διεθνής εμπειρία
Σχολιαστής: Στάθης Καλύβας, Καθηγητής Yale University

Πολιτική αποξένωση και επιπτώσεις στη διαδικασία στρατολόγησης του επόμενου αμερικανού προέδρου
Λία Μεριβάκη, Υποψήφια Διδάκτορας University of Florida

Εκλογή των ηγετών από τη βάση: μια συγκριτική μελέτη του ελληνικού και του γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος
Λαμπρινή Ρόρη, Υποψήφια Διδάκτορας Πανεπιστημίου Paris I

Ανοικτές διαδικασίες άμεσης εκλογής αρχηγού στο Partido Democratico
Βέρα Τίκα, Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Παντείου Πανεπιστημίου

Αρχηγοί σε δεύτερο ρόλο: κριτήρια επιλογής αρχηγού και επικοινωνιακή στρατηγική των Βρετανών Συντηρητικών
Αλεξία Κατσανίδου, Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια European University Institute
Γιάννης Κωνσταντινίδης, Λέκτορας Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Ενότητα 3: 16:00-18:00
Η άμεση εκλογή προέδρων από τα κόμματα: η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ
Σχολιαστής: Νίκος Μαραντζίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Συμμετοχική δημοκρατία και στρατηγική του κράτους: η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ
Κώστας Ελευθερίου, Υποψήφιος Διδάκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών
Χρύσανθος Τάσσης, Διδάσκων ΠΔ 407/80 Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Οι εκλογικές στρατηγικές των νικητών στην εκλογή προέδρου από τη βάση σε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ
Παναγιώτης Βλάχος, Υποψήφιος Διδάκτορας Πανεπιστημίου Κρήτης
Θανάσης Κοντογεώργης, Υποψήφιος Διδάκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών

Η εκλογή προέδρου στο ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ από τη βάση: επαλήθευση ή διάψευση του νόμου της καμπυλόγραμμης ανισότητας του May
Μεταξία Τριανταφύλλου, MA Πολιτικής Συμπεριφοράς University of Essex

Η εκλογή προέδρων σε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ από τους εκλογείς τους: πίσω στο μέλλον του χαρίσματος;
Γιώργος Παστιάδης, Διδάκτορας Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου

Ενότητα 4: 18:30-20:30
Στρογγυλό Τραπέζι: Συζητώντας για τις διαδικασίες άμεσης εκλογής και τα δημοψηφισματικά χαρακτηριστικά των ύστερων μεταπολεμικών δημοκρατιών
Συντονιστής: Ηλίας Κατσούλης, Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας
Μαρία Βασιλάκου, Αναπληρώτρια Πρόεδρος Πρασίνων Αυστρίας
Κυριάκος Μητσοτάκης, Βουλευτής
Γιώργος Πασχαλίδης, τ. Υπουργός
Μιχάλης Σπουρδαλάκης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Πηνελόπη Φουντεδάκη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου

Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Οικονομική Κρίση και τα Άκρα στο Κομματικό Σύστημα



"Η ενδυνάμωση του ακροδεξιού χώρου συνέπεσε χρονικά με τις εκδηλώσεις της πρώτης μεγάλης μεταπολεμικής οικονομικής κρίσης στις ευρωπαϊκές χώρες και τις μεταβολές που συντελέστηκαν στην παραγωγική δομή (συρρίκνωση της βαριάς βιομηχανίας και ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα) και στην κοινωνική δομή των βιομηχανικών χωρών (διεύρυνση των υπαλληλικών στρωμάτων, αλλά και μαζική είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας). Η εγκατάσταση της άκρας δεξιάς στο προσκήνιο της πολιτικής συνδυάστηκε με τις δυσκολίες των πολιτικών και κομματικών δυνάμεων της διαπραγματευτικής διακυβέρνησης να αντιμετωπίσουν τις μεταβολές αυτές: δηλαδή να προσαρμόσουν το ισχύον μοντέλο διακυβέρνησης στα νέα κοινωνικο-οικονομικά δεδομένα, τα οποία επέβαλαν στην πολιτική ημερήσια διάταξη καινούργια διακυβεύματα και δημιούργησαν νέες διαιρέσεις στην κοινωνική δομή. Η προσαρμογή αυτή ήταν αναγκαία προκειμένου οι παραδοσιακές πολιτικές και κομματικές δυνάμεις να αντιστοιχηθούν στα όχι πλέον με τους όρους των ιστορικών κοινωνικο-πολιτισμικών σχάσεων ταξινομήσιμα κοινωνικά ζητήματα που αναδεικνύονταν στη μεταβιομηχανική εποχή.

Ενώ, λοιπόν, η σύγκλιση σε επίπεδο πολιτικών θέσεων, καθώς και ο συμβιωτισμός, η συνεργασία και η συναίνεση των πολιτικών και κομματικών δυνάμεων ήταν το κατ’εξοχήν γνώρισμα στις διαπραγματευτικές δημοκρατίες εκείνης της εποχής, η νέα κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα απαιτούσε περισσότερο διακριτές πολιτικές θέσεις, μεγαλύτερη διαφοροποίηση των κομμάτων μεταξύ τους και ανταπόκρισή τους στις διαθέσεις και τα αιτήματα των εκλογέων. Κατακλυσμένα από το άγχος, ώστε η οικονομική ύφεση και οι κοινωνικές αλλαγές να μην δημιουργήσουν θεσμικά αδιέξοδα (ακυβερνησία) και πολιτικές ανατροπές (ασυμετρία στη δύναμη των κοινωνικο-πολιτισμικών περιβαλλόντων), τα κόμματα και οι παράγοντες της διακυβέρνησης κράτησαν αμυντική στάση απέναντι στις νέες μορφές πολιτικής έκφρασης και έδειξαν αμηχανία στην αντιμετώπιση του κλίματος πολιτικής διαμαρτυρίας και των πολυσυλλεκτικού περιεχομένου κοινωνικο-πολιτικών αιτημάτων που συνόδευαν τις εκφράσεις αυτές. Μάλιστα, οι δυνάμεις της διαπραγματευτικής διακυβέρνησης συνέκλιναν κι άλλο μεταξύ τους, αφήνοντας χώρο στην άκρα δεξιά (όπως και σε άλλα νέα κομματικά μορφώματα του αριστερού φάσματος) να αναδειχθεί στην κομματική και την κεντρική πολιτική σκηνή. Η συνεχιζόμενη σύγκλιση και συναίνεση σε μια συγκυρία οικονομικής ύφεσης και κοινωνικο-οικονομικών αλλαγών έφερε τα κόμματα αντιμέτωπα τόσο με την παραδοσιακή εκλογική βάση τους, η οποία αισθανόταν εγκαταλελειμμένη από αυτά, όσο και με τους κομματικά αδέσμευτους και τους θεματοκεντρικά προσανατολισμένους εκλογείς, οι οποίοι ένιωθαν παραγνωρισμένοι από τα κόμματα της διακυβέρνησης συνολικά. Με τη στάση τους αυτή, όμως, τα παραδοσιακά κόμματα της διακυβέρνησης είχαν εκλογικές απώλειες από παντού, ενώ τα ακροδεξιά κόμματα άρχισαν να εμφανίζουν εκλογικά κέρδη σχεδόν από παντού.

Με άλλα λόγια, τουλάχιστον κατά την πρώτη φάση εκδήλωσης των αλλαγών που έφερε μαζί της η μεταβιομηχανική εποχή, τα παραδοσιακά κόμματα της διακυβέρνησης παρέμειναν προσηλωμένα στο ρόλο τους ως κομμάτων της πολιτικής προσφοράς, παρότι είχε διαβρωθεί η κοινωνική βάση τους, όπως επίσης ό,τι δικαιολογούσε την υπόστασή τους ως κομμάτων της προσφοράς. Χρησιμοποιώντας ιδέες από μια περιγραφή του Thorsen, η οποία αναφέρεται στη σταθερότητα της πολιτικής ζωής μέσα στα περιβάλλοντα των διαπραγματευτικών δημοκρατιών, θα επαναδιατυπώναμε τα παραπάνω ως εξής: Την ύστερη μεταπολεμική περίοδο, το πολιτικό τοπίο στα συστήματα της διαπραγματευτικής διακυβέρνησης είχε αποσταθεροποιηθεί, τα κυρίως στοιχεία του όμως παρέμεναν αγκυλωμένα στις θέσεις τους. Κατά το παρελθόν, σύμφωνα με τον Thorsen, η σταθερότητα του πολιτικού τοπίου απεικόνιζε την πραγματική κατάσταση του λαού – τα οικονομικά συμφέροντά του επενδυμένα με κοσμοαντιλήψεις, ιστορικές παραδόσεις και τρόπους θέασης των κοινωνικών ζητημάτων. Η αποσταθεροποίηση του πολιτικού τοπίου ήταν το αποτέλεσμα αλλαγών στην, κατά Thorsen, πραγματική κατάσταση του λαού. Η αποσταθεροποίηση αυτή, σε συνδυασμό με την αμετάβλητη συμπεριφορά των στοιχείων του πολιτικού τοπίου (κομμάτων, πολιτικής ελίτ), άνοιξε το δρόμο για την ανάπτυξη της άκρας δεξιάς. Η πολιτικο-εκλογική ισχυροποίησή της επιφέρει εν τέλει ό,τι οι υπόλοιπες δυνάμεις μάχονταν να αποφύγουν: ανατροπές στο κομματικό σύστημα και κρίση στο σύστημα της διακυβέρνησης."

Η εικόνα από το εξώφυλλο της αυστραλιανής έκδοσης (Penguin Books) του βιβλίου του P. Krugman, The Return of Depression Economis.

Το κείμενο
από το βιβλίο μου Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης, Εκδ. Καστανιώτη, 2008 (σ. 304-6)

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

Ριζοσπαστισμός - Εξτρεμισμός - Αυταρχισμός


Ένα από τα φαινόμενα που μας απασχολεί τις τελευταίες δεκαετίες είναι εκείνο του πολιτικού και του κοινωνικού ριζοσπαστισμού. Κατ’αρχάς σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της έννοιας, στον επιστημονικό λόγο ο “ριζοσπαστισμός” ταυτίζεται συχνά με τον “εξτρεμισμό” και συνδέεται με την απόρριψη του συνταγματικού κράτους και του πολιτικού συστήματος των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Τους μελετητές του ριζοσπαστισμού έχει απασχολήσει το ερώτημα εάν πρόκειται για ένα ενιαίο φαινόμενο ή εάν εμφανίζεται με δύο κύριες εκδοχές, δηλαδή ως “δεξιός ριζοσπαστισμός” αλλά και ως “αριστερός ριζοσπαστισμός”. Παρότι συνηθέστερα το φαινόμενο μελετάται από τη σκοπιά του δεξιού ριζοσπαστισμού (ή δεξιού εξτρεμισμού), δεν λείπουν οι αναλύσεις στις οποίες διαπιστώνονται ομοιότητες και συγκλίσεις της δεξιάς και της αριστερής εκδοχής του.

Σε μεταβατικές εποχές, όταν συντελούνται κοινωνικοί μετασχηματισμοί και μεγάλες αλλαγές, τότε εμφανίζονται “ρήγματα” στη ζωή των ανθρώπων, καθώς αυτοί δεν μπορούν εύκολα να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Συχνά τότε, οι αξίες που τα άτομα πρεσβεύουν, έρχονται σε διάσταση με τα καινούργια αξιακά πρότυπα και ο τρόπος ζωής που αυτά ακολουθούν δεν συμβαδίζει με εκείνον που επικρατεί στα εμφανιζόμενα νέα κοινωνικά περιβάλλοντα. Ο ριζοσπαστισμός αποτελεί “μια κανονική παθολογία” των βιομηχανικών κοινωνιών, ισχυρίστηκαν ο Scheuch και ο Klingemann στην κλασική δημοσίευσή τους με τον τίτλο “Θεωρίες του δεξιού ριζοσπαστισμού στις δυτικές βιομηχανικές κοινωνίες” (1967). Με τη διατύπωσή τους αυτή οι δύο πολιτικοί επιστήμονες θέλησαν να επισημάνουν το πόσο ευάλωτες σε φαινόμενα ριζοσπαστισμού είναι οι νεωτερικές κοινωνίες.

Σε αυτές, τόσο η σύγκρουση παλιών και νέων αξιών, καθώς και του παραδοσιακού με τον σύγχρονο τρόπο ζωής, όσο και η διεύρυνση των προσδοκιών, με την οποία συνοδεύεται κάθε φορά η νέα κοινωνική πραγματικότητα, αλλά και η συχνή διάψευση των προσδοκιών αυτών, αποτελούν τις αιτίες για τη δημιουργία συναισθημάτων αβεβαιότητας και απογοήτευσης των κοινωνικών υποκειμένων. Για να υπερβούν τα κανονιστικά ρήγματα, την αβεβαιότητα και τις απογοητεύσεις τους, εκείνοι που δεν εμφανίζουν ικανοποιητικές επιδόσεις στη νέα κοινωνική πραγματικότητα καταφεύγουν στη “γνωστική ακαμψία”: υιοθετούν ένα κλειστό και άκαμπτο σύστημα αξιών, σκέψης και προσανατολισμού, δια μέσου του οποίου αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα.

Ως “ριζοσπαστισμός” περιγράφεται αυτό ακριβώς το φαινόμενο της καταφυγής στη γνωστική ακαμψία ως μέσου πρόσληψης και αντιμετώπισης της κοινωνικής πραγματικότητας: πρόκειται για μια πραγματικότητα που είναι σύνθετη ως προς τα στοιχεία που τη συγκροτούν, πολύπλοκη ως προς τις λειτουργίες της, πολλές φορές με δυσβάστακτα αποτελέσματα για μεμονωμένα άτομα και κοινωνικές ομάδες. Η γνωστική ακαμψία και τα κλειστά συστήματα σκέψης και προσανατολισμού, με άλλα λόγια η υιοθέτηση “κλειστών κοσμοεικόνων”, οδηγούν στον εκδογματισμό των πεποιθήσεων και καθιστούν τους φορείς των πεποιθήσεων αυτών επιρρεπείς στη συνωμοσιολογία, στις προκαταλήψεις, στην εχθρότητα απέναντι στον Άλλο, στην εθνικιστική ιδεολογία, στον αντιπλουραλισμό και τον αντιφιλελευθερισμό.


Η εικόνα από το εξώφυλλο του βιβλίου των Th. Adorno κ.ά., The Authoritarian Personality, 1964

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010


"Deep in the brain" ενός θεωρητικού του λαϊκισμού*

Ο Helmut Dubiel είναι καθηγητής (ομότιμος πλέον) Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Giessen (Γερμανία) και μεταξύ των ετών 1989 -1997 διηύθυνε το φημισμένο Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας, το οποίο είχαν ιδρύσει οι θεμελιωτές της Σχολής της Φρανκφούρτης, Theodor Adorno και Max Horkheimer.
Ο Dubiel έχει μια διεθνή επιστημονική παρουσία (δίδαξε για αρκετά χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και του Μπέρκλεϋ), το δε επιστημονικό έργο του επηρέασε σημαντικά την κατεύθυνση των ερευνών για το φαινόμενο του λαϊκισμού. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, ήταν ήδη γνωστός για τις μελέτες του σχετικά με τους λεγόμενους ιστορικούς λαϊκισμούς (το κίνημα των αγροτών στις ΗΠΑ, τη Ρωσία και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη στα τέλη του 19ου αιώνα), αλλά και τα λαϊκιστικά κινήματα και τα καθεστώτα του 20ού αιώνα – του Βάργκας στη Βραζιλία και του Περόν στην Αργεντινή. Σύμφωνα με το γερμανό καθηγητή, ο λαϊκισμός δεν περιγράφει μόνο ένα συγκεκριμένο τύπο κοινωνικού κινήματος, που έχει ως κύριο στοιχείο του τον αντικαπιταλισμό και εμφανίζεται ως αντίδραση στον εκσυγχρονισμό. Επιπλέον, ο λαϊκισμός αποτελεί μια ’εξουσιαστική τεχνική’, την οποία εφαρμόζει μια ελίτ, ώστε στηριζόμενη στο λαό, να καταλάβει την εξουσία.Με τις τεχνικές του λαϊκισμού ασχολήθηκε αρκετά ο Dubiel, για να υποστηρίξει ότι εν τέλει ο λαϊκισμός είναι η εφαρμογή μιας ‘αντεστραμμένης ψυχανάλυσης’ (Leo Löwenthal): ο λαϊκιστής ηγέτης κάνει το αντίθετο από ό,τι ο καλός ψυχαναλυτής: ενισχύει τους ασυνείδητους φόβους, τις προκαταλήψεις και τους καταγκασμούς των οπαδών του – ‘η ανωριμότητά τους είναι το δικό του κεφάλαιο’, υποστηρίζει ο Dubiel, προκειμένου ο αρχηγός να κατακτήσει την εξουσία.
Στην ακμή της καριέρας του και στην ηλικία μόλις των 46 χρόνων στον Dubiel διαγνώστηκε ότι πάσχει από την ασθένεια του Πάρκινσον। Αν η ασθένεια προσβάλλει περίπου το 0,16% του παγκόσμιου πληθυσμού, με τους ασθενείς να προέρχονται από τις ηλικιακές ομάδες των 60 με 65 ετών και άνω, ο Dubiel ανήκει στους ακόμα λιγότερους που δέχθηκαν την επίθεσή της όντας στις αρχές της δεκαετίας των σαράντα (young οnset parkinsons)। Για πολλά χρόνια, πριν και μετά την επίσημη διάγνωση, αγνόησε την ασθένεια και συγκάλυψε το πρόβλημα από τον περίγυρό του। Παρά το ότι είχε δουλέψει εντατικά κατά την ανάλυση του λαϊκιστικού φαινομένου με τις συνέπειες της απώθησης των ασυνείδητων φόβων και καταναγκασμών, ο ίδιος υπέβαλε τον εαυτό του σ’έναν παρεμφερή μηχανισμό απόκρυψης της ασθένειας। Όπως στην κοινωνία και την πολιτική, έτσι και στην προσωπική βιογραφία, οι συνέπειες μιας τέτοιας απώθησης είναι οδυνηρές: για τον ίδιο κορυφώνονται με την αναγκαστική όσο και σχεδόν εξευτελιστική παραίτησή του από τη διεύθυνση του Ινστιτούτου Κοινωνικής Έρευνας.Δεκαπέντε χρόνια μετά, ωστόσο, ο Dubiel βρήκε το κουράγιο να αναμετρηθεί με τη νόσο και να απελευθερωθεί από ό,τι απωθούσε। Το βιβλίο του Tief im Hirn (Βαθειά μέσα στον εγκέφαλο) αποτελείμια ρεαλιστική περιγραφή
της ασθένειας και της πορείας ενός σημαντικού ανθρώπου σε μια προσωπική, κοινωνική και επιστημονική διαδρομή που εγκιβωτίζεται στη δύσκολη και, μέχρι τώρα, ανίατη συμπτωματολογία της νόσου।
Ο αναγνώστης του βιβλίου, εκτός από μια κατανοητή περιγραφή της ασθένειας και πληροφορίες γύρω από τη φαρμακολογία και τις νέες τεχνικές που εφαρμόζονται για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή της, έρχεται κυρίως αντιμέτωπος με τις συνέπειές της, έτσι τουλάχιστον όπως τις βιώνει ένας ασθενής: συγκάλυψη, απομόνωση, αίσθηση βαθιάς προσβολής και, συγχρόνως, αγώνας για αναγνώριση και αποδοχή, αλλά και για σωματική και πνευματική εγρήγορση είναι οι προσωπικές εμπειρίες και τα μηνύματα του συγγραφέα του βιβλίου. Ο ασθενής από τη νόσο του Πάρκινσον Dubiel έχει εμφυτευμένα ηλεκτρόδια στον εγκέφαλό του, τα οποία, με τη βοήθεια μιας ρυθμίζουσας συσκευής – ενός τηλεκοντρόλ, του επιτρέπουν την επιλογή μεταξύ είτε του να μιλά είτε του να βαδίζει. Παρ ά τις ταλαιπωρίες, εξακολουθεί να έχει τη δύναμη να στοχάζεται κριτικά και ελεύθερα. Στο βιβλίο, ο κοινωνικός επιστήμονας Dubiel διασυνδέει τις εμπειρίες του ως ασθενούς με την κριτική σκέψη: την εκδήλωση της ασθένειας με την τυχαιότητα, τη συγκάλυψή της με το φόβο του στιγματισμού, τη μάχη εναντίον της με όρους επιστημονικούς αλλά και ατομικούς, την κατανόησή της ως στοχείο των αναπότρεπτων αβεβαιοτήτων που αποτελούν τον κανόνα στις ‘κοινωνίες του ρίσκου’. Επειδή, πάντως, οι αμφισημίες και η συνθετότητα είναι συνοδευτικά στοιχεία όλων των κοινωνικών φαινομένων, όπως και όλων των στιγμών της προσωπικής ζωής, ο Dubiel δεν διστάζει να πει: ‘Εάν είχα την επιλογή μεταξύ μιας ζωής σε ένα σώμα και στη συνείδηση ενός άλλου (υγειούς) προσώπου και της συνέχισης της δικής μου ζωής μέσα σ’εμένα τον ίδιο, δεν θα δίσταζα λεπτό να αποφασίσω υπέρ της δεύτερης επιλογής’.

*Το βιβλίο σημείωσε εκδοτική επιτυχία στη Γερμανία και προσφάτως μεταφράστηκε στα αγγλικά।Η φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο της αγγλικής έκδοσης।