ΜΑΘΗΜΑ: Νέα Άκρα Δεξιά (ακαδ. έτος 2010)

Όσα αναγράφονται στη σελίδα αποτελούν στοιχεία από τις παραδόσεις του μαθήματός μου και σκοπό έχουν να βοηθήσουν τους φοιτητές και τις φοιτήτριες που παρακολουθούν το μάθημα στην κατανόηση του αντικειμένου και των θεματικών που αναπτύσσονται προφορικά κατά τις παραδόσεις του μαθήματος. Οποιαδήποτε χρήση του υλικού αυτού από τρίτους απαιτεί έγκριση της διδάσκουσας.
Βασιλική Γεωργιάδου 

Μάθημα 1 (25.02.2010)
Εισαγωγή στη θεματική του μαθήματος - Παρουσίαση των βασικών σημείων 

Το μάθημα διαρθρώνεται σε 4 μέρη:

•Στο πρώτο μέρος, το γνωστικό ενδιαφέρον μας θα επικεντρωθεί στη μελέτη της πολιτικής και της ιδεολογικής φυσιογνωμίας της άκρας δεξιάς: Τι πρεσβεύει η άκρα δεξιά; Διατηρεί εκλεκτικές συγγένειες ή δεσμούς με τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες της δεκαετίας του 1930; Είναι δημοκρατική και πώς οικοδομεί τις σχέσεις της με τα δημοκρατικά καθεστώτα του μεταπολεμικού κόσμου; Γιατί υπερασπίζεται τις δημοψηφισματικές διαδικασίες και ποια η σχέση της με τον κοινοβουλευτισμό; Είναι «συστημική» ή «αντισυστημική» η μεταπολεμική ακροδεξιά; Λειτουργεί ως «συλλέκτης» της πολιτικής διαμαρτυρίας στις δημοκρατίες του ύστερου μεταπολεμικού κόσμου; Τα ερωτήματα αυτά θα μας απασχολήσουν στο πρώτο μέρος του μαθήματος.
•Στο δεύτερο μέρος, το ενδιαφέρον μας θα μεταφερθεί στις μορφολογικές παραλλαγές με τις οποίες εμφανίζεται η άκρα δεξιά από την πρώτη μεταπολεμική περίοδο («πρώτο κύμα» της άκρας δεξιάς), έως την περίοδο του μεταβιομηχανισμού («δεύτερο κύμα» της άκρας δεξιάς) και, τέλος, μέχρι την μεταψυχροπολεμική εποχή και την εποχή της παγκοσμιοποίησης («τρίτο κύμα» της άκρας δεξιάς). Θα εξηγήσουμε τη σημασία της «κυματοειδούς» ανάπτυξης της άκρας δεξιάς, θα παρουσιάσουμε τα χαρακτηριστικά των τριών κυμάτων και θα αναδείξουμε τους λόγους που προκαλούν τη μετεξέλιξη του ακροδεξιού φαινομένου από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι σήμερα και τη μετατροπή του από έναν «πομφόλυγα» σε έναν παράγοντα της πολιτικής σκηνής.


•Στο τρίτο μέρος θα εξετάσουμε τις αιτίες που προκάλεσαν την άνοδο του ακροδεξιού φαινομένου. Αναφορά θα γίνει στο «κοινωνικο-ψυχολογικό επιχείρημα»: η άνοδος της άκρας δεξιάς διασυνδέεται με τις κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές που επέρχονται όταν εμφανίζονται κοινωνικοί μετασχηματισμοί και κρίσεις, καθώς και με τους φόβους, αλλά και τις δυσκολίες της κοινωνικής προσαρμογής στις αλλαγές αυτές. Έμφαση θα δοθεί, επίσης, στο «πολιτικο-θεσμικό επιχείρημα»: η ποιότητα του κομματικού ανταγωνισμού και τα ανταγωνιστικά ή τα συναινετικά γνωρίσματα των συστημάτων διακυβέρνησης δημιουργούν λιγότερο ή περισσότερο ευνοϊκές προϋποθέσεις για την άνοδο της άκρας δεξιάς. Τέλος, η ισχύς της άκρας δεξιάς θα εξεταστεί με βάση το «επιχείρημα της πολιτικής στρατηγικής»: η στάση που τηρούν τα πολιτικά κόμματα και οι πολιτικές δυνάμεις της παραδοσιακής δεξιάς έναντι των των δυνάμεων της άκρας δεξιάς αποδεικνύεται καθοριστικής σημασίας για την ισχύ του ακροδεξιού φαινομένου.

•Στο τέταρτο μέρος το ενδιαφέρον θα στραφεί στα κόμματα της άκρας δεξιάς των χωρών της κεντρικής, νότιας και βόρειας Ευρώπης. Ξεχωριστή αναφορά θα γίνει στην Ελλάδα και στα κόμματα του ακροδεξιού χώρου που κάνουν την εμφάνισή τους κατά τη Μεταπολίτευση. Η θέση των κομμάτων της άκρας δεξιάς στο κομματικό σύστημα, οι ιστορικο-πολιτικές συνθήκες που τα ανέδειξαν, η ιδεολογία τους και οι πολιτικές θέσεις που πρεσβεύουν, αλλά και ο πολιτικός λόγος που χρησιμοποιούν, είναι ζητήματα που θα μας απασχολήσουν ιδιαιτέρως. Στο πλαίσιο αυτό θα ασχοληθούμε ειδικότερα με την εκλογική κοινωνιολογία της ακροδεξιάς ψήφου: ποιες κοινωνικο-δημογραφικές ομάδες ψηφίζουν τα κόμματα αυτά, ποια είναι τα κίνητρα της εκλογικής επιλογής, πώς διαμορφώνονται και γιατί μεταβάλλονται οι εκλογικές προτιμήσεις για την άκρα δεξιά αποτελούν ερωτήματα, στα οποία θα επιχειρήσουμε να δώσουμε απαντήσεις.

Βασική βιβλιογραφία για τα παραπάνω:
•Βασιλική Γεωργιάδου, Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης. Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία, Αθήνα: Καστανιώτης 2008.
•Pierre Milza, Oι μελανοχίτωνες της Eυρώπης. H ευρωπαϊκή ακροδεξιά από το 1945 έως σήμερα, Αθήνα: Scripta 2004. 
•Paul Hainsworth (επιμ.), Η ακροδεξιά. Ιδεολογία, πολιτική, κόμματα Αθήνα: Παπαζήσης 2004.
_________________________________________________

Μάθημα 2 (04.03.2010)
Βασικά σημεία:

Συζητώντας για τις έννοιες: Αναφορά στο περιεχόμενο και στις λεπτές όσο και ουσιαστικές διακρίσεις των παραπάνω εννοιών.
Άκρα δεξιά ή ακροδεξιά (far right): πρόκειται προπάντων για έναν χωροθετικό ορισμό της άκρας δεξιάς, καθώς υποδεικνύει την τοποθέτησή της στον (ιδεατό) ιδεολογικο-πολιτικο άξονα Αριστεράς-Δεξιάς. Η άκρα δεξιά (με την έννοια του far right) τοποθετείται δεξιότερα της παραδοσιακής/κατεστημένης δεξιάς. Τα κριτήρια μιας τέτοιας τοποθέτησης προκύπτουν α) από ανάλυση των ιδεολογικο-πολιτικών και προγραμματικών αρχών της άκρας δεξιάς, β) από τις αντιλήψεις (perceptions) των εκλογέων συνολικά για τα κόμματα και για την άκρα δεξιά και γ) από την αυτοτοποθέτηση των εκλογέων της άκρας δεξιάς στον άξονα Αριστεράς-Δεξιάς
Ακραία ή εξτρεμιστική δεξιά (extreme or extremist right): αξιολογείται η στάση της απέναντι στο ζήτημα της βίας και της χρήσης βίας. Η ακραία/εξτρεμιστική δεξιά δεν απαρνείται τη χρήση βίας ως μέσου άσκησης πολιτικής και παρέμβασης στη δημόσια σφαίρα. Πρόκειται για έναν πολιτικο-ιδεολογικό χώρο που συμμετέχει στη λεγόμενη "ακροδεξιά σκηνή", συνεργαζόμενος δηλαδή, τυπικά ή άτυπα, με οργανώσεις, μορφώματα και ακτιβιστές που βρίσκονται εκτός του λεγόμενου "συνταγματικού τόξου".
Ριζοσπαστική δεξιά (radical right): έτσι προτιμά να αυτοπροσδιορίζεται η μεταπολεμική ακροδεξιά, καθώς θεωρεί ότι η έννοια του ριζοσπαστισμού (έννοια που χρησιμοποιήθηκε ευρέως από την αριστερά) παραπέμπει σε ένα 'εξεγερσιακό' και 'ανατρεπτικό' περιεχόμενο της πολιτικής, το οποίο η ίδια οικειοποιείται για τον εαυτό της. Παρότι η έννοια της ριζοσπαστικής δεξιάς τυγχάνει ευρείας χρήσεως, το ιστορικό της νόημα είναι πολύ διαφορετικό από το συνήθως σε αυτήν αποδιδόμενο. Ιστορική ανάλυση της έννοιας της ριζοσπαστικής δεξιάς και εντοπισμός των απαρχών της στην Παλινόρθωση, αλλά και παρουσίαση της ιστορικής της διαδρομής από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι τη δεκ. του 1930 σε Γαλλία, Αυστρία και Γερμανία. Διαφορές μεταξύ του συντηρητισμού και του ριζοσπαστισμού και εκλεκτικές συγγένειες μεταξύ του ριζοσπαστισμού και του ολοκληρωτισμού. Έμφαση στην ιστορικότητα των εννοιών ως αναγκαίας προϋπόθεσης της πολιτικής ανάλυσης.
•Λαϊκιστική (populist) ή εθνικο-λαϊκιστική δεξιά (ethno-populist right): η έννοια επιλέγεται ολοένα και συχνότερα προκειμένου να τονιστεί η σημασία που κατακτά ο πολιτικός λόγος, το πολιτικό θέαμα και ο χαρισματικός πολιτικός ηγέτης στην ανάλυση του ακροδεξιού φαινομένου. Αναφορές στη θεωρία του λαϊκισμού (Ε. Λακλάου, ιδίως Μ. Κάνοβαν) και της χαρισματικής ηγεσίας (Μ. Βέμπερ). Ο λαϊκισμός ως γνώρισμα των πολιτικών φαινομένων και ως στοιχείο που συμπληρώνει (αλλά δεν προσδιορίζει εξ ολοκλήρου) την μεταπολεμική άκρα δεξιά.

Συζητώντας για τη σχέση της άκρας δεξιάς με την ιστορία και τη συγκυρία:
είναι "νεο-φασιστική" η άκρα δεξιά ή στις ημέρες μας έχουμε πλέον να κάνουμε με μια "μετα-φασιστική" άκρα δεξιά; Παραδείγματα από την διαδρομή του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος (MSI) και της Εθνικής Συμμαχίας (ΑΝ) στην Ιταλία. Η σχέση της μεταπολεμικής άκρας δεξιάς με τον ιστορικό φασισμό, καθώς και η ένταξη και συμμετοχή της στο δημοκρατικό/κοινοβουλευτικό παρόν της μεταπολεμικής Ευρώπης.
Επισήμανση του γεγονότος ότι από εμφανίσεώς της, την επαύριο της λήξης του Β' Π.Π., η άκρα δεξιά (π.χ. σε Ιταλία και Αυστρία) ακολουθούσε συνειδητά  μια "διπλή στρατηγική": εκείνη της "έντασης" και των προκλήσεων απέναντι το δημοκρατικό καθεστώς, αλλά και εκείνη της "ενσωμάτωσής" της σε αυτό.
Επιχειρώντας να ορίσουμε τη 'δύσκολη' σχέση της μεταπολεμικής ακροδεξιάς με την ιστορία και τη συγκυρία.

Ορίζοντας την άκρα δεξιά ως "πολύπλοκη αλχημεία" (P. Hainsworth):
•πρόκειται για ένα μίγμα, που συντίθεται από διαφορετικά και ετερόκλιτα στοιχεία - ένα πολιτικό κράμα γεμάτο από αντιθέσεις και αντιφάσεις - αντιφατική είναι κατ'εξοχήν η ιδεολογία και ευρύτερα η φυσιογνωμία της άκρας δεξιάς (αντικομμουνιστική, αλλά και αντικαπιταλιστική - υπέρ της δημοκρατίας, αλλά κατά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας - αντικαπιταλιστική, αλλά και αντιφιλελεύθερη - αντικρατικιστική, αλλά και αυταρχική...)
•η μετατρεπτική ικανότητα της άκρας δεξιάς μέσα στο χρόνο: μετασχηματισμοί και αλλαγές της άκρας δεξιάς, αλλά και διασυνδέσεις και διαρκείς εκλεκτικές συγγένειές της με τις "πολιτικές κουλτούρες" του Αντι-διαφωτισμού (εθνικισμός, πολιτικός αυταρχισμός, αντι-οικουμενισμός).

Πόσο ακραία είναι η άκρα δεξιά; Η απόστασή της από τα άλλα κόμματα και το εύρος του δεξιόστροφου προσανατολισμού της άκρας δεξιάς ως ένα μέθεθος σχετικό

Βασική βιβλιογραφία:
Β. Γεωργιάδου, Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης..., Μέρος πρώτο
P. Milza, Οι μελανοχίτωνες της Ευρώπης..., κεφ. 1
Β. Γεωργιάδου, Πρόλογος στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του P. Hainsworth (ed.), Η ακροδεξιά... 
J. Weiss, Συντηρητική και Ριζοσπαστική Δεξιά..., Εκδ. Θύραθεν, Θεσ/νίκη 2009.
______________________________________
Μάθημα 3 (18.03.2010)
Βασικά σημεία:

Άκρα Δεξιά και Δημοκρατία: είναι δημοκρατική ή αντι-δημοκρατική η άκρα δεξιά;
Η αμφίρροπη σχέση της άκρας δεξιάς με την (κοινοβουλευτική) δημοκρατία.
•Σε κανονιστικό επίπεδο, η μεταπολεμική άκρα δεξιά δηλώνει δημοκρατική, πιστή στις θεμελιώδεις αρχές της συνταγματικής τάξης, αναγνωρίζει τον Λαό ως ανώτατη πηγή κυριαρχίας και μετέχει στον ελεύθερο κομματικό ανταγωνισμό και στα αντιπροσωπευτικά σώματα των μεταπολεμικών δημοκρατιών.
•Με τη δράση και τον πολιτικό λόγο της: α) η άκρα δεξιά εμφανίζει συχνά μια δική της ερμηνεία των συνταγματικών αρχών (βλ. π.χ. την άποψή της στο ζήτημα της οικογένειας με παραδείγματα από την γερμανική και την ελβετική άκρα δεξιά)· β) η δημοκρατική νομιμοφροσύνη της συνοδεύεται από πολιτικό τακτικισμό (ο φόβος του πολιτικού στιγματισμού οδήγησε τη γερμανική, αυστριακή κλπ. άκρα δεξιά στην υιοθέτηση μιας διγλωσσίας όσον αφορά το δημοκρατικό πολίτευμα και τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς)· γ) η έννοια του Λαού γίνεται αντιληπτή από την άκρα δεξιά ως κοινότητα οργανικής μορφής (εθνικο-πολιτισμικός ορισμός του Λαού) και όχι ως το άθροισμα των πολιτών ενός κυρίαρχου κράτους· παρότι η άκρα δεξιά αναγνωρίζει τον Λαό ως ανώτατη πηγή κυριαρχίας, θεωρεί τον αρχηγό/οδηγητή του Λαού ως συστατικό στοιχείο της (δημοψηφισματικής+καισαριστικής) δημοκρατίας, την οποία υποστηρίζει.
•Αντι-κοινοβουλευτική, όχι αντι-δημοκρατική η άκρα δεξιά: πολέμιος της κοινοβουλευτικής, υπέρμαχος της άμεσης δημοκρατίας.
•Αντι-συστημική και αντι-κομματική η άκρα δεξιά: στρέφεται εναντίον της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ως ενός συστήματος διακυβέρνησης - παρότι εμφανίζεται με τα μορφολογικά γνωρίσματα του πολιτικού κόμματος, στρέφεται εναντίον των υπαρχόντων κομμάτων, θεωρώντας τα "όλα ίδια": βλ. την ιδέα περί "ενιαίου κόμματος" του Χάιντερ. Η στάση της έναντι των κομμάτων και η αμφίρροπη στάση της έναντι του ίδιου του θεσμού του πολιτικού κόμματος καθιστά τα ίδια τα κόμματα της άκρας δεξιάς, σύμφωνα με τον Κας Μούντε, ένα είδος "κόμματος-αντικόμματος" (antiparty-party).

Βασική βιβλιογραφία:
Β. Γεωργιάδου, Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης..., Μέρος πρώτο
C. Mudde, The politics of antiparty party, στο Party Politics (βλ. βιβλιογραφικό κατάλογο μαθήματος)

_____________________________________________

Μάθημα 4 (15.04.2010)
Βασικά σημεία:

Πόσο ακραία είναι η Άκρα Δεξιά (Α.Δ.): απόστασή της από τα άλλα κόμματα
(Το εύρος το δεξιόστροφου προσανατολισμού της Α.Δ. συνάγεται από τη σύγκρισή της με τις ιδολογικο-πολιτικά όμορες οργανώσεις, τα κόμματα της παραδοσιακής δεξιάς και τα υπόλοιπα κόμματα του κομματικού συστήματος).
•Η Α.Δ. φαίνεται λιγότερο ακραία όταν μεταξύ της και (των) άλλων κομμάτων εμφανίζονται σημαντικές επικαλύψεις/συγκλίσεις σε θέματα πολιτικής (political issues) ή δημιουργούνται συνεργασίες - Βλ. το παράδειγμα της Εθνικής Συμμαχίας (ΑΝ) στην Ιταλία, στην οποία η στήριξη το 1993 της υποψηφιότητας του Fini για τη δημαρχεία της Ρώμης από τον Berlusconi μετέτρεψε τον Φίνι από αρχηγό ενός ακροδεξιού κόμματος (Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα/MSI), σε "συντηρητικό δημοκράτη" και το μετονομασθέν σε  Εθνική Συμμαχία (Alleanza Nationale) κόμμα του σε μια "εκλέξιμη δύναμη" για μεγάλο μέρος των Ιταλών ψηφοφόρων.
•Σε ένα κομματικό σύστημα με εμφανή τη διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς, με κόμματα που φέρουν ένα σαφές "ιδεολογικό φορτίο" (Kirchheimer), η πολιτική-ιδεολογική φυσιογνωμία των κομμάτων της Α.Δ. γίνεται περισσότερο ορατή από το εκλογικό σώμα - Τέτοιο ήταν το κομματικό σύστημα π.χ. της Γερμανίας την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία (1949-1959), στη διάρκεια της οποίας το (ακροδεξιό/νεοναζιστικό) Σοσιαλιστικό Κόμμα της Αυτοκρατορίας (SRP) τέθηκε εκτός νόμου και απαγορεύτηκε η λειτουργία του, καθώς κρίθηκε ότι ο ριζοσπαστισμός του υπονομεύει το δημοκρατικό καθεστώς και την ελεύθερη δημοκρατική τάξη.
•Αντιθέτως, όταν διαπιστώνεται ισχυρή σύγκλιση των κομμάτων στο Κέντρο, η Α.Δ. έχει την ευκαιρία να διακριθεί από αυτά, ακριβώς καταγγέλοντας την κομματική σύγκλιση και την ιδεολογικο-πολιτική ομογενοποίηση των άλλων κομμάτων, χωρίς να παρουσιαστεί ως ακραία στα μάτια του εκλογικού σώματος. Το παρελθόν της αποχρωματίζεται, ενώ η Α.Δ. εμφανίζεται ως πόλος διαμαρτυρίας και αντίστασης στην ομογενοποίηση και σύγκλιση των κομμάτων. - Ένα παράδειγμα: Με λόγο καταγγελτικό εναντίον της σύγκλισης και της συναίνεσης εμφανίστηκε η Α.Δ. (Κόμμα της Ελευθερίας) στην Αυστρία, ήδη από τα μέσα της δεκ. του 1980, όταν το μοντέλο της "αναλογικής δημοκρατίας" της Αυστρίας έδειχνε να έχει φτάσει στα όριά του, γι΄αυτό και τα κόμματα που αποτελούσαν τους πυλώνες του μοντέλου αυτού (Χριστιανοδημοκράτες ["μαύροι] και Σοσιαλδημοκράτες ["κόκκινοι]) είδαν τα ποσιστά τους να συρρικνώνονται σημαντικά προς όφελος της διαρκώς αυξανόμενης εκλογικής δύναμης του Κόμματος της Ελευθερίας (FPÖ, J. Haider).

Ανταγωνιστικό vs Διαπραγματευτικό/Συναινετικό Μοντέλο Διακυβέρνησης: ποιο μοντέλο διακυβέρνησης (δημοκρατίας) υπερασπίζεται η Α.Δ.
(Σύντομη αναφορά στα μοντέλα δημοκρατίας ανταγωνιστικού/πλειοψηφικού και διαπραγματευτικού/συναινετικού τύπου, με παραδείγματα από εφαρμοσμένα συστήματα διακυβέρνησης, όπως η ΜΒ, η Ελλάδα, η ΟΔΓ και οι Σκανδιναβικές χώρες)
•Η Α.Δ. δείχνει να προκρίνει τα δημοψηφίσματα και τις ψηφοφορίες βάσης από τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες - κατ'αρχάς, λοιπόν, δείχνει την προτίμησή της για ένα μοντέλο δημοκρατίας αμεσοδημοκρατικού τύπου. Ταυτοχρόνως, όμως, υπερασπίζεται αποφασιοκρατικές και συγκεντρωτικές μεθόδους στο decision making process, δείχνοντας την προτίμησή της σε συγκεντρωτικά (και όχι σε διαπραγματευτικά/συναινετικά) συστήματα διακυβέρνησης.
•Στην ύστερη μεταπολεμική εποχή, οι ανταγωνιστικές δημοκρατίες εμπλουτίζονται με στοιχεία διαπραγμάτευσης (π.χ. ο Blair επιχείρησε να εμπλέξει τους άμεσα ενδιαφερόμενους stakeholder στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων και στην ανάληψη της σχετικής ευθύνης που προκύπτει από τη λήψη μιας πολιτικής απόφασης) και οι διαπραγματευτικές/συναινετικές δημοκρατίες με στοιχεία ανταγωνισμού προκειμένου να ξεπεράσουν το "μπλοκάρισμα" που συχνά παρατηρείται στη λήψη των αποφάσεων (π.χ. στην Ελβετία τροποποιήθηκε η "μαγική φόρμουλα" -έμβλημα της ελβετικής συναίνεσης- και προσαρμόστηκε στα κοινοβουλευτικά και ανταγωνιστικά δεδομένα του συστήματος διακυβέρνησης κατά τη δεκ. του 2000).
•Η μορφή δημοκρατίας και το μοντέλο διακυβέρνησης που προκρίνει η Α.Δ. αποτελεί εξαίρεση στον παραπάνω κανόνα: Η Α.Δ. αναμειγνύει συστηματικά δημοψηφισματικές αρχές με αποφασιοκρατικές μεθόδους στο δικό της μοντέλο διακυβέρνησης: έχει υπόψη της ένα πολιτικό σύστημα με αδύναμους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και ισχυρή ηγεσία (καισαρισμός), καθώς δεν θεωρούνται οι εθνικοί αντιπρόσωποι και τα κοινοβουλευτικά/αντιπροσωπευτικά σώματα που εκφράζουν τη θέληση του λαού (αυτά -μέσω των κομμάτων- "υφαρπάζουν" τη λαϊκή θέληση, μια συχνά χρησιμοποιούμενη έκφραση στον λόγο των κομμάτων της Α.Δ.), αλλά μόνο ένας αρχηγός, οδηγητής και ηγέτης του λαού είναι εκείνος που μπορεί να εκφράσει "γνήσια" τη λαϊκή θέληση.

Βασική βιβλιογραφία:
Β. Γεωργιάδου, Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης... (Πρώτο Μέρος, Μέρος Δεύτερο για τα Μοντέλα Δημοκρατίας, Μέρος Τρίτο - κεφ. 5 για την Ελβετία και Excursus για την ΟΔΓ)
P. Hainsworth, Η Ακροδεξιά... (κεφ. 4, άρθρο T. Gallagher για την Ιταλία)

Συμπληρωματική βιβλιογραφία για τα μοντέλα δημοκρατίας και τα συστήματα διακυβέρνησης:
Manfred G. Schmidt, Θεωρίες της Δηνοκρατίας, Εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2004 (Μέρος Τρίτο)
Βλ. ακόμη βιβλιογραφία του μαθήματός μου "Δημοκρατικά συστήματα διακυβέρνησης: ανταγωνιστικά, συναινετικά μικτά".

________________________________________________________________________
Μάθημα 5 (29.04.2010)
Βασικά σημεία:

Άκρα Δεξιά και Νέα Δεξιά:
•Η Νέα Δεξιά έκανε την εμφάνισή της τη δεκ. του 1960 μέσα από ομάδες/κύκλους διανοουμένων στη Γαλλία αρχικώς (οργανώθηκαν γύρω από τον φιλόσοφο Alain de Benoist και την ομάδα GRECE), στη Γερμανία (Σεμινάρια της Θούλης) και την Ιταλία (Nuova Destra) στη συνέχεια, στόχευε δε στην ανανέωση των πολιτικών ιδεών της ριζοσπαστικής δεξιάς, η οποία κινείτο πλέον (μεταπολεμικά) σε "ένα νεκροταφείο ιδεών" (Ντ. Βενέρ), έχοντας παραδώσει την πνευματική ηγεμονία στην Αριστερά - προπάντων στη Νέα Αριστερά του Γαλλικού Μάη, της Οικολογίας, των Φεμινιστικών και Φοιτητικών Κινημάτων εκείνης της εποχής. Για να ανακτήσουν την ηγεμονία στο επίπεδο των ιδεών, αλλά και για να αποστιγματίσουν τη ριζοσπαστική δεξιά και, κυρίως, για να διεκδικήσουν τη θέση ενός "τρίτου παράγοντα" στην μεταπολεμική πολιτική σκηνή, όπως τουλάχιστον στόχευαν, οι διανούμενοι της Νέας Δεξιάς επεξεργάζονται νέες ιδέες, στο επίκεντρο των οποίων βρέθηκαν οι ιδέες της "διαφορικής ισότητας" και του "εθνο-πλουραλισμού".
Διαφορική ισότητα (μετφ. και ως διαφοριστική ισότητα): με αυτήν αμφισβητείται η αρχή της πολιτικής ισότητας και το οικουμενικό της περιεχόμενο. Για τους διανοούμενους της Νέας Δεξιάς, ίσα δεν είναι τα άτομα (αυτά δεν αναγνωρίζονται ως αυτόνομες οντότητες), αλλά ίσοι είναι οι λαοί (δηλ. οι εθνικοπολιστικές συλλογικότητες). Προϋπόθεση, όμως, της ισότητας των λαών αποτελεί η υπεράσπιση εκ μέρους τους του δικαιώματος της διαφοράς, δηλαδή ο εθνο-πλουραλισμός των λαών.
•Ο εθνο-πλουραλισμός (ή εθνικο-πλουραλισμός) αποτελεί την ιδεολογία της Νέας Δεξιάς, με την οποία αυτή εναντιώνεται στον οικουμενισμό του Διαφωτισμού, αλλά και στον οικουμενισμό του φιλευθερισμού και του μαρξισμού. Καθώς φιλελευθερισμός και μαρξισμός, σύμφωνα με τη Νέα Δεξιά, οδηγούν στην "υποταγή των λαών", η στόχευση της "αυτοπραγμάτωσής" τους μπορεί να προκύψει με την υπεράσπιση της διαφορικής ισότητας των λαών, του δικαιώματός τους δηλ. για "ταυτότητα" και "πατρίδα". Κατ'αυτόν τον τρόπο, η "ταυτότητα" γίνεται μια εναλλακτική πρόταση στην (πολιτική) ισότητα, πραγματώνεται δε εντός ενός ενιαίου και περιχαρακωμένου εθνικο-πολιτισμικού περιβάλλοντος, για τη διατήρηση του οποίου (ενός είδους εθνικο-πολιτισμικού απαρτχάιντ) μάχεται η Νέα Δεξιά.

Για τα παραπάνω βλ. Β. Γεωργιάδου, Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης... (Πρώτο Μέρος, σ. 51-56, και την εκεί παρατιθέμενη βιβλιογραφία).
Βλ. επίσης P. Milza, Οι μελαχονίτωνες της Ευρώπης... (κεφ. VII) και P.-A. Taguieff, Ο Ρατσισμός, εκδ. Π. Τραυλός, 1998.
• Ο μεταφασισμός ως νέο μετριοπαθές κέλυφος και ρυμουλκό του νεοφασισμού:
Πώς οι μεταφασιστικές αφηγήσεις και τα συμφραζόμενά τους (π.χ, εκείνες της Εθνικής Συμμαχίας στην Ιταλία για τη γενοκτονία των Εβραίων από τους ναζί) μετατρέπονται σε ένα είδος αντεστραμμένων νεοφασιστικών και αναθεωρητικών αφηγήσεων - αναφορά στο ρεύμα του ιστορικού αναθεωρητισμού και αρνητισμού.
•Ο νεοφασισμός ως άσκηση πολιτικής πρόκλησης και επιδίωξη πολιτικής ενσωμάτωσης:
Η διπλή στρατηγική της άκρας δεξιάς κάθε απόχρωσης: πρόκληση και ενσωμάτωση

Για τα παραπάνω βλ. Β. Γεωργιάδου, Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης... (Πρώτο Μέρος, κεφ. 2)

___________________________________________________________________ 
Μάθημα 6 (06.05.2010)
Βασικά σημεία:
 Μεθοδολογικές προσεγγίσεις της έρευνας του ακροδεξιού φαινομένου:
-απαγωγικές: Τα 3 κύματα της άκρας δεξιάς (Α.Δ.).
-επαγωγικές: Σημασία των πολιτικών παραδόσεων κάθε χώρας στην ανάδειξη της Α.Δ.

Απαγωγικές και επαγωγικές προσεγγίσεις διατέμνονται από:
-κοινωνικο-ψυχολογικές: Η Α.Δ. ως μια "κανονική παθολογία των βιομηχανικών κοινωνιών"
-πολιτικο-θεσμικές: Η Α.Δ. ως μια "πολιτική παθολογία" των συναινετικών δημοκρατιών 

Τα 3 κύματα της Α.Δ.: Η κυματοειδής προσέγγιση της Α.Δ. αναδεικνύει τη μετατρεπτική ικανότητα, αλλά και τη κατά μη γραμμικό τρόπο μεταβολή του ακροδεξιού φαινομένου, ενώ παράλληλα φανερώνει τις συνδέσεις που υπάρχουν μεταξύ των διαφόρων παραλλαγών του από το τέλος του Β' ΠΠ μέχρι σήμερα.
•Πρώτο Κύμα: κάνει την εμφάνισή του αμέσως μετά τον πόλεμο και λειτουργεί ως καταφύγιο των καταλοίπων του φασισμού/ναζισμού. Πρόκειται για μια Α.Δ.-απομεινάρι-του-παρελθόντος, που επισήμως απορρίπτει την επιστροφή στο παρελθόν, όμως συγχρόνως υπονομεύει τον κοινοβουλευτισμό και υιοθετεί στρατηγικές έντασης κατά του δημοκρατικού καθεστώτος. Κύριοι εκπρόσωποι του κύματος αυτού: MSI/Ιταλία, VdU/Αυστρία, SRP/Γερμανία. Το πρώτο κύμα της Α.Δ. δεν υπήρξε, πάντως, πολιτικά και εκλογικά τόσο ισχυρό, ώστε να υπονομεύσει τη δημοκρατία και να ανακόψει τις δημοκρατικές εξελίξεις στις χώρες της δυτικής Ευρώπης.
•Δεύτερο Κύμα: κάνει την εμφάνισή της στη δεκαετία του 1970, με την είσοδο των οικονομιών των δυτικών χωρών στην εποχή του μεταβιομηχανισμού και τις πρώτες εκδηλώσεις της οικονομικής κρίσης (που ήταν και μια κρίση του νεοκεϋνσιανισμού). Η Α.Δ. παρουσιάζεται αρχικώς με τον μανδύα του λαϊκιστικού αντικρατισμού (κατά της φορολογίας εισοδήματος, κατά του κράτους-πρόνοια), πριν ενστερνιστεί το διακύβευμα της "εθνικής προτεραιότητας" και προτάξει εκείνο της εσωτερικής ασφάλειας ("νόμος και τάξη") ως βασικής αποστολής του κράτους. Κύριοι εκπρόσωποι του δεύτερου κύματος: FrP/Δανία, FP/Νορβηγία, ND/Σουηδία. Ορισμένοι αναλυτές θεώρησαν το δεύτερο κύμα της Α.Δ. "δομικό ισοδύναμο" της νέας αριστεράς (άρα: right libertarian) και ορισμένοι άλλοι εξέλαβαν τα μορφώματα του χώρου ως πρώιμους εκφραστές του νεοφιλελευθερισμού, έως ότου καταστεί φανερό ότι ο αντικρατισμός και η εναντίωση στη φορολογία δεν ήταν οι αποκλειστικές κύριες ιδεολογικο-πολιτικές αρχές του χώρου. 
•Από το δεύτερο κύμα της Α.Δ. εκκολάπτεται το τρίτο κύμα, στο οποίο η αρχή της εθνικής προτεραιότητας, της εσωτερικής ασφάλειας, μαζί με την εναντίωση στη μετανάστευση και την πολυπολιτισμικότητα αποτελούν τα χαρακτηριστικά του ακροδεξιού φαινομένου την περίοδο κατά την οποία η κατάρρευση του κομμουνισμού και η επίταση των διεργασιών της παγκοσμιοποίησης απασχολούν τις κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας. Οι κομματικοί εκπρόσωποι του τρίτου κύματος της Α.Δ. (FPÖ/Αυστρία, SVP/Ελβετία,  DFP/Δανία) εγκαταλείπουν τον αντικρατισμό των κομμάτων-προγόνων τους και υπερασπιζόμενοι μια εθνικο-σοβινιστική εκδοχή του κράτους πρόνοιας διεισδύουν στη δεξαμενή παραδοσιακών ψηφοφόρων της Αριστεράς (χαμηλά κοινωνικο-οικονομικά στρώματα, ανειδίκευτοι εργάτες).


Αν οι προσεγγίσεις των τριών κυμάτων εξετάζουν την Α.Δ. από τη σκοπιά των μακρο-κοινονικοπολιτικών εξελίξεων, οι επαγωγικές προσεγγίσεις λαμβάνουν κυρίως υπόψη τους τις προϋπάρχουσες πολιτικές παραδόσεις: π.χ. τη "λαϊκιστική κληρονομιά" του Πουζαντισμού στη Γαλλία και του Κουαλουνκουϊσμού στην Ιταλία, καθώς και την ύπαρξη του λεγόμενου "τρίτου στρατοπέδου" στην Αυστρία· τέτοιου είδους παραδόσεις θεωρείται (βλ. P. Taggart) ότι δημιουργούν "προδιαθέσεις πολιτικής δράσης" προς τον δεξιό εξτρεμισμό και τον νεολαϊκισμό. Παράλληλα, στο πλαίσιο των επαγωγικών προσεγγίσεων της Α.Δ., εξετάζεται η σημασία από την ύπαρξη ή την απουσία ενός χαρισματικού πολιτικού ηγέτη για την ανάδειξη και ανάπτυξη του ακροδεξιού φαινομένου, με τον Eatwell να υποστηρίζει ότι η Α.Δ. παρέμεινε καχεκτική στη Μ. Βρετανία, ακριβώς λόγω της απουσίας μιας χαρισματικής φυσιογνωμίας στον ευρύτερο ακροδεξιό χώρο. 
Στο πλαίσιο επαγωγικών προσεγγίσεων έχουν διεξαχθεί ενδιαφέρουσες μελέτες περίπτωσης (π.χ. για τη βρετανική ακροδεξιά), αλλά έχουν σωρρευτεί και επιστημονικά ερωτήματα που οι συγκεκριμένες μελέτες συνήθως τα προσπερνούν. Στο μάθημα εξετάσαμε ζητήματα όπως η σημασία του αρχηγού στην ανάπτυξη της Α.Δ., διακρίναμε μεταξύ των αρχηγικών κομμάτων της άκρας δεξιάς και των -κατά Panebianco- χαρισματικών κομμάτων, αλλά και κομμάτων με έναν χαρισματικό ηγέτη επικεφαλής τους και εξηγήσαμε γιατί ακόμη και οι επιτυχημένοι αρχηγοί της Α.Δ. δεν είναι -κατά Weber- χαρισματικοί, αλλά πρόκειται για μια περίπτωση αντεστραμμένων χαρισματικών ηγετών.

Η Α.Δ. ως μια "κανονική παθολογία των βιομηχανικών κοινωνιών": αυτή την κοινωνικο-ψυχολογική προσέγγιση για το ακροδεξιό φαινόμενο την εισηγήθηκαν στη δεκαετία του 1960 ο E. Scheuch και ο H. Klingemann, οι οποίοι εκτιμούσαν ότι ο δεξιός ριζοσπαστισμός θα εμφανίζεται κάθε φορά που συμβαίνουν ραγδαίες εξελίξεις (δηλ. σε στιγμές επιτάχυνσης της ιστορίας)· τότε, οι κατά κανόνα αργές διεργασίες προσαρμογής στα νέα θεσμικά, αξιακά και όποια άλλα πρότυπα, δεν επιτρέπουν στα άτομα να ενταχθούν ομαλά και να αποδεχθούν τη νέα πραγματικότητα. Σε καταστάσεις ραγδαίων αλλαγών τα άτομα απαντούν συχνά με γνωστική κλειστότητα (αρνούμενα δηλαδή να αναγνωρίσουν και να αποδεχτούν την πραγματικότητα) και αυτή η γνωστική κλειστότητα είναι το πρώτο στάδιο του ριζοσπαστισμού/εξτρεμισμού.

Η Α.Δ. ως μια "πολιτική παθολογία των συναινετικών δημοκρατιών":  εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι το ακροδεξιό φαινόμενο γιγαντώθηκε σε ώριμες δημοκρατίες της δυτικής Ευρώπης (και όχι μόνο στα νεαρά δημοκρατικά καθεστώτα της μεταψυχροπολεμικής Ευρώπης, όπως όντως επίσης συνέβη). Επρόκειτο για ώριμες συναινετικές δημοκρατίες της κεντρικής Ευρώπης και των Σκανδιναβικών χωρών. Η Ch. Mouffe αποδίδει τη δεξιά στροφή του εκλογικού σώματος στις χώρες αυτές στην επικράτηση των συναινετικών πρακτικών, συνέπεια της οποίας επικράτησης αυτής ήταν η Πολιτική να χάσει το "αγωνιστική" περιεχόμενό της· δηλ. από αγώνας για την κατάκτηση της εξουσίας (με στόχο την επίλυση προβλημάτων) να μεταβληθεί σε τεχνική/ές για τη διευθέτηση διαφορών και τη συμμετοχή στην εξουσία. Καθώς τα κόμματα της διακυβέρνησης συγκλίνουν μεταξύ τους προκειμένου συναινετικά να διαχειριστούν τα προβλήματα που απασχολούν το εκλογικό σώμα και τους πολίτες, η άκρα δεξιά κινητοποιεί το εκλογικό σώμα προς μια κατεύθυνση πολιτικής διαμαρτυρίας εναντίον των άλλων κομμάτων και του μοντέλου της (συναινετικής) διακυβέρνησης. Με αυτά τα χαρακτηριστικά του συλλέκτη και ενισχυτή της πολιτικής διαμαρτυρίας εμφανίζεται η άκρα δεξιά στη διάρκεια πλέον της ύστερης νεωτερικότητας.

Για τα παραπάνω βλ. Β. Γεωργιάδου, Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης... (Πρώτο Μέρος, κεφ.3).
 ______________________________________________________________
Μάθημα 7 (13.05.2010)
Βασικά σημεία:

Τα κόμματα της Α.Δ. στα κομματικά συστήματα ευρωπαϊκών δημοκρατιών:
Διάκριση μεταξύ "κυρίως κομμάτων", "κομμάτων προγόνων" και "κομμάτων επιγόνων" της Άκρας Δεξιάς (Α.Δ.). Τα πρώτα αποτελούν τους κύριους εκπροσώπους του ακροδεξιού χώρου στο κομματικό σύστημα, τα δεύτερα είναι ένα είδος μήτρας, από την οποία αναδεικνύονται τα "κυρίως κόμματα" και τα τρίτα προκύπτουν από τη μήτρα των "κυρίως κομμάτων" 

Βλ. σχ. τον Πίνακα 1Γ.1 (σ. 300) στο βιβλίο μου Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης, όπου και οι σχετικές διευκρινήσεις και παραδείγματαγια τους 3 τύπους κομμάτων της Α.Δ.

Σε τι διαφέρουν τα κόμματα της Α.Δ. από τα υπόλοιπα κόμματα της διακυβέρνησης;
Τα τελευταία είναι "κόμματα της προσφοράς": είναι δηλαδή προσανατολισμένα στο ρόλο τους στη διακυβέρνηση- προσφέρουν προγράμματα και θέσεις στους εκλογείς, για να διεκδικήσουν την ψήφο τους στις εκλογές.
Τα κόμματα της Α.Δ. είναι "κόμματα της ζήτησης":  προσαρμόζονται στην πολιτική ζήτηση και στα μεταβαλλόμενα αιτήματα των ψηφοφόρων. Με άλλα λόγια: "πάνε" εκεί που βρίσκονται οι εκλογείς. Αυτή η σχέση είναι, όμως, αμφίδρομη: τα κόμματα της ζήτησης ευθυγραμμίζονται μεν στην υπάρχουσα πολιτικο-εκλογική ζήτηση, αλλά και (ανα)διαμορφώνουν τη ζήτηση αυτή. 
Δεν αποτελούν απλούς "ακολούθους" των ψηφοφόρων, αλλά επιδίδονται σε ένα "διαδραστικό πολιτικό μάρκετινγκ". Ιδίως σε περιόδους έξαρσης της πολιτικής διαμαρτυρίας, τα κόμματα της Α.Δ. ευθυγραμμίζονται στο ρεύμα της υπάρχουσας διαμαρτυρίας στο εκλογικό σώμα και εξάπτουν κι άλλο τη διάθεση αυτή για πολιτική διαμαρτυρία.


Τα πολιτικά κόμματα της Α.Δ. ως "κόμματα της ζήτησης" και οι κοινωνικο-οικονομικές προϋποθέσεις για την εδραίωσή τους
Η ενδυνάμωση του ακροδεξιού χώρου συνέπεσε με την πρώτη μεγάλη μεταπολεμική οικονομική κρίση της δεκ. του 1970 και τις μεταβολές στην παραγωγική δομή (συρρίκνωση της βαριάς βιομηχανίας και ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα) και στην κοινωνική δομή (διεύρυνση υπαλληλικών στρωμάτων, μαζική είσοδος γυναικών στην αγορά εργασίας) των βιομηχανικών χωρών της Ευρώπης. Η εγκατάσταση της Α.Δ. στο κέντρο της πολιτικής σκηνής, την περίοδο που συντελούνταν οι μεταβολές αυτές, προέκυψε από την αδυναμία των κομμάτων της διακυβέρνησης (σοσιαλδημοκρατικά/εργατικά και λαϊκά/χριστιανοδημοκρατικά κόμματα) να αντιμετωπίσουν τις μεταβολές αυτές και να προσαρμοστούν σε αυτές. Ενώ δηλαδή η συγκυρία τότε απαιτούσε από τα κόμματα της διακυβέρνησης να εμφανίσουν μεγαλύτερη ευελιξία και διακριτές θέσεις ("πολιτικό ανταγωνισμό") στα διάφορα διακυβεύματα πολιτικής, αυτά συνέκλιναν κι άλλο μεταξύ τους, αφήνοντας χώρο σε παλιότερα ή και νεοεμφανιζόμενα κόμματα της Α.Δ. να καλύψουν το κενό εκπροσώπησης και να ανταποκριθούν στις διαθέσεις διαμαρτυρίας μιας αριθμητικά σημαντικής μερίδας πολιτών.

Μετά από μια σχετικώς μακρά περίοδο εκλογικής καχεξίας των ακροδεξιών κομμάτων στην πολιτική σκηνή των μεταπολεμικών ετρωπαϊκών χωρών, στη δεκαετία του 1970 λαμβάνει χώρα η εκλογική απογείωση της Α.Δ. (πρόκειται για την εμφάνιση του "δεύτερου κύματος" της Α.Δ., βλ. προηγούμενες παραδόσεις)


Βιβλιογραφία:
Για τα παραπάνω βλ. Β. Γεωργιάδου, Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης... (Τρίτο Μέρος, κεφ.1).

_________________________________________________________________
 Μάθημα 8 (20.05.2010)
Βασικά σημεία:

Η Α.Δ. στη Δανία και τη Νορβηγία

1) "Wu zeggen wat u denkt" ("Λέμε αυτό που σκέπτεσθε", σύνθημα ακροδεξιού κόμματος): Το Κόμμα της Προόδου στη Δανία
 •Αλλιώς λέγεται και "Κόμμα του Glistrup"· ιδρύθηκε το 1971 σχεδόν εν μια νυκτί, από τηλεοράσεως στην ουσία (επισήμως λίγους μήνες μετά). Παρουσιαζόταν ως ένα μόρφωμα αντικρατικό (καταφερόταν κατά της κρατικής γραφειοκρατίας και του παρεμβατικού κράτους), λαϊκιστικό (ζητούσε τον πλειστηριασμό των υπερπόντιων κτήσεων της χώρας) και ακραία αντιφορολογικό (τασσόταν υπέρ της κατάργησης του φόρου εισοδήματος και της δραστικής μείωσης των φορολογικών δαπανών), αλλά και ως ένα κόμμα διαμαρτυρίας που στρεφόταν εναντίον όλων των άλλων κομμάτων της κεντρικής πολιτικής σκηνής, τα οποία "εκμεταλλεύονται" και "εξαπατούν τον λαό", όπως έλεγε ο ιδρυτής και αρχηγός του Κόμματος της Προόδου Mogens Glistrup.
•Εκλογές 1973: αποκλήθηκαν "εκλογές-σεισμός" - με αυτές το κομματικό σύστημα αλλάζει άρδην: από ένα περιορισμένα πολυκομματικό σύστημα μετατρέπεται σε ένα κατακερματισμένο, με κεντρόφυγες τάσεις, κομματικό σύστημα. Κεντρική θέση σε αυτό καταλαμβάνει το Κόμμα της Προόδου που, αν και πρωτοεμφανιζόμενο, έρχεται δεύτερο στις εκλογές αυτές, μεταξύ των 11 συνολικά κομμάτων που εκπροσωπήθηκαν στην Κάτω Βουλή (Folketing). Μάλιστα οι μεγάλες αυτές αλλαγές στο κομματικό σύστημα αποτυπώθηκαν και στο σύστημα διακυβέρνησης της χώρας: έκτοτε επικρατεί ο λεγόμενος "αρνητικός κοινοβουλευτισμός' (ή "κοινοβουλευτισμός της μειοψηφίας"/η κυβέρνηση δεν διαθέτει την πλειοψηφία των κοινοβουλευτικών εδρών, στηρίζεται όμως στη Βουλή από ένα ή και περισσότερα άλλα κόμματα προκειμένου να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία), χαρακτηριστικό του οποίου είναι οι αδύναμες κυβερνήσεις και η ισχυρή αντιπολίτευση.
•Μεταβολές στο κομματικό σύστημα και στο σύστημα διακυβέρνησης αποτυπώνουν την κρίση στο "μοντέλο Δανία", ένα μοντέλο "μεσοκρατικό" (που δεν επιτρέπει την εμφάνιση μεγάλων κοινωνικο-οικονομικών διαφορών στον πληθυσμό) και που ως κυρίαρχα γνωρίσματά του έχει τον συνδυασμό ελεύθερης αγοράς, υψηλής φορολογίας και ισχυρού κράτους πρόνοιας .
•Η κρίση του "μοντέλου Δανία" συνοδεύεται από μεγάλη δυσπιστία των πολιτών για τους πολιτικούς και τα κόμματα που μέχρι τότε κυβέρνησαν τη χώρα (Σοσιαλδημοκράτες, Συντηρητικοί, Φιλελεύθεροι) και απόρριψη των συμφωνικών/συναινετικών και κορπορατιστικών πρακτικών, τις οποίες τα κόμματα εφάρμοζαν προκειμένου να υπάρχει συνέχεια στη διακυβέρνηση αλλά και μια κατάσταση "win-win" για τις διάφορες κοινωνικο-οικονομικές ομάδες και συμφέροντα.
•Η κρίση του "μοντέλου Δανία"  έφερε το "κόμμα-αντικόμμα" του Glistrup στο επίκεντρο της πολιτικής: καταρχάς θεωρήθηκε νεοφιλελεύθερο, όμως στη συνέχεια η αποκάλυψη του λαϊκιστικού και εθνικιστικού ιδεολογικο-πολιτικού υπόβαθρου του κόμματος έγινε εμφανής. Η αρχή της εθνικής προτεραιότητας (αποτυπώνεται στη φράση: "πρώτα οι Δανοί"), που θα υιοθετήσουν στη δεκαετία του '90 τα κόμματα της Α.Δ. στην Ευρώπη ("πρώτα οι Γάλλοι" κατά τον Λεπέν, "πρώτα οι Αυστριακοί" κατά τον Χάιντερ κλπ.) είχε πρωτοδιατυπωθεί σε αδρές γραμμές από τον Glistrup. 
•Η σταδιακή ριζοσπαστικοποίηση του Κόμματος της Προόδου (εγκαταλείπει τον οικονομικό φιλελευθερισμό του και γίνεται ακραία αντιμεταναστευτικό στη δεκαετία του 1990, αλλά και υπέρμαχος μιας αντίληψης της κοινωνικής πρόνοιας μόνο για τους γηγενείς πολίτες του έθνους-κράτους=welfare-state chauvinism) το οδηγεί σε εκλογική περιθωριοποίηση και διάσπαση: από τις τάξεις τους αναδεικνύεται το Λαϊκό Κόμμα της Δανίας, που παρότι δεν διαφοροποιείται στις αντιμεταναστευτικές θέσεις ούτε στις θέσεις του υπέρ του welfare-state chauvinism από το Κόμμα της Προόδου, η διαφορά του με αυτό είναι ότι το Λαϊκό Κόμμα δεν είναι ένα αντισυστημικό κόμμα: επιδιώκει τη συμμετοχή του στη διακυβέρνηση (στηρίζει από το 2001 τη συντηρητικο-φιλελεύθερη κυβέρνηση του πρωθυπουργού Balkenende στο πλαίσιο του λεγόμενου αρνητικού κοινοβουλευτισμού) και έχει επηρεάσει την πολιτική διαχείριση των κρίσιμων διακυβευμάτων της εποχής (κυρίως τη νομοθεσία για το μεταναστευτικό) στη Δανία.


Β) "Vi er lei av" ("Μπουχτίσαμε"): Σύνθημα του Κόμματος της Προόδου της Νορβηγίας


•Το νορβηγικό Κόμμα της Προόδου έχει πολλές ομοιότητες με το αντίστοιχο στη Δανία. 
Σόχευε εξ αρχής να κινητοποιήσει τα αντικρατικά, αντικαπιταλιστικά και αντισυστημικά αντανακλαστικά του εκλογικού σώματος, μέσα από την επιδέξια χρήση ενός πολιτικού λόγου συντιθέμενου από εθνικιστικές και πολιτικά αυταρχικές αναφορές, επενδυμένες με στοιχεία οικονομικού φιλευθερισμού και κοινωνικο-πολιτισμικού πλουραλισμού. Το Κόμμα της Προόδου στη Νορβηγία ιδρύεται σε μια εποχή πολιτικής διαμαρτυρίας στο εκλογικό σώμα και ραγδαίων μετασχηματισμών της κοινωνίας (από αγροτική μετατρέπεται σε μεταβιομηχανική) και  γίνεται ο συλλέκτης, το ηχείο αλλά και ο ενισχυτής αυτού του κλίματος της διαμαρτυρίας.
•Η Νορβηγία είχε επί δεκαετίες τα γνωρίσματα 'μονοκομματικού κράτους', με την κυριαρχία του Εργατικού Κόμματος να είναι απόλυτη έως τις αρχές της δεκ. 1960, και τους Συντηρητικούς, προκειμένου να κυβερνήσουν, να εφαρμόζουν τις κυρίαρχες στο εκλογικό σώμα σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές. Τα κόμματα της διακυβέρνησης κυβερνούσαν στο πλαίσιο ενός μοντέλου corporate pluralism (st. Rokkan), σύμφωνα με το οποίο ο κοινωνικός ανταγωνισμός περιορίζεται με τον συμβιβασμό των αντιτιθέμενων συμφερόντων.
Όταν τα πρώτα σημάδια της κρίσης κάνουν την εμφάνισή τους, οι εκλογείς καταλαμβάνονται από την αίσθηση της εγκατάλειψης από τα κόμματά τους, αίσθηση που μετατρέπεται σε πολιτική δυσαρέσκεια και πολιτική διαμαρτυρία· αυτή ενισχύεται τη δεκαετία του 1990 και εκφράζεται από το Κόμμα της Προόδου
Κόμμα της Προόδου: ένα κόμμα με πολυθεματική ατζέντα, με την αντιφατικότητα ("πολύπλοκη αλχημεία") να είναι βασικό χαρακτηριστικό του: αγορά, άτομα, προστασία ατομικής ιδιοκτησίας, εναντίωση στον κρατικό παρεμβατισμό και τη γραφειοκρατία αφενός, αλλά και οικογένεια, κοινότητα, ελάχιστα εγγυημένο εισόδημα, δημόσια παιδεία, δημόσια υγεία αφετέρου. Το μείγμα αυτό ετερόκλιτων ιδεολογικο-πολιτικών θέσεων του Κόμματος της Προόδου αφομοιώνει τις ιδέες περί νόμου και τάξης, περί εναντίωσης στη μετανάστευση, καταγγελίας της ηδονιστικής και καταναλωτικής κουλτούρας, αλλά και της πολυπολιτισμικότητας, που έγιναν (ξανά) επίκαιρες τη δεκαετία του 1990 και του 2000. Καθώς μετακινείται ολοένα και δεξιότερο το Κόμμα της Προόδου ενισχύεται εκλογικά, μεταρέπεται δε σε ένα κόμμα που είναι ρυθμιστικός παράγοντας στη διακυβέρνηση (το κεντροδεξιό μπλοκ χρειάστηκε δύο φορές τουλάχιστον τη στήριξή του στο κοινοβούλιο), συγχρόνως όμως είναι και ένας αποσταθεροποιητικός παράγοντας της διακυβέρνησης (χωρίς αυτό υπάρχει ακυβερνησία, αλλά και με αυτό προκαλείται ακυβερνησία).
•Θέσεις του για τη μετανάστευση: πώς από ένα ήπια αντιμεταναστευτικό κόμμα, που τη δεκαετία του 1970 θεμελίωνε την εναντίωσή του στην παρουσία ξένων εργατών στην εγχώρια αγορά εργασίας με οικονομικά επιχειρήματα, μετατράπηκε 2 δεκαετίες μετά σε ένα ανοικτά αντιμεταναστευτικό κόμμα που πλέον αιτιολογεί τη στάση του αυτή με αμιγώς πολιτισμικά επιχειρήματα;

Βιβλιογραφία:
Β. Γεωργιάδου, Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης... (Τρίτο Μέρος, κεφ. 2 και 3).
P. Hainsworth, Η ακροδεξιά. Ιδεολογία - Πολιτική - Κόμματα... (κεφ. 9).
______________________________________________________________
 Μάθημα 9 (27.05.2010)
Βασικά σημεία:



Η Άκρα Δεξιά στην Αυστρία: από τον Σύνδεσμο των Ανεξάρτητων (VdU), στο Κόμμα της Ελευθερίας (FPÖ) και στην Ένωση για το Μέλλον της Αυστρίας (BZÖ)

•To Κόμμα της Ελευθερίας (κυρίως κόμμα της αυστριακής Α.Δ.) βγαίνει μέσα από τη μήτρα του Συνδέσμου των Ανεξάρτητων (κόμμα πρόγονος), ενώ από τη διάσπασή του δημιουργείται το BZÖ (κόμμα επίγονος).


•Για το FPÖ, οι Plasser και Ulram έχουν πει: "πρόκειται για ένα προσανατολισμένο στη διαμαρτυρία δεξιό-λαϊκιστικό κόμμα της εργατικής τάξης". Από τη δεκαετία του 1990, το FPÖ "λαϊκοποιείται", ήτοι προσελκύει στις τάξεις του πέραν των ελεύθερων επαγγελματιών και των αγροτών που το ψήφιζαν από παλιά (1955), χαμηλά κοινωνικο-οικονομικά στρώματα και εργάτες (όχι συνδικαλισμένους όμως!), διεκδικώντας έτσι ένα κομμάτι ψηφοφόρων που είναι κατ'εξοχήν διεκδικήσιμο από την αριστερά.
Η διείσδυσή του στην εκλογική δεξαμενή της αριστεράς, ως αποτέλεσμα της ευρύτερης ανασφάλειας, κυρίως όμως της εργασιακής ανασφάλειας που καταλαμβάνει τους εργαζόμενους στη δεκαετία του 1980/1990, σε συνδυασμό με τη διάβρωση των συμφωνικών δομών του συστήματος διακυβέρνησης και το έλλειμμα εμπιστοσύνης που καταγραφόταν στο εκλογικό σώμα για τους θεσμούς της διακυβέρνησης (κόμματα, συνδικάτα) στην Αυστρία, οδήγησαν στην πολιτική και εκλογική ενίσχυση του FPÖ στην Αυστρία. Αυτό εξελίχθηκε σε ένα catch-all loosers party (Heinisch). Το κυριότερο κίνητρο ψήφου για το FPÖ έγινε το αίσθημα αδυναμίας και προσωπικής ανασφάλειας που νοιώθουν οι εκλογείς.


•Η διαδρομή του FPÖ: από κόμμα-διάδοχος του Συνδέσμου των Ανεξάρτητων (δεκαετία 1950/60) εξελίχθηκε σε ένα φιλελεύθερο κόμμα (1980-86) υπό την ηγεσία του Norbert Steger, δηλ. σε ένα κόμμα που πρότασσε την ιδέα και τις αρχές του πολιτικού και οικονομικού ανταγωνισμού, για να μετατραπεί τελικώς σε ένα κόμμα του Γιέρκ Χάιντερ (από το 1986, όταν ο Χάιντερ εκτοπίζει τον Στέγκερ και εκλέγεται αρχηγός), το οποίο συναιρούσε όλες τις προηγούμενες ποιότητες του FPÖ δημιουργώντας μια νέα σύνθεση: το FPÖ του Χάιντερ υπερασπιζόταν τις ατομικές ελευθερίες, την ατομική πρωτοβουλία και την επιχειρηματικότητα, το μικρό αν και όμως αυταρχικό κράτος, αλλά και τις ανταγωνιστικές αρχές στη διακυβέρνηση (κόντρα στις υπάρχουσες συναινετικές και συμφωνικές δομές), μετατράπηκεε δε τελικώς σε ένα ξενοφοβικό και αντιμεταστευτικό κόμμα που, δια μέσου του αρχηγού του προπάντων, επιδέξια συντηρούσε τις εκλεκτικές συγγένειες με τον ιδεολογικό χώρο των πρώην ναζί.


•Η γλώσσα του Haider: το αντίθετο της πολιτικής ορθότητας, με την επιπλέον ικανότητα του αρχηγού του Κόμματος της Ελευθερίας, να προκαλεί αντιδράσεις εξαιτίας των λεγομένων του, αλλά και την υποστήριξη από απρόσμενους συμμάχους, κάθε φορά που ο ίδιος εμφανιζόταν διωκόμενος λόγω των ιδεών του και της ελεύθερης έκφρασης των ιδεών αυτών.


•Η σημασία των πολιτικο-ιστορικών παραδόσεων του λεγόμενου 'τρίτου στρατοπέδου' (στο αποκαλούμενο "τρίτο Lager" συνενώνονταν οι παραδόσεις του παγγερμανισμού και του αντισημιτισμού με την φιλελεύθερη ιδεολογία) στη διαμόρφωση των ιδεολογικών κατευθύνσεων του FPÖ


•Από το FPÖ του Χάιντερ στο μετά-Χάιντερ FPÖ και στο BZÖ: το 1/3 των αυστριακών εκλογέων ψηφίζει πλέον κάποιο από τα δύο κόμματα της αυστριακής ακροδεξιάς: η διαρκής κρίση του συμβιωτισμού στην Αυστρία και η αδυναμία υπέρβασής της, σε συνδυασμό με τις ιστορικο-πολιτικές παραδόσεις, αποτελούν τους βασικούς λόγους που εξασφαλίζουν τη διαρκή και εκλογικά επιτυχημένη παρουσία των κομμάτων της άκρας δεξιάς στο κομματικό σύστημα της Β' (μεταπολεμικής) Δημοκρατίας στην Αυστρία.

Βιβλιογραφία:
Β. Γεωργιάδου, Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης... (Τρίτο Μέρος, κεφ. 6).
P. Hainsworth, Η ακροδεξιά. Ιδεολογία - Πολιτική - Κόμματα... (κεφ. 3).
_______________________________________________________________

Μάθημα 10 (03.06.2010) {Τελευταίο}
Βασικά σημεία:



Σε ένα χαλαρό κλίμα συζητήσαμε για την άκρα δεξιά στην Ολλανδία και αναρωτηθήκαμε (μέσω του Ολλανδικής καταγωγής Αμερικανού καθηγητή Ian Buruma) γιατί στη δεκαετία του 2000 "έγινε στάχτη το όνειρο της μικρής και ανεκτικής Ολλανδίας". Πώς από τις "ζώνες ανοχής" της δεκαετίας του 1970 στην Ολλανδία βρήκαν/βρίσκουν απήχηση μισαλλόδοξα κηρύγματα τυχάρπαστων πολιτικών, όπως του Πιμ Φορτούιν και Χέερτ Βίντερς.
 
9 Ιουνίου έχουν εκλογές και αναμένουμε με γνήσια επιστημονική περιέργεια το αποτέλεσμα.
(Όχι, η περίπτωση της Ολλανδίας "δεν θα πέσει" στις εξετάσεις)